Κωστὴς Παλαμάς, Τριλογία τοῦ θυμοῦ

by SF

Τριλογία τοῦ θυμοῦ

Οἱ Καλόγεροι

Εἴμαστ᾿ οἱ ἄνεργοι καὶ οἱ ἄχαροι,
καὶ τῆς ζωῆς εἴμαστ᾿ ἐμεῖς οἱ καταλαλητάδες,
γιὰ νὰ πατᾶμε καὶ νὰ σβήνουμε εἴμαστε
τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀληθινά, τ᾿ ἄνθια καὶ τὶς λαμπάδες.
Τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἡλιόχαρα ὀχτρευόμαστε,
καὶ τὶς ἀγάπες τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ παιδιοῦ τὰ γέλια,
μὲ νεκροσάβανο σκεπάζουμε
τὸ Λόγο τὸν τετράψυχο στὰ γαληνὰ Βαγγέλια.
Εἴμαστ᾿ ὁ κούφιος ἦχος ὁ παράταιρος
στῶν κεραυνῶν τὸ ταίριασμα καὶ στῶν κελαιδημάτων,
χαλάσματα καὶ σκιάχτρα κάνουμε
τοὺς θείους ναοὺς καὶ τὰ λευκὰ κορμιὰ τῶν ἀγαλμάτων.
Μὰ νὰ ὁ ραγιᾶς τὰ σύντριψε τὰ σίδερα,
«Ζωή!» ὁ Τεχνίτης ἔκραξε, Σοφέ, ἀλαλάζεις «Νίκη!»
φύγαμε τότε καὶ τρυπώσαμε
μέσ᾿ στῶν ἐρήμων τὶς μονιὲς καὶ γίναμεν οἱ λύκοι.
Καὶ τώρα κάθε ποὺ ἀπαντήσουμε
τὴν Ὑπατία τὴν ἄτρομην Ἰδέα τὴν ἀστρομάτα,
τὴ σφάζουμε, τὴ χιλιοκομματιάζουμε,
καὶ – ὦ λύσσα! – τὰ κομμάτια της τὰ ρίχνουμε στὴ στράτα.

***
Ἡ βέργα τοῦ Ζωΐλου

Στὴν πλάση, ἀπὸ τῆς θάλασσας τὴ μάνητα
ὡς τὸν τριγμὸ τοῦ σαρακιοῦ, κι ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ὡς τὸ χνούδι,
καὶ μέσα στὰ βουβὰ καὶ μέσ᾿ στ᾿ ἀσίγητα,
στὰ πάντα δυσκολόβρετο κοιμᾶται ἕνα τραγούδι.
Καὶ τὸ τραγούδι τὸ ξυπνᾶνε οἱ Ὅμηροι,
σάρκα τοῦ δίνουν, ψυχή, φῶς, τὸ κάνουν πλάσμα καὶ ἄστρο,
κ᾿ ὕστερα ἐσεῖς, κιθάρες δρόμο δόστε του!
Μὲ τὸ τραγούδι ὑψώνεται τῆς Πολιτείας τὸ κάστρο,
μέσ᾿ στὸ τραγούδι ὁ Νόμος πρωτοβλάστησε,
κι ἀπὸ τῆς λύρας τὰ ὄνειρα τὰ ἔργα τὰ μεγάλα
οἱ δόξες τῶν ἐθνῶν τῶν κοσμοξάκουστων
κρατοῦνε πρωτοβύζαχτο τοῦ τραγουδιοῦ τὸ γάλα.
Γιὰ τοῦτο πλάστες καὶ προφῆτες οἱ Ὅμηροι,
ἀταίριαστοι, ἀδασκάλευτοι, ἄκακοι, ξένοι, ὡραῖοι
μέσα στὴ θεία τους γλώσσα τὴν ἀγράμματη
Ἡρώων ἀλαλάζει λαός, μιᾶς μάννας καρδιὰ κλαίει.
Μέσα στὴ θεία τους γλώσσα τὴν ἀγράμματη
μὲ πρόσωπο Πεντάμορφης εἶναι γραμμέν᾿ ἡ Ἰδέα,
ζωές, ἀλήθειες, πάθια, λαχταρίσματα,
κι ὅλα ὅσα λέτε, ἀστόχαστοι καὶ ἀνίδεοι, χυδαῖα!
Γιὰ τοῦτο καταριέστε τὸ τραγούδι τους,
ποὺ ρέει γοργὰ μὲ τὰ νερὰ ψηλάθε τὰ καθάρια,
ἐσεῖς, τοῦ Ξεπεσμοῦ λουλούδια ἀτίμητα
σᾶς ἔχει ὁ νοῦς ἀπόπαιδα κ᾿ ἡ ἀσκημιὰ βλαστάρια!
Γιὰ τοῦτο, ἂν κάνουν οἱ Ὅμηροι νὰ τρέμετε,
τρομάρα τοῦ ἀνεμόδαρτου στὸ δέντρο ἀπάνω φύλλου,
τῶν Ὁμήρων τους ἴσκιους δὲν τοὺς τρέμετε.
Κι αὐτοὺς χτυπᾶτε, παίρνοντας τὴ βέργα τοῦ Ζωίλου!

***
Ὁ ποιητής

Μόνος. Ἕν᾿ ἄδειο ἀπέραντο τριγύρω μου,
καὶ μιᾶς πολέμιας χλαλοῆς ἀσώπαστη ἡ φοβέρα.
Κι ὅταν ἐκείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπὴ παγώνει πέρα ὡς πέρα.
Μόνος. Μ᾿ ἀρνήθηκαν οἱ σύντροφοι,
κι ἀπὸ τὸ πλάι μου γνωστικὰ τ᾿ ἀδέρφια τραβηχτῆκαν.
Μ᾿ ἔδειξε κάποιος. – Νὰ τος! – Καταπάνω μου
γυναῖκες, ἄντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιὰ ριχτῆκαν.
Τὸ χέρι τὸ ἀκριβὸ τῆς Ὁδηγήτρας μου,
ποὺ μὲ κρατοῦσε, ἀνοίχτηκε πρὸς ἄλλα χάιδια … Μόνος.
Σὲ βάθη μυστικὰ περνοῦνε ἀστράφτοντας
τῶν ἀσκητάδων οἱ χαρές, τοῦ μαρτυρίου ὁ θρόνος.
Φωτιά ῾βαλαν, τὸ κάψανε τὸ σπίτι μου,
καὶ σύντριψαν τὴ λύρα μου μὲ τὴ βαθιὰ ἁρμονία.
Τὴν Πολιτεία δυὸ Λάμιες τὴ ρημάζουνε:
ἡ λύσσα τοῦ καλόγερου, τοῦ δασκάλου ἡ μανία.
Τῆς Πολιτείας ἡ πόρτα κλείστηκε,
μὲ διώξανε, ἔρμος βρέθηκα στὰ ἕρμα μονοπάτια
καὶ τῆς Ἰδέας τῆς ἀστρομάτας, ποὺ ἔσφαξαν
ἀπὸ τὴ στράτα μάζωξα τὰ ὁλόφωτα κομμάτια.
Καὶ τἄσπερνα στὸ διάβα μου, καὶ φύτρωναν
ἐδῶ παράδεισοι, κ᾿ ἐκεῖ βασίλεια, κ᾿ ἐκεῖ πέρα
παλάτια κ᾿ ἐκκλησιὲς καὶ δρακοντόκαστρα.
Κι ὅλα στὴν ἴδια εὐφραίνονταν ἀνύχτωτην ἡμέρα.

1901

Advertisements