Δέσποινα Εμιρζά, Το κρυφό ημερολόγιο του Βίνσεντ

by SF

Τρίτη – Τίποτα σπουδαίο, μόνο πολυλογία στο κεφάλι μου:
Σκοτάδι… Σσσστ! ….. Άκου!.. Το τίποτα.. Να μην σκέφτεσαι τιπ…Μη μου μιλάς!.. Σταμάτα να μου μιλάς! ..Θεωρείς τον εαυτό σου έξυπνο? Όλα αυτά που σκέφτεσαι τα ξέρω.. σε βαρέθηκα…σκάσε! Θέλω να ηρεμήσω στο σκοτάδι, σαν τα ψάρια στο βυθό! Σιωπή!…Είδες μια ψαρούκλα που έπιασα σήμερα; Θα τη βράσω με λαχανικά, καροτάκι – δεν σου αρέσει βραστό που γίνεται τόσο γλυκό, αλλά πρέπει να έχει βιταμίνες, να το φας! Πατάτες να βάλω; Δεν μου πολυαρέσουν. .Θα βάλω. Λαχανάκια; Υπερβάλεις, μου φαίνεται.. Αμάν πια! Ολόκληρο θέμα μια σούπα! ΕΛΕΟΣ! Καλά, καλά, σηκώνομαι, αρκετά κάθισα! Με τσίτωσες πάλι! Άντε, και μόλις φάμε, θα με βοηθήσεις να σκαλίσω το δόντι μου. Λέω να φτιάξουμε κάτι απλό, σκέτο, μια οριζόντια γραμμή ίσως.. Το τσουκάλι θα πέσει.. Πρό-σε-χε! είναι λίγο στραβό.. εεντάξει ,…και νεράκι να βάλω… Όρε μια ψαρούκλα! Νάτο και το εργαλείο μου, προσοχή κόβει.. Θα σε ξεκοιλιάσω καλό μου ψαράκι..

Ένα χάδι θα με ευχαριστούσε, από τη μία πλευρά, από την άλλη με εμποδίζουν τα λέπια. Θα το χαϊδέψω κι άλλο, τι λεία επιφάνεια, σαν να χαϊδεύω το βραχάκι εκείνο δίπλα στο γκρεμό, πάνω από την πηγή του Μιμίρ, που ανάθεμα την ώρα που ξάπλωσα πάνω του, χαρούμενος για την δροσερή του γλίτσα στην πλάτη μου! Πού να φανταστώ ότι ήταν το πράσινό του σάλιο παγίδα; Μία που ξάπλωσα, μία που σακατεύτηκα γλιστρώντας και πέφτοντας στο παρακάτω βραχάκι κι από κει, στον πιο κάτω βράχο, ένα βήμα πριν το γκρεμό.. Τώρα θυμήθηκα από πού έχω τις μελανιές στον γοφό μου…
Θα του πάρω το κεφάλι! Καλύτερα έξω, ακόμα φως έχει..
Πρώτα τα λέπια.. πωπω χαα! κομφετί.. κοίτα παντού λέπια.. κοίτα μη σου μπει στο μάτι. Πιάστο από τα βράγχια με το αριστερό και με το δεξί βάλε στο στέρνο του τα δυό σου δάχτυλα, τράβα βάζοντας και τα νύχια σου στα εντοσθιάκια, κρατώντας κόντρα με τον αντίχειρά σου στην κοιλίτσα του. Χλάπ! Χα Βγήκε, στο έλεγα..
(Το κεφάλι θα το δώσω στον Σλοθ, δωράκι.)
Έτοιμο! Είμαι ο Ornie Mouth, είμαι Βίκινγκ και αυτό θα είναι το γεύμα μου!
Τετάρτη – Ο Βίκινγκ μέσα μου:
Ζω πολύ μακριά από οτιδήποτε, από την άκρη της γης σίγουρα! Το χωριό μου είναι βουνίσιο, αλλά φτάνεις και στη θάλασσα κατεβαίνοντας το μονοπάτι της Χούλντρας.
Ο μύθος της Χούλντρας λέει για ένα σαγηνευτικό γυμνό πλάσμα του δάσους, μια γυναίκα λευκή σαν βαμβάκι, με κόκκινα μαλλιά μακριά και ουρά αγελάδας, που αν την δεις από πίσω είναι κούφια, σαν την κουφάλα γέρικου δέντρου..
Για να ψαρέψεις δηλαδή, πρέπει να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου μη στην πέσει από πουθενά η Χούλντρα και σου ζητάει ανταλλάγματα… Κι έχω κι εσένα να σε σέρνω μαζί μου, με τη γκρίνια σου να μου τρυπάει το νου και την μουρμούρα σου να μου γρουσουζιάζει τη μέρα! Βρε, αει στο γκρεμό από ‘δω!
Στο χωριό δε με συμπαθεί κανείς. Με φωνάζουν τρελό! Τι εννοούν; Μου πετάνε λαχανικά, και σάπια κρέατα, μαζί με τις μύγες. Τα κρέατα τα πετάω, τα λαχανικά τα κρύβω στις τσέπες μου. Δεν είμαι και χαζός! Είμαι πιο έξυπνος κι από το μυαλό μου, με το οποίο βρίσκομαι σε πόλεμο και τσακώνομαι κάθε μέρα τα τελευταία κάμποσα χρόνια -από τη γέννησή μου δηλαδή. Δεν είναι ικανό για τίποτα. Φαντάζεται πράγματα που δεν υπάρχουν και αυτό δεν είναι σωστό. Φαντάζεται χρώματα και μουσική, χορό και γέλια πολλά… μήπως γελάνε μαζί μου; Τρυφερές αγκαλιές και αρώματα. Σκέφτεται μπερδεμένα φωτεινά πράγματα και σκοτεινά και νόημα και έκφραση..
Νάτο πάλι! Μα είναι πράγματα αυτά; Άχρηστο μυαλό, που αντί να πας να κυνηγήσεις Κανά δράκο, αντί να θαλασσοδαρθείς σαν πραγματικός Βίκινγκ, εσύ σκέφτεσαι άσπρα πανιά που ανεμίζοντας χρωματίζουν τον ουρανό και πώς να ανακτήσεις τη μυρωδιά του μύρτιλλου όποτε κι αν θελήσεις..και πώς φτιάχνεται το βαθύ μπλε, και πώς το κίτρινο των χρυσανθέμων; Που αντί να πας να φτιάξεις την αχυρένια σκεπή σου να μη σε πάρει και σε σηκώσει καμιά μέρα ο αέρας, μαζί με το σπίτι σου, εσύ φτιάχνεις καταθλιπτικούς ρυθμούς με τις σταγόνες της βροχής, που μπαίνουν από τα περάσματα της σκεπής και στάζουν πάνω στο κούτελό σου. Και κάθεσαι και βασανίζεσαι! Περίεργε! Άχρηστε!
Ε, εντάξει.. δεν είμαι σαν τους άλλους. Συνήθως κυκλοφορώ με ένα ψαθί στο κεφάλι, λες και ήρθα από άλλο κόσμο. Εξάλλου, νομίζω ότι είμαι αλλεργικός στο σίδερο.
Θα έλεγα ότι μοιάζω με ψαρά, μυρίζω κιόλας. Μα εμένα μου αρέσει. Καλύτερα ψαράς παρά γεωργός. Οι ψαράδες είναι μαχητές στα σίγουρα. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ δυνατό μαχητή, και είμαι αλήθεια, αλλά το μυαλό μου είναι ατίθασο.. εε.. στραβό.. και με βομβαρδίζει με σκέψεις που όμοιες δεν έχω ξανακούσει.. μου σπαταλάει το χρόνο μου με φαντασίες και με εμποδίζει να δείξω στο χωριό πόσο τολμηρός είμαι και πως στις μάχες κι εγώ μπορώ να αφήνω κραυγές με σαφές περιεχόμενο: ARGG..OURG…
Μοναδική μου συντροφιά έχω τον Σλοθ. Κι αυτός με παρατάει και φεύγει καμιά φορά, κυρίως όταν του πετάω ό,τι βρω μπροστά μου. Πάντα όμως έχω λόγο, όπως τότε που είχε ρίξει το πιάτο με τα φραγκοστάφυλα ή τότε που έφαγε ένα μικρό γεράκι. Είχα θυμώσει τόσο πολύ! Δεν τρώμε τα πουλιά Σλοθ! Και ειδικά τα γεράκια! Ο Σλοθ είναι χαδιάρης και μου τη βαράει. Δε ξέρω αν μου αρέσει ή όχι. Έρχεται το κωλόγατο όταν βαριέται ή όταν πεινάει. Κατά τα άλλα με έχει χεσμένο.
Πέμπτη – Με ευθυμεί η σκέψη ενός γάτου..
Νιώθω λίγο καλύτερα, μπορώ να κοιμηθώ..:
Το μυαλό μου φαντάζεται να χαϊδεύω ώρες τη λευκή του γούνα, τις ουλές που του έχω προξενήσει με όλα αυτά τα αντικείμενα που του έχω πετάξει, το τραύμα στο τυφλό του μάτι που απέκτησε μετά από γατοκαβγά… Σκέφτομαι να τον χαϊδεύω και να προσέχω την περίεργη γεωμετρία του προσώπου του… τριγωνικά ζυγωματικά, μικροί λοφίσκοι τ’ αυτιά του και μια πεδιάδα ανάμεσά τους από βελούδο.. το κάνεις «έτσι» σκούρο βελούδο, το κάνεις «αλλιώς» ανοιχτό βελούδο.. Κι αυτή η μύτη!.. χάρακας σωστός, με ένα ροζ νεφράκι για ρουθούνια. Είδες τι μου κάνεις; Πάλι τα ίδια.. Πότε θα σκάσεις επιτέλους; Πότε θα γίνεις φυσιολογικός; Θα σταματήσεις; Πρέπει να σταματήσεις! Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Σε όνειρο; Ξύπνα! Τι να κάνω; Πώς θα βρω τον εαυτό μου; Ποιος θα με βοηθήσει;
Παρασκευή – Μήπως να πήγαινα στο γιατρό;
Μήπως να πήγαινα στο Δρυίδη; Δεν τον πολυσυμπαθώ.. Είναι οστεώδης και κουτσαίνει. Στο χέρι που συνήθως κρύβει πάντα, παίζει δύο σβώλους.. Αν τους πετάξει κάτω, έχω την εντύπωση πως κάτι θα συμβεί απίστευτο. Θα σταματήσει ο χρόνος; Θα πέσει ο ουρανός στη θάλασσα και θα τα κάνει όλα μούσκεμα; Θα λιώσουν οι βράχοι στα βουνά και θα κυλήσουν σαν λάβα και θα μας κάψουν;… αλλά μπορεί και όχι. Μπορεί απλά να είναι το παιδικό του παιχνίδι που δεν μπορεί να αποχωριστεί.. Δε ξέρω, έχει κι ένα βλέμμα πολύ μυστήριο. Το ένα του μάτι έχει ξεφύγει και μπορεί και κοιτάει αλλού όταν το άλλο μάτι κοιτάει εσένα.. Το μάτι αυτό λειτουργεί από μόνο του. Σε κοιτάει ευθεία, μα αν υποψιαστεί πως κάτι κινείται πέρα από το οπτικό του πεδίο, κάνει μια στροφή 92 μοιρών και το καρφώνει χωρίς να το αφήνει. Δύο φορές έχει καρφώσει κι εμένα.
Τη μία ήταν τότε με τη Νέα Σελήνη. Είχα πάρει ένα γουδί και είχα βάλει μέσα 145 μαύρα μούρα, 257 μύρτιλλα, ωραία κυανά ( πιάστηκε η μέση μου να τα μαζεύω). Ήθελα να φτιάξω το χρώμα του ουρανού εκείνη τη βραδιά. Ήθελα να το φυλακίσω πάνω σ’ ένα τίποτα, πάνω σ’ ένα πανί, πάνω μου ίσως; Ήταν ουράνιο βαθύ χρώμα…
Με αστέρια; ναι, ναι με αστέρια στροβιλιστά σαν δίνες νερού.. .
Το φως είχε δύσει και το κρύο μόλις που σε ανατρίχιαζε. Το φεγγάρι έφεγγε σαν θαμπός ήλιος. Κι αυτό το χρώμα του ουρανού δεν ήταν ομοιόμορφο. Με αρρώσταινε.. Το μπλε κυανό, ήθελα να γίνει μωβ κυανό. Γιατί αν μείνει μπλε, μπορεί να γίνει μελανί και μετά μαύρο, όχι γυαλιστερό, μαύρο θαμπό, που σε θολώνει και χάνεσαι τυφλός στη μαυρίλα της ψυχής σου!
Όμως μέσα σου υπάρχει ένας πυρήνας ζεστής ολοζώντανης ενέργειας που θέλει να εκραγεί, να πετάξει ουρλιάζοντας κόντρα στον άνεμο και να δώσει κόκκινο στο μπλε!
Χρειάστηκα 1 παντζάρι, πολύ κόκκινο..
Τα έλιωσα όλα στο γουδί και τα άπλωσα με άγχος στο πρόσωπό μου! Και ιδού! Ευτυχία! Έκρηξη! Ηδονή! Σιντριβάνια αστρικών μωβ στο μεδούλι των οστών μου!
Έτρεξα στο χωριό από φόβο για τη χαρά που ένιωθα, σαν να είχε σημάνει συναγερμός πολέμου! Εκεί ήταν ο Δρυίδης και το περιβόητο μάτι του, που αφού με κάρφωσε, τον ανάγκασε να γυρίσει ολόκληρος προς το μέρος μου.
Σάββατο – Κανείς δε με καταλαβαίνει! Με κοιτάζουν χωρίς να ακούνε αυτά που λέω, με παρατηρούν, με επεξεργάζονται σαν τον τρελό Βικινγκ που κατοικεί στο μυαλό μου:
Την άλλη φορά που με κάρφωσε ο αλλήθωρος, ήταν πάνω στα βράχια. Με κοιτούσε από ψηλά, ενώ ήμουν στο δάσος. Είχα ανέβει σε ένα δέντρο για να ξεριζώσω κάτι σκούρα πράσινα φύλλα που όταν τα κοιτούσες από το έδαφος νόμιζες πως γαργαλούσαν τον ουρανό. Μα δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ψηλά, είχα σκεφτεί όταν τα είδα. Έπρεπε να το διαπιστώσω μόνος μου. Είχα ανέβει τόσο ψηλά που δεν το πίστευα ούτε εγώ ο ίδιος! Ξερίζωσα τα φύλλα και αμέσως η μυρωδιά τους γέμισε τα ρουθούνια μου! Αισθάνθηκα μια νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια.. Αυτή η ευωδιά ήταν τόσο ζαλιστική που έκλεισα τα μάτια και θυμήθηκα πώς με κουνούσε η μάνα μου στην κούνια.. Χαλάρωσα και παραλίγο να πέσω ο ηλίθιος. Κράτησα στη χούφτα μου τα φύλλα και ενθουσιασμένος κατέβηκα από το δέντρο.
Τα φύλλα σήμαιναν τόσα πολλά μαζί, που δεν μπορούσα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.. Ήθελα απλά να μπορούσα κι εγώ να ήμουν τόσο ψηλά, σαν κι αυτά, πάνω σ’ ένα δέντρο θεόρατο, να νιώθω ασφάλεια, να αγγίζω και γη και ουρανό..
Τα φόρεσα. Σκέφτηκα πως ίσως τα φύλλα να με προστάτευαν από τη θλίψη, ίσως να με έκαναν να ξεχάσω την τεράστια μοναξιά, να γελάσω με τον εαυτό μου!
Πήρα τα φύλλα, τα έκανα χίλια κομμάτια, ύψωσα τα χέρια μου και άρχισα να τρέχω ανάποδα, δίπλα στο ποτάμι. Τα φύλλα έφευγαν με τον αέρα, ψηλά, στον κίτρινο ουρανό, δίπλα στον ήλιο, τη ζεστασιά, το φως! Ευτυχισμένος πάλι!
Όμως το μάτι του Δρυίδη με είχε καρφώσει σε τέτοιο βαθμό, που σταμάτησα να τρέχω και να γελάω . Το αισθάνθηκα πάνω μου, σαν ψυχρό σταλακτίτη που κάποιος μου τον κάρφωσε στην πλάτη!
Τι ντροπή!.. έχει δίκιο! Τώρα που το σκέφτομαι, έχει απόλυτο δίκιο! Ντρέπομαι τόσο για μένα.. Έχω τόσες τύψεις, μα πώς φέρομαι έτσι; Πόσες φορές δεν προσπάθησα να γίνω μαχητής; Πού είναι το τσεκουράτο αίμα των Βίκινγκ, αυτή η οργή που τεμαχίζει τους κορμούς των δέντρων στο πέρασμά της; ΑΑΑΧΓΚΟΝΓΚΓΚΓΚΑΓρρρρρ!!!
Ο πόνος δεν υπάρχει! Θα τους δείξω εγώ! Η γραμμή στο δόντι μου θα αποδείξει σε όλους και στον Δρυίδη τι θαρραλέος Βίκινγκ που είμαι! Και την τρίτη φορά γεροαλήθωρε δε θα χρειαστεί να με καρφώσεις! Θα σε αιφνιδιάσω! Θα κάνω τόσο βαθιά τη γραμμή στο δόντι μου, σαν άξιος άγριος πολεμιστής που ετοιμάζεται για την μάχη ! Θα τρομάξεις! Θα τρομάξει και το μάτι σου μαζί με σένα! Χα χα, θα πονέσω τόσο πολύ! Μπορεί και να το ευχαριστηθώ!
Είμαι ο Ornie Mouth, και έχω εξαγριωθεί!!
 
Πήρε το εργαλείο του, μύριζε ψάρι με σίδερο! Το σήκωσε ψηλά! Η λάμψη του είχε σκιές από τα εντόσθια και τα λέπια που καθάριζε! Το κοίταξε καλά και το πλησίασε στο στόμα του! Η αντανάκλαση του εαυτού μου τον αναστάτωσε!
Ποιος είναι αυτός που με κοιτάζει; Δεν είμαι εγώ! Τι θέλει από μένα; Κρατάει μαχαίρι και μου επιτίθεται! Προσπαθεί να με κόψει! Βοήθειααα!!
 
Για να με αποφύγει, πέφτει με την πλάτη πάνω στο τραπέζι, εκείνο σπάει και μαζί με τα ψαροαποφάγια σωριάζεται στο πάτωμα! Είμαι πιο δυνατός! Το χέρι μου πλησιάζει τρέμοντας στο μάγουλό του και με μια απότομη αστραπιαία κίνηση… του κόβω το αυτί!!!!……!
χχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ
……ξημέρωσε; Ο Σλοθ γουργουρίζει δίπλα στο αυτί μου.. μα τι στο καλό; Έχω γεμίσει αίματα, το ίδιο και ο Σλοθ (το κόκκινο του πάει…κόκκινε Σλοθ, ένας κόκκινος Σλοθ!) Το κόκκινο.. Το άσπρο.. Το ροζ…Το κεφάλι μου!.. Πονάει το κεφάλι μου και μέσα και έξω. Κάθε μου σκέψη με χρώμα με πονάει! Πρέπει να δω το Δρυίδη πάση θυσία!
– Καθαρίζω τα αίματα, τυλίγω το αυτί μου με ένα άσπρο πανί και φεύγω πατώντας κατά λάθος την ουρά του Σλοθ.
***
Copyright©Δέσποινα Εμιρζά
Αθήνα 2011-2012
Advertisements