Χάρης Γαντζούδης, Το θαύμα των γενεθλίων…

by SF

Η Ειρήνη διέσχιζε την Ερμού προσπαθώντας να τσεκάρει τη λίστα που είχε φτιάξει στο μυαλό της, ώστε να μην ξεχάσει τίποτα. Ήθελε το αποψινό πάρτι να μείνει αξέχαστο τόσο στην ίδια όσο και στους καλεσμένους της. Ο βροχερός καιρός τη δυσκόλευε με τα ψώνια αλλά είχε αποφασίσει να μην αφήσει τίποτα να της χαλάσει τη διάθεση.

  Περνώντας έξω από ένα κοσμηματοπωλείο, είδε τα σκουλαρίκια που της είχε υποσχεθεί να της τα κάνει δώρο ο Άρης, αλλά αντί γι’ αυτό της έκανε δώρο την παράλληλη σχέση του με την Αμάντα , τη γραμματέα του. Της το ξεφούρνισε λίγο πριν τυπώσουν τα προσκλητήρια του γάμου τους. Το έκλεισε στο βελούδινο κουτί της αδυναμίας «Δεν μπορούσα να το ελέγξω», το τύλιξε με το πολύχρωμο χαρτί του «Εγώ φταίω για όλα», το στόλισε με την κορδέλα της «Συγνώμης» και της το πρόσφερε το βράδυ που, μετά από πέντε χρόνια σχέσης, είχε αποφασίσει να την εγκαταλείψει κι εκείνη εγκατέλειψε τον εαυτό της.
  Κλείστηκε στο σπίτι, παραιτήθηκε από το μεσιτικό γραφείο και αφέθηκε στη θλίψη της. Δεν έβλεπε κανέναν. Το μοναδικό σημάδι ότι η ζωή συνεχιζόταν εκεί έξω ήταν το λιγοστό φως που τρύπωνε στο διαμέρισμα από τα ξύλινα πατζούρια. Σήμερα όμως είχε τα γενέθλια της και το είδε σαν αφορμή να πάει παρακάτω. Να κάνει μια καινούργια αρχή. Έστειλε μήνυμα σε όλους τους φίλους της που είχε να δει πολύ καιρό και ήταν έτοιμη να γιορτάσει μαζί τους το νέο της ξεκίνημα. Το είχε ανάγκη.
  Όταν βγήκε από το κοσμηματοπωλείο η βροχή είχε δυναμώσει. Κοίταξε το ρολόι της. Κόντευε μεσημέρι. Μπήκε σε ένα ταξί και παροτρύνοντας τον οδηγό να κάνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, γύρισε σπίτι.
  Καθώς γύριζε το κλειδί στην πόρτα ο Αντώνης έβγαινε από το διπλανό διαμέρισμα.
  «Γεια, θες βοήθεια;» τη ρώτησε εκείνος όταν την είδε φορτωμένη με τα ψώνια.
  «Όχι. Τα καταφέρνω, σε ευχαριστώ. Στο θέατρο πας;»
  «Ναι, έχουμε διπλή σήμερα». Ο Αντώνης ήταν ηθοποιός. Λίγο καιρό πριν δούλευε ως σερβιτόρος σε καφετέρια του Κολωνακίου και έκανε κάποια διαφημιστικά στην τηλεόραση. Τους τελευταίους δύο μήνες όμως του έκατσε δουλειά στο θέατρο και μάλιστα σε σοβαρό θίασο.
  «Τι ώρα τελειώνεις;» τον ρώτησε εκείνη.
  «Γύρω στις δώδεκα»
  «Αν θες μετά πέρνα από το σπίτι. Έχω τα γενέθλιά μου σήμερα και θα κάνω ένα μικρό πάρτι». Αφού της ευχήθηκε της υποσχέθηκε ότι θα προσπαθήσει, αν και δεν μπορούσε να κρύψει την έκπληξή του καθώς μέχρι τότε δεν τον είχε καλέσει ποτέ στο σπίτι της.
  Διόρθωνε το μακιγιάζ της όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Οι γονείς της χαρούμενοι που η κόρη τους είχε αποφασίσει να τα αφήσει όλα πίσω και να πάει παρακάτω, της έδωσαν τις πιο θερμές ευχές τους.  Ο πατέρας της άρχισε να θυμάται τα παιδικά πάρτι που της έκαναν εκείνη τη μέρα στο πατρικό της στη Θεσσαλονίκη. Όλο το σπίτι γέμιζε χαρούμενες φωνές και μελωδίες, ενώ, πριν κλείσει το τηλέφωνο, η μητέρα της, δεν παρέλειψε να της θυμίσει πως είναι καιρός να ξαναφτιάξει τη ζωή της για να προλάβει και αυτή να δει κανένα εγγόνι.
  «Εγώ στα τριάντα πέντε μου είχα και εσένα και τον αδερφό σου και τρίτο θα έκανα αν μπορούσα…»
  «Όταν έρθει η ώρα θα γίνει και αυτό» την διέκοψε η Ειρήνη που είχε βαρεθεί να ακούει τα ίδια και τα ίδια.
  Όλα ήταν έτοιμα. Τα φαγητά είχαν πάρει τη θέση τους στο μπουφέ, η τούρτα σοκολάτας πάγωνε στο ψυγείο, μαζί με το κόκκινο κρασί που είχε επιλέξει για τους καλεσμένους της. Όμως μια ανησυχία άρχισε να την κυριεύει όταν είδε πως είχε πάει εννιά και κανένας από τους καλεσμένους της δεν είχε φανεί.
  «Όπου να’ ναι θα έρθουν» μονολογούσε φωναχτά, προσπαθώντας να καταλαγιάσει τη θύελλα που είχε ξεσπάσει στο μυαλό της.
  Οι ώρες περνούσαν. Οι δείκτες του ρολογιού έτρεχαν σαν δαιμονισμένοι ενώ ο ρυθμικός ήχος του εκκρεμούς μετρούσε τη ζωή της. Κάθε τόσο κοιτούσε την οθόνη του κινητού της μπας και δεν είχε προσέξει κάποιο μήνυμα. Έψαχνε απεγνωσμένα κάτι που θα άλλαζε τη ροή της ημέρας. Δύσκολο. Σε λιγότερο από μια ώρα τα γενέθλιά της θα περνούσαν στο παρελθόν.
  Τράβηξε τα σκουλαρίκια από τα αυτιά της και τα πέταξε με οργή στο πάτωμα. Ξέπιασε τα μαλλιά της, αφήνοντάς τα να πέσουν στους ώμους της. Πλέον ήταν σίγουρη. Κανείς δεν θα ερχόταν. Η πολύμηνη απομόνωση, μετά από το χωρισμό της από τον Άρη, ήταν αρκετοί για να την ξεχάσουν όλοι.
  Έβγαλε την τούρτα από το ψυγείο και την άφησε πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Πλησίασε το παράθυρο και άρχισε να παρατηρεί τη βροχή που χτυπούσε πάνω στο τζάμι, δημιουργώντας περίεργα σχήματα. Τότε διαπίστωσε πως μαζί με το φως που ερχόταν, έφευγε και κυλούσε μέσα από τις χαραμάδες, όσο εκείνη θρηνούσε για τον χαμένο ερωτά της, κυλούσε και η ζωή των φίλων της.    Κανείς δεν στάθηκε να την περιμένει.
  Γέμισε το ποτήρι της κόκκινο κρασί και κατευθύνθηκε προς τον ολόσωμο καθρέφτη του διαδρόμου. Κοιτούσε επίμονα το πρόσωπό της σαν να το έβλεπε πρώτη φορά. Και αυτές οι ρυτίδες κάτω απ’ τα μάτια, πότε εμφανίστηκαν; Απομακρύνθηκε. Κάθε ματιά που έριχνε στο ίνδαλμα της, της φαίνονταν πως της κλέβει χρόνια.
  Γύρισε στο σαλόνι. Κάθισε στον καναπέ αδιαφορώντας για το εάν θα τσαλακωθεί το φόρεμά της. Η τούρτα σοκολάτας είχε αρχίσει να λιώνει πάνω στο γυάλινο τραπεζάκι. Ρούφηξε μια γουλιά κρασί και πάτησε το play του ραδιόφωνου. Οι χαρούμενες μελωδίες άρχισαν να δίνουν μια άνιση μάχη με τη θλίψη που είχε κατακλείσει το χώρο.

Η ώρα είχε φτάσει. Χαμήλωσε το φωτισμό και τοποθέτησε το κεράκι στην τούρτα της οποίας το σχήμα είχε αλλοιωθεί. Η φλόγα φώτισε τα υγρά της μάτια. Από τα χείλη της έβγαινε με τρεμάμενη φωνή το γενέθλιο τραγουδάκι λίγο όμως πριν το τέλος, ο ήχος του κουδουνιού την ξάφνιασε. Σηκώθηκε και με νωχελικά βήματα, κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

«Χρόνια Πολλά» της ευχήθηκε ο Αντώνης, προσφέροντάς της μια ανθοδέσμη με κόκκινα τριαντάφυλλα.

  Το επόμενο πρωί την ξύπνησε ο ήχος του κινητού της. Όταν είδε το όνομα της μητέρας της στην οθόνη, το χαμήλωσε και το άφησε στο κομοδίνο. Γύρισε προς τον Αντώνη ο οποίος κοιμόταν δίπλα της. Πρώτη φορά έβλεπε τη γοητεία που εξέπεμπαν τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του. Χαμογέλασε και χώθηκε στην αγκαλιά του.
***
Σύντομο Βιογραφικό:
Ο Χάρης Γαντζούδης γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1985. Ιστορίες του έχουν δημοσιευτεί στο internet [deity.gr, onestory.gr, shortstory.gr, microstory.gr, sodeia.net, ], συμμετείχε στη συλλογή «Tweet _ Stories _ Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες» που κυκλοφόρησε από την ανοιχτή βιβλιοθήκη ενώ το Νοέμβριο του 2012 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο «Οι πρώτες σελίδες» από τις εκδόσεις Σαΐτα.
***

photo©Lee Russel, 1937
Advertisements