Νίκος Κυριακίδης, ποιήματα

by SF

ΦΙΛΗ

Σε ξέρω πια τόσο καλά,
που σαν σε δώ στο δρόμο δεν σου μιλάω.
Όπως συμβαίνει στον καθένα,
με τον τοκογλύφο του.

***
ΜΙΑ ΧΩΜΑΤΕΡΗ

Εδώ έχει καλώδια, σύρματα, λάστιχα
Γελούν κάποια μικρά παιδιά με τα ρούχα μου
Χαίρονται.
Δεν ήταν άρρωστη, ήταν ερωτευμένη
Στο μετρό ο έρωτας είναι έγχρωμος.
Επίγειο ορυχείο!
Και γλάροι από πάνου μου
Αρούρηδες πάνω στο σώμα μου.
Τις Κυριακές γίνεται χλωμή
Κάθε τέλος, την πονάει.
Φορτωμένος στάχτες και ζωγραφιστό ρημαδιό
Μυρίζω έντονα
Σαν όλα τα έμπειρα σώματα.
Εδω έχει κι απομεινάρια νοσοκομείων
Μπουκαλάκια αιμάτων χαλασμένων ή ξεχασμένων.
Πάλι γελούν τα μικρά παιδιά
Χαίρονται.
Είμαι ενα νησί εγώ
Επισκέπτες μου τα χρησιμοποιημένα
Κουβαλάω τόσους τόννους ζωής.
Δεν πετάς, πλέεις στον άνεμο
Γιατί το κάθε δάκρυ θέλει την αλμύρα του
Κάθε σπιθαμή γης, το αποπάνω της.
Οι αδελφοί μου οι ελάχιστοι
Γεμάτοι χθες.
Χαζεύοντας το σήμερα
Πιτσιρίκια γελαστά, πεινασμένα, άπλυτα.
Μας ανταριάζει όλους ένα καφετί σύννεφο
Μας χαράζει το πονεμένο σώμα, η χοντρή ρόδα-ερπύστρια.
Όλοι οι αδελφοί μου οι αγιασμένοι
Σε ζητούν σε χορό.

( Νοέμβρης του 2012)

***
4 ΔΕΚΕΜΒΡΗ

Στο επόμενο λεπτό κρατούσε
δυο νεκροκεφαλές
μιαν αποξηραμένη καρδιά
και δεν υπήρχε κανένα πεπρωμένο.
Φορούσε ένα σώμα του καπνού
μακριά στενά παντελόνια
τα κούμπωνε ο άνεμος.
Φορούσε μικρά τρύπια καλτσάκια
τα τρώγαν τα σκληρά παπούτσια
-τα καρφιά τους, ιδίως-
»Θα λύσουμε την παρεξήγηση»
Χειμωνιάτικος ήλιος να πεθαίνεις κοκκινισμένος
αρραβώνες να πεθαίνεις λησμονημένος.
Όμως δεν μιλάμε για νεκρούς
-αυτοί κόβουν βόλτες ανάμεσα σε παλιά κόκκαλα και φλυαρίες-
Δεν χρωματίζουμε το σπίτι
άβαφο αστόλιστο μένει εξόν
καμιά κορδέλα κόκκινη στη πόρτα, σα κλείσιμο ματιού.
Δεν προγραμματίζουμε να κοροιδέψουμε την πείνα
την πείνα τη σέβεσαι :
τα άγια των αγίων.
Ο πόνος σαν σκια είμαστε εμείς.
Το σώμα μας, μια γλώσσα τσαχπίνικα βγαλμένη όξω
ν΄ απαντάει στις Γραφές.
Η ψευδαίσθηση…
ένας έρωτας που δεν υπήρξε παρα για μισή ώρα στο ρολόγι.
»Παναγιώτα σε 64 χρόνια
θα σκοπεύσουν τον μικρό που τη γλύτωσε,
γράφτο κάπου.
Να μη βρεθεί στο κέντρο τέτοιες μέρες
νάναι κάπου αλλού»

***
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ

Θα μπορούσαμε να πάμε σ΄ενα λούνα πάρκ
Αυτά στήνονται συνήθως στις παραλίες
-μονάχα στο Μεσολόγγι το πέτυχα στη μέση της πλατείας-
Εσύ θ΄ανέβαινες στα διάφορα που πετάνε,
στριμωγμένη απ΄τα πιστιρίκια που θα χώνονταν δίπλα σου
Θα τα ρωτούσες θα σ΄ απαντούσαν, θα χαμογελούσες.
Εγώ θα κοίταγα από κάτω
όπως συνήθως κοιτάω τα πράγματα:
Τη ζωή, εμένα, τα δάκρυα που μπαίνουν αντί να βγαίνουν, τις μέρες να προχωρούν πίσω.
Κάτι κλεφτές ματιές όταν κατέβαινες από κει.
Κοιτάς γύρω-τριγύρω μη φυλακίσει καμιά εικόνα τα μάτια σου
Εγώ πάντα κοιτάω κλεφτά, αυτόν που έχω δίπλα μου.
-Στην έξοδο θυμάσαι τι έκανες πριν έρθουμε
-Σκέφτομαι τι θα κάνω μετά
Μετά στο λεωφορείο του τρόμου θα γελούσαμε
Ξέροντας που έχουμε μπεί,
αργά απόγευμα σούρουπο μπλαβί.
Ένας-ένας οι συνταξιδιώτες θα πέθαιναν, καθυστέρηση…
…..δεν χωρούν τα φέρετρα απ΄τις πόρτες, σεντόνι καλύτερα.
»Οδηγέ, ξεκίνα»
-έτσι είναι τα λούνα πάρκ-
Τελικά θα ήμασταν πάλι οι τρεις που έμειναν,
εμείς κι ο οδηγός.
»Γιατί είμαι μικρή ακόμη, γιατί θάμαι πάντα αόρατη
χιχι…. δίπλα μου τη γλυτώνεις κι εσυ».
»Τη γλύτωσα μια φορά μόνο, χαζούλα
σ΄ ευχαριστώ πολύ που με θυμάσαι»

***
ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Η κυρία αμάρτησε με στυλ.
Το φλέρτ της
ισοδύναμο δεκάδων αρπαχτών.
Ο επιχείλιος έρπης της
ωσαν ηπατίτιδα και άλλα βαρέα λοιμώδη.
Η κυρία όμως ,
θα θυμάται την αμαρτία τις ημερομηνίες το πρόσωπο,
όταν οι άλλοι θα μετρούν μονάχα ημέρες προ θανάτου.
Επτάψυχες-
παρά την σεξιστική καταστολή.
Ή μήπως
χάριν αυτής;

***
Δύσκολα πρωινά

Το μπακάλικο είχε πάντα ρυθμό.
Ανάμιξη ετερόκλητων
μα πάντα πολύχρωμων πραγμάτων:
Εφημερίδες και γκοφρέτες
οδοντόπαστες κι αλλαντικά
κονσέρβες και κάτι λίγα φρούτα.
Έμοιαζε του έρωτα-
του ένοχου έρωτα που είναι έγχρωμος,
που αντιφάσκει συνέχεια,
που πωλείται πάντα.
Κάπου κάπου στις εκπτώσεις,
πότε-πότε σε προσφορές.
Ο ρυθμός που λείπει από το πρόσωπό μου
υπάρχει σ΄αυτό το μπακάλικο.
Οι ποικίλες μυρωδιές του
με του τυριού, να κυριαρχεί,
δεν υπάρχουν στην καθημερινότητά μου.
Μπαίνω
Βγαίνω
Κοιτάζω
πολύ συχνά, καθημερινά σχεδόν.
Φοβάμαι πως κάποιος θα το εκλάβει για εμμονή.
Κι όμως είναι μια αμήχανη, αθώα βόλτα
Μια βύθιση στο « ένα» των πολλών.
Πιθανότατα ασυνείδητη.
Τα καταστήματα φαρδαίνουν
οι άγνωστοι δεν αναμειγνύονται πια
τα κορίτσια ξανά συστέλλονται
τα αγόρια κοιτούν σκοτεινά.
Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο
θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί
κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά
απ΄τα δεκαπέντε μου χρόνια.

***

Άλλα ποιήματα στις Στάχτες του Νίκου Κυριακίδη
*
Copyright © Νίκος Κυριακίδης

photo© Garry Winogrand, 1982

Advertisements