Γιώργος Κεντρωτής, τρεις μεταφράσεις ποίησης

by SF

 
PABLO NERUDA

[Η ΣΙΓΑΛΙΑ ΕΙΤΑΝ ΠΡΑΣΙΝΗ…]

Η σιγαλιά είταν πράσινη, το φως μουλιάσει είχε·
κι ο Ιούνιος, μήνας μέγας, έτρεμε σαν πεταλούδα·
κι εσύ, Ματθίλδη, στο βασίλειο έφτασες του Νότου
νερά και πέτρες σπώντας, κόβοντας το μεσημέρι

στα δύο. Κατάφορτη ήρθες με άνθη σιδηρούχα ώς πάνω,
με φύκια που βασάνισε και ξέχασε ο αγέρας·
πλην άσπρα ακόμα, φαγωμένα απ’ το παμφάγο αλάτι,
τα χέρια σου σηκώνανε τα στάχυα απ’ τις αμμούδες.

Τις άμειχτές σου χάρες αγαπώ, το λίθινό σου
λείο δέρμα και τα νύχια που προσφέρεις στων δαχτύλων
τον ήλιο, και το στόμα σου που πλέχει μέσα στη χαρά·

για ’κείνο το σπίτι, όμως, που ’χω χτίσει πλάι στην άβυσσο
το σύστημα να μου χαρίσεις της σιωπής που με πονά,
την τέντα τη θαλασσινή που ξέχασες στις θίνες.

***

 

OCTAVIO PAZ

ΜΟΥΤΡΑ

Σαν μια μητέρα που πολύ αγαπάει, μητέρα τρομερή που πνίγει,
σαν λέαινα εξόχως σιωπηλή και αυθεντικώς ηλιακή,
σαν ένα κύμα που μόνο του είναι όλη η θάλασσα
έφτασ’ αθόρυβα, και στον καθένα μας τη θέση της επήρε σάμπως βασιλιάς,
και οι γυάλινες ημέρες έλυωσαν και σε κάθε στήθος τώρα πια οικοδομείται
θρόνος ακανθών και ανθράκων
και η επικράτειά του είναι ένας επίσημος λόξυγκας, μια συντεθλιμμένη
αναπνοή θεών και ζώων με μάτια διεσταλμένα,
και στόματα γεμάτα έντομα ζέοντα που προφέρουν την ίδια συλλαβή μέρα
και νύχτα, μέρα και νύχτα.
Καλοκαίρι, στόμα αχανές, φωνήεν φτιαγμένο με αχνούς και λαχανιάσματα!

Τούτη η μέρα η πληγωμένη του θανάτου που έρπει κατά μήκος του χρόνου
δίχως ποτέ να φτάνει να πεθάνει,
και η μέρα η επόμενη που ήδη σκαλίζει την ουδέτερη χώρα του όρθρου,
και οι άλλες που περιμένουν την ώρα τους στους στάβλους μέσα τους
τεράστιους του έτους,
τούτη η μέρα και τα τέσσερα κουτάβια της, το πρωί με την κρυστάλλινη
ουρά του και το μεσημέρι το μονόφθαλμο,
το μεσημέρι που το ρούφηξε το φως του, θρονιασμένο για τα καλά στο
μεγαλείο του,
το βράδυ πλούσιο σε πουλιά και η νύχτα με τα ολόλαμπρά της άστρα
οπλισμένα και όντας στα μαχαίρια με ό,τι είναι ακραιφνώς λευκό,
τούτη η μέρα και οι παρουσίες που αίρει ή καθαιρεί ο ήλιος με ένα εκεί
των φτερών του απλό άνοιγμα:
το κορίτσι που βγαίνει στο δρόμο και είναι ρυάκι ήρεμης δροσιάς,
ο ζητιάνος που σηκώνεται σαν κοκαλιάρα προσευχή, σωρός σκουπιδιών
και ένρινων ασμάτων,
οι κόκκινες βουκαμβίλιες μαύρες απ’ το σκοτεινό τού κόκκινου,
μαυρισμένες απ’ το τόσο μαζεμένο ολόγυρα γαλάζιο,
οι γυναίκες χτίστριες που κουβαλάνε μια πέτρα στο κεφάλι σαν να
σηκώνουνε σβησμένον ήλιο,
η πεντάμορφη μες στη σπηλιά της με τους σταλακτίτες και ο ήχος
απ’ τα βραχιόλια της με τους σκορπιούς,
ο άντρας σκεπασμένος με τέφρα που λατρεύει τον φαλλό, στις κοπριές
και στο νερό,
οι μουσικοί που ξεριζώνουν σπίθες απ’ τη ροδαυγή και κάνουνε να
πέφτει πάνω στα χώματα η αέρινη του χορού τρικυμία,
το κολάρο των σπινθήρων, οι ηλεκτρικές γιρλάντες στην ισορροπία
του μεσονυκτίου,
τα άυπνα παιδάκια που ξεψειρίζουνε το φως του φεγγαριού,
οι πατεράδες και οι μανάδες με τα οικογενειακά τους κοπάδια και τα
κτήνη τους τα κοιμώμενα και με απολιθωμένους όλους τους θεούς
τους εδώ και χίλια χρόνια,
οι πεταλούδες, τα γεράκια, τα ερπετά, οι πίθηκοι, οι αγελάδες, τα έντομα
που μοιάζουν παραλήρημα,
όλη τούτη η μακριά ημέρα, με το φοβερό φορτίο της από όντα και
πράγματα, που εξωκέλλει αργά-αργά στον χρόνο τον ακίνητο.

Όλοι μας πέφτουμε με την ημέρα, όλοι μας μπαίνουμε στο τούνελ,
διασχίζουμε ατέλειωτους διαδρόμους, και οι τοίχοι τους από στερεόν
φτιαγμένοι αέρα κλείνουνε πίσω μας,
έγκλειστοι στον εαυτό μας, και σε κάθε βήμα το ανθρώπινο ζώο
αγκομαχεί και πέφτει πίστομα,
πέφτουμε ανάσκελα, πάμε κατά πίσω, το ζώο χάνει μέλλον σε
κάθε του βήμα,
και ό,τι ορθωμένο και σκληρό και οστεώδες μέσα μας υποχωρεί στο
τέλος πέφτοντας με όλο του το βάρος μέσα στη μητέρα χοάνη.
εντός μου συνωστίζομαι, στον ίδιο μου εντός τον εαυτό πιέζω τον
εαυτό μου, και όπως συνωστίζομαι, έτσι και ξεχειλίζω,
εκτείνομαι και απλώνομαι, γεμίζοντας και χύνοντας ό,τι είναι πλήρες,
δεν υπάρχει ίλιγγος ούτε καθρέφτης ούτε ναυτία φάτσα στον καθρέφτη,
δεν υπάρχει πτώση,
μόνο μια υπόσταση, υπόσταση ξέχειλη, γεμάτη ώς πάνω-πάνω,
υπόσταση άθυρμα:
όχι σαν τόξο που καμπυλώνεται και γίνεται διπλό το βέλος να τινάξει
και να βρει τον στόχο ακριβώς στο κέντρο του,
ούτε σαν το στήθος που το περιμένει και όπου η προσδοκία έχει κιόλας
σχεδιάσει την πληγή,
ούτε συγκεντρωμένοι ούτε εν εκστάσει διατελούντες, αλλά,
σκαλί-σκαλί κατρακυλώντας και χύνοντας νερά, γυρνάμε πίσω
και ξανά στις απαρχές.
Και το κεφάλι γέρνει πέφτοντας στο στήθος πάνω και το σώμα πέφτει
πάνω στο σώμα χωρίς να συναντάει το τέρμα του, το σώμα το ύστατο.
Όχι, άδραξε την έσχατη εικόνα: αγκυροβόλησε το ον και φύτεψ’ το
στο βράχο, του κεραυνού κρηπίδα κάν’ το!
Υπάρχουν πέτρες που δεν υποχωρούν, πέτρες φτιαγμένες από χρόνο,
χρόνος φτιαγμένος από πέτρα, αιώνες που είναι κίονες,
Κονγκρέσα που ψέλνουν ύμνους πέτρινους,
πίδακες αχάτινοι, κήποι οψιδιανοί, πύργοι μαρμάρινοι, κάλλος
ύπατο οπλισμένο, αντίπαλο στον χρόνο.
Μια μέρα βούρτσισε απ’ το χέρι μου όλο τούτο το κατορθωμένο κλέος.
Αλλά και οι πέτρες έχασαν τη βάση τους, και οι πέτρες, ναι, ακόμα και
αυτές οι πέτρες είναι εικόνες,
και πέφτουν και σκορπίζονται και συγχέονται και κυλάνε με τον
ποταμό που ρέει αενάως.
Οι πέτρες συνιστούν και αυτές ό,τι είναι ο ποταμός.
Πού είναι ο άνθρωπος, αυτός που χορηγεί ζωή στις πέτρες των νεκρών,
αυτός που κάνει να μιλούν και πέτρες και νεκροί;
Της πέτρας τα θεμέλια και της μουσικής,
το εργαστήριο κατόπτρων του λόγου και το κάστρο πυρός του ποιήματος
δένουν τις ρίζες τους στο στήθος μέσα του ανθρώπου, ακουμπάν στο
μέτωπό του: αυτός τα κρατάει, και μάλιστα με το χέρι του μόνο.
Κάτω απ’ τον κρυστάλλινο θώρακα του βράχου αναζήτησα κι εγώ
τον άνθρωπο, επήγα ψηλαφώντας για να βρω το αδιόρατο άνοιγμα:
γεννιόμαστε, και της καρδιάς ο σπαραγμός είναι έν’ απλό γρατζούνισμα,
και ποτέ δεν γιατρεύεται, και καίει, και είναι έν’ αστέρι που πάντα
σπαταλάει το ίδιο του το φως,
ποτέ δεν κλείνει η μικρούλα αυτή πληγή και ποτέ δεν σβήνει το σημάδι
του αίματος, κι από τούτη εδώ την πύλη κατεβαίνουμε
στο σκότος άπαντες.
Και ο άνθρωπος ακόμα ρέει, και ο άνθρωπος ακόμα πέφτει, και είναι
και αυτός μια εικόνα που εξαφανίζεται, που σβήνει.

Δεξαμενές ληθάργου, φύκια θημωνιές, καταρράχτες μελισσών πάνω
από μισόκλειστα μάτια,
πανδαισία άμμων, ώρες μασημένες, εικόνες μασημένες, ζωή μασημένη
αιώνες,
χωρίς κάποιαν άλλη ύπαρξη πάρεξ την εκστατική εκείνη σύγχυση που
διαπλέει τα κοιμώμενα ύδατα,
νερό ματιών, νερό στομάτων, νερό γαμήλιο βαφτισμένο στον διαλογισμό,
νερό αιμομικτικό,
νερό θεών, θεών συνουσία, νερό άστρων και ερπετών, δάση νερού
σωμάτων κεκαυμένων,
κάλλος της πληρότητας, της πλησμονής που ξεχειλίζει εντός του, δεν
είμαστε, δεν θέλω να είμαι
Θεός, δεν θέλω να με βρίσκουν ψάχνοντας ψηλαφητά, δεν θέλω να
επιστρέψω πουθενά, είμαι άνθρωπος, και ο άνθρωπος είναι
ο άνθρωπος, όποιος πήδηξε στο κενό και τίποτα πια δεν τον κρατάει
παρά μόνο τα φτερά του,
όποιος έφυγε απ’ τη μάνα του, ο εξορισθείς, ο άρριζος, ο δίχως ουρανό
και γη, ο δίχως γέφυρα, τόξο
τανυσμένο πάνω από το τίποτα, ο δεμένος με τον ίδιο του τον εαυτό και
ο που εν τούτοις στα δύο εσχίσθηκε από τότε που γεννήθηκε, παλεύοντας
ενάντια στον ίσκιο του, πάντα τρέχοντας ξοπίσω του, αδέξιος,
εξαντλημένος, χωρίς ποτέ να φτάνει ίσαμε τον εαυτό του,
ο καταδικασμένος από την ώρα που γεννήθηκε, διυλιστής του χρόνου,
βασιλιάς του εαυτού του, γιός των έργων του.
Εκσφενδονίζονται οι έσχατες εικόνες, και ο ποταμός ο μαύρος
πλημμυρίζει ολομεμιάς τη συνείδηση.

Η νύχτα διπλώνει τη μέση της, υποχωρεί η ψυχή, πέφτουν αρμαθιές
ωρών συγκεχυμένων, πέφτει ο άνθρωπος
σαν άστρο, πέφτουν αρμαθιές αστέρων, σαν τον υπερώριμο καρπό
πέφτει, καταρρέει ο κόσμος και όλοι οι ήλιοι του.
Στο μέτωπό μου όμως αγρυπνούν η εφηβεία και οι εικόνες της, ο μόνος
θησαυρός που δεν εχαραμίστηκε:
Πλοία πυρπολημένα σε θάλασσες που δεν έχουνε ακόμη όνομα, και κάθε
κύμα έρχεται και δέρνει τη μνήμη με αναμνήσεων θύελλες
(γλυκό νερό στις στέρνες των νησιών, το γλυκό νερό των γυναικών, και οι
φωνές τους να ηχούν τη νύχτα σαν πολλά ρυάκια που ενώνονται μαζί,
η θέαινα των πράσινων ματιών και των ανθρωπείων λόγων που φύτεψε
στα στήθη μας τις λογικές της σαν ωραία λιτανεία με ακόντια,
ο ήρεμος αναστοχασμός κοιτάζοντας μια σφαίρα γυάλινη που την κατάπιε
ο εαυτός της σαν άγανο σταχυού, πλην όμως αδύνατη, τέλεια, επαρκής,
ο στοχασμός των αριθμών που ενώνονται σαν νότες ή σαν εραστές,
το σύμπαν όκωσπερ τόξου και λύρης και η γεωμετρία νικήτρια θεών, η
μόνη κατοικία που αρμόζει στον άνθρωπο!)
και η πόλη με τα τείχη τα ψηλά που αστραποβολάει στον κάμπο ώσπερ
αδάμας που τα λοίσθια πνέει
και οι κατεδαφισμένοι πυργίσκοι και ο υπερασπιστής βιγλάτορας στη γη
και στις αχνίζουσες αίθουσες ο βασιλικός θησαυρός των γυναικών
και το επιτάφιο του ήρωα που κόλλησε στο λαιμό του φαραγγιού σαν
αμφίστομη σπάθη
και το ποίημα που σηκώνεται και σκεπάζει και με τα δυό του τα φτερά
την αγκαλιά της νύχτας και της μέρας
και το δέντρο του εκφερόμενου λόγου φυτεμένο ανδροπρεπώς στη
μέση της πλατείας
και η δικαιοσύνη στον ελεύθερον αέρα ενός λαού που ζυγίζει κάθε
πράξη στο καντάρι μιας ψυχής ευαίσθητης στο βάρος του φωτός,
πράξεις, πυρές πανύψηλες που άναψε και καίει η ιστορία!
Κάτω απ’ τα μαύρα ερείπιά της καθεύδει η αλήθεια η οικοδομήσασα τα
έργα: ο άνθρωπος είναι άνθρωπος όντας μόνον μεταξύ ανθρώπων.
Βυθίζω το χέρι μου και πιάνω τον πυρακτωμένο σπόρο και το φυτό στη
δική μου ουσία: πρέπει να ανεβεί και να μεγαλώσει μια ημέρα.

Δελχί 1952

***
VÍTĚZSLAV NEZVAL (1900-1958)

ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ

Πόσο με γοητεύουν τα ιδιαίτερα πλάσματα που δεν έχουνε όνομα
Η ιστορία τους είναι σαν το Γιβραλτάρ τόσο απλή
Είναι εξώγαμα της πραγματικότητας και του ανέμου που αλήτευε κάτω εκεί στην Αφρική
Λέγοντας συνέχεια και συνέχεια τα πατερημά του

Μια νύχτα αποπνιχτική τέλη Ιουνίου του 1935
Βρέθηκα έξω από τους Κήπους να περπατώ του Λουξεμβούργου
Είχανε απ’ ώρα ήδη σημάνει οι δώδεκα
Και οι δρόμοι είσαν εντελώς αδειανοί
Σαν τις εμπορικές αμαξοστοιχίες και έρημοι σαν την Τετάρτη των Τεφρών
Δεν σκεφτόμουν τίποτα
Και ούτε επιθυμούσα τίποτα
Δεν επιθυμούσα δε τίποτα και δεν με βίαζε απολύτως τίποτα και από πουθενά και τίποτα μα τίποτα δεν με ανησυχούσε καθόλου
Περπάταγα κανονικά σαν άνθρωπος που δεν διαθέτει μνήμη
Σαν άνθρωπος-κουτί
Περπάταγα σαν κι εκείνους τους γέρους που δεν έχουνε πια καμμία ανάγκη να πάνε για ύπνο

Δεν ξέρω τί έγινε εντελώς ξαφνικά και απροσδόκητα και μου το εθύμισε ο αναστεναγμός μου
Αλλά των Κήπων του Λουξεμβούργου τα δέντρα είχανε παντού γεμίσει άσπρες ταινίες
Κι εκοίταζα εκείνες τις χάρτινες μάζες
Μέσα απ’ το σιδερένιο κιγκλίδωμα
Ίσως μάλιστα μπορεί και να σιγανοτραγουδούσα

Κι αυτό είν’ όλο κι όλο
Των Παρισίων η πόλις πουλημένη σα σκλάβα
Εστριφογύριζε εδώ κι εκεί σαν νά ’ταν λεία και θήραμα της τρέλας

Ω Παρίσι με τις γέφυρές σου και με ό,τι τέλος πάντων σε δένει με τούτες
Πράγα Παρίσι Λένινγκραντ και όλες οι άλλες εσείς πόλεις ω που έχω περπατήσει
Τούτο βλέπω εδώ το κοπάδι των δεσμίων γυναικών
Που και πνιγμένο ακόμα διαλάμπει στον ανοιχτό επάνω ουρανό
Σαν τα βραχιόλια τους όπου περνοδιαβαίνει αργά-αργά το πλήθος
Ω πόλη των γεφυρών
Εγώ βλέπω μία πόλη μία και μοναδική
Να τη διασχίζει ο Σηκουάνας ο Νέβας και ο Μολδάβας
Κι εκεί νά ’ναι απλώς ένα ρυάκι όπου πάνε και πλένουνε οι ντόπιες τη μπουγάδα τους
Το ρυάκι ακριβώς εκείνο δίπλα στο οποίο διαβιώ και ζω εγώ

Παράθυρα
Από ’να τους μπαίνει στην κάμαρά μου μέσα εμένα τη δική μου το άγαλμα της Πλατείας του Πανθέου
Το δεύτερο βλέπει κατ’ ευθείαν στη Γέφυρα Καρόλου
Από μπροστά απ’ το τρίτο περνάει η Λεωφόρος Νιέφσκη
Αλλά εκεί υπάρχουν και άλλα παράθυρα

Πόσο μ’ αρέσουνε τα χωνάκια στα καταστήματα εδωδίμων και αποικιακών δε λέγεται
Το μυστικό που κρύβουν μού είναι ακόμη άγνωστο
Μου θυμίζουνε πάντως μι’ άδεια κάμαρα
Και στοίβες με πουκάμισα
Ένα πηγάδι που φυλάει το κοινό μνήμα γυναικών δίχως όνομα
Γνωρίζω το δάσος όπου κάτω από της πλατομαντηλίδας το φύλλο συντηρείται το στήθος κάποιας παιδίσκης
Ένας σταυρός από κασσίτερο με κάτασπρους τους βραχίονές του
Και ένα ντιβάνι με στρώμα που ζέχνει ιωδοφόρμιο

Και ποιά να είσαι αλήθεια εσύ που πάντα βλέπω ότι έχεις της ραπτομηχανής όλα τα γνωρίσματα;
Το βράδυ για το οποίο κάνω εδώ τώρα εγώ λόγο η Λεωφόρος Μονπαρνάς είταν ολόφτυστη εσύ
Καθόμουν λίγη ώρα πιο μπροστά στο Café du Dôme
Παρατηρούσα τον διάκοσμο κάποιου μεγάρου στο ύψος πές τού πέμπτου ορόφου
Και μου φαινότανε ότι χιόνιζε
Με το μυαλό μου συμμετείχα στην τελευταία νύχτα του αγίου Σιλβέστρου κατά το ημερολόγιο του δέκατου ένατου αιώνα
Κάτω από ένα δέντρο κατάφορτο τραγούδια είτανε σταματημένο ένα μόνιππο
Ανώφελα εγύρεψα να βρω τα ίχνη του σπιτιού όπου υπήρχε η ραπτομηχανή να πάρω απ’ τα μασούρια της ένα κομμάτι νήμα
Κι έπειτα συνέχισα κατευθυνόμενος προς τους Κήπους που λέγαμε πριν του Λουξεμβούργου

Τί ωραία των κηπουρών εκεί η συνήθεια να φυλάνε τους καρπούς πάνω στα δέντρα τυλίγοντάς τους με κάτι μικρά σακουλάκια
Έτσι όπως ακριβώς κι εσείς σκεπάζετε με τα πουκάμισά σας τα γυμνά σας στήθη
Τα όμορφα σαν σκάφη γυρισμένη του πλυσίματος ανάσκελα σ’ ένα σπίτι μέσα που ’χει πένθος
Τα όμορφα σαν βελόνα στον κορμό μιάς σημύδας όπου έχουνε χαράξει κάποια ημερομηνία
Τα όμορφα σαν τον κάλυκας μιάς παπαρούνας μαδημένης από κάποια τυχαία καμπάνα
Τα όμορφα σαν παπούτσι που σε μιά πλημμύρα παραπλέει ένα παράθυρο με μία λάμπα πετρελαίου
Τα όμορφα σαν σωρός ξύλα με μιά πεταλούδα πάνω-πάνω
Τα όμορφα σαν μήλο στο φούρνο του χιονιού
Τα όμορφα σαν την άκρη του κρεβατιού που χτυπήθηκε από ’να αστροπελέκι σφαιροειδές
Τα όμορφα σαν κουρελάκι βουλιαγμένο μες στις φλόγες
Τα όμορφα σαν κουλουράκι τα μεσάνυχτα στο πεζοδρόμιο
Τα όμορφα σαν μπουμπούκι στον τοίχο ενός μοναστηριού
Τα όμορφα σαν θησαυρός μέσα σε ανθογυάλι
Τα όμορφα σαν τραπεζάκι τρίποδο που γράφει κάτι σε μιά πύλη
Τα όμορφα σαν μικρή κορώνα στο πολύγωνο ενός στόχου
Τα όμορφα σαν τα ψαλίδια που κόβουν το φιτίλι της λαμπάδας
Τα όμορφα σαν δάκρυ στα μάτια
Τα όμορφα σαν τριχοειδές ελατήριο ωρολογίου στο αφτί ενός αλόγου
Τα όμορφα σαν διαμάντι στο όπλο ενός κοντοτιέρου
Τα όμορφα σαν το σημάδι των δοντιών στη σάρκα ενός μήλου
Τα όμορφα σαν τα δέντρα στους Κήπους εκεί του Λουξεμβούργου    τυλιγμένα με κάτι γάζες λινές κολλαρισμένες

***

Μετάφραση ποιημάτων© Γιώργος Κεντρωτής – Ιστότοπος
photo©André Kertész,1943

Advertisements