Δημήτρης Ραυτόπουλος, Εμφύλιος και λογοτεχνία

by SF

Εκδόσεις Πατάκη

Περιγραφή:

«Το αίμα μελάνι δεν γίνεται…» Έτσι επιγράφεται ένα από τα δοκίμια που αποτελούν αυτό το βιβλίο. Προτείνεται μια ερωτηματική ανάγνωση συγγραφέων και έργων που αναφέρονται στον εμφύλιο πόλεμο ή, ευρύτερα, στον μνημονικό και τον ανθρωπολογικό του ορίζοντα.
Ακήρυκτος, χωρίς καταστατικό και χωρίς συνθήκη ειρήνης, αυτός ο πόλεμος των συναυτουργών μας άφησε κληρονομιά αίματος, βίας, παντοειδών ερειπίων και αρνητικών κοινωνικών αυτοματισμών. Σε αντίθεση με την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες, που ασχολούνται με τις υπερατομικές όψεις των φαινομένων, σε μακροσκοπική θεώρηση ή γενίκευση, η λογοτεχνία επαναφέρει στον συγκεκριμένο άνθρωπο, στη μοναδικότητα μέσα στην ιστορικότητά του.
Αποσπώμενα από την ακολουθία της παράνοιας και της λοβοτομίας μιας εποχής, τα έργα δεν είπαν ίσως την τελευταία τους λέξη. Η κριτική τα ξαναρωτάει, ψάχνοντας κι αυτή τη δική της.
Περιλαμβάνονται 23 δοκίμια για τη λογοτεχνία του εμφυλίου πολέμου, όπου εξετάζονται ιδιαίτερα τα έργα 17 πεζογράφων και ποιητών:
Γιάννη Μανούσακα, Δημήτρη Χατζή, Στρατή Τσίρκα, Αντρέα Φραγκιά, Άρη Αλεξάνδρου, Θανάση Βαλτινού, Αλέξανδρου Κοτζιά, Μ. Καραγάτση, Μάριου Χάκκα, Ρέας Γαλανάκη, Τάσου Γουδέλη, Μισέλ Φάις, Δημήτρη Πετσετίδη, Τάσου Λειβαδίτη, Τίτου Πατρίκιου, Μανώλη Φουρτούνη, Χρίστου Ρουμελιωτάκη
Επίσης: Πεζογραφία του Εμφυλίου, «Ποίηση της ήττας», Ποίηση του Δεκέμβρη 1944.

Κριτική

«Ορφικές καταβάσεις» στην εμπειρία του εμφυλίου
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Του Αριστοτέλη Σαίνη

Ο Εμφύλιος ρίχνει και πάλι τη βαριά σκιά του στην ελληνική πεζογραφία: αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς το «Χορεύουν οι ελέφαντες» (Μεταίχμιο) της Σοφίας Νικολαϊδου, το «Χαστουκόδεντρο» (Τόπος) του Άρη Μαραγκόπουλου ή την «Πιο κρυφή πληγή» (Ίκαρος) του Βαγγέλη Ραπτόπουλου.
Η τελευταία μάχη μπορεί να τέλειωσε επίσημα τον Αύγουστο του 1949, ωστόσο η λογοτεχνία για τον Εθνικό διχασμό και τις συνέπειες του καλά κρατεί, δοκιμάζοντας τις αναγνωστικές μας αντοχές και τις κριτικές μας ικανότητες.
Οι τελευταίες είναι δεδομένες στην περίπτωση του Δημήτρη Ραυτόπουλου και αποδεικνύονται εκ νέου στο καινούργιο του βιβλίο, μία συναγωγή κριτικών άρθρων για τις λογοτεχνικές αποτυπώσεις της εμπειρίας του Εμφυλίου, το άνυσμα της οποίας υπερβαίνει την «εκρηκτική εικοσαετία» (1949-1967) και φτάνει στο σήμερα.
Σε μια εποχή που η λογοτεχνία, ολοένα βυθιζόμενη στο παρελθόν, ζητά τη δική της αλήθεια για το εδώ και τώρα, καθώς ο κοχλίας της Ιστορίας κλυδωνίζεται βίαια εκ νέου και η επίσημη Ιστοριογραφία τελεί (;) υπό καθεστώς «σύγχυσης» από τις επιθέσεις του «αναθεωρητισμού», ο Ραπτόπουλος συνεχίζει ψύχραιμα και έξω από ιδεολογικά χαρακώματα ή στερεότυπα να διαβάζει μια «κρίσιμη», για την ανθρώπινη αυτεπίγνωση και την εθνική μας αυτοσυνείδηση, λογοτεχνία.
Τα κριτικά εργαλεία του Ραυτόπουλου στρατευμένα αλλά όχι ιδεολογικά αγκυλωμένα, πολεμικά αλλά και ανεξίθρησκα, δοκιμασμένα τέλος για χρόνια στη συγχρονική κριτική –αρχικά στις σελίδες της «Επιθεώρησης Τέχνης» (1954-1967)- συνεχίζουν να εξελίσσονται και να παρακολουθούν, πιο ευκαιριακά τώρα, αλλά εξίσου καίρια, τόσο κείμενα παραδοσιακής γραφής όσο και σύγχρονες, σχεδόν μεταμοντέρνες, εκδοχές λόγου: τον «κομμουνιστή Μακρυγιάννη» Γιάννη Μανούσακα και τα χρονικά του, την ιδεολογική αυτολογοκρισία του Δ. Χατζή και το «χαμένο» μυθιστόρημα της εμιγκράτσιας, τον διχασμό του Σ. Τσίρκα μεταξύ λογοτεχνίας και αντιφασιστικής δημοσιογραφίας αλλά και την πορεία του Α. Φραγκιά προς τις «σκοτεινές αλληγορίες» του «Λοιμού» και του «Πλήθους», την πεζογραφία τεκμηρίων του Θ. Βαλτινού και τα καπανταϊκά έπη της «Φανταστικής Περιπέτειας» του Αλέξανδρου Κοτζιά, ιδέες και ιδεολογίες ηρώων του Μ. Καραγάτση αλλά και την απόρριψη των πάντων μπροστά στον επερχόμενο θάνατο από τον Μάριο Χάκκα, τη δεκαετία του ’50 στο φόντο των μοντέρνων διακειμενικών «Οικογενειακών Ιστοριών» του Τάσου Γουδέλη ή στη μυθοποιημένη προϊστορία βασικών χαρακτήρων της Ρέας Γαλανάκη («Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα»), την εμφύλια, τέλος, «συμβολική βακχεία» του Μισέλ Φάις («Πορφυρά γέλια») και την άνδρωση των αφηγητών του Δημήτρη Πετσετίδη μέσα στην «Κατάσταση»: με αυτήν την ουδέτερη λέξη ονοματίζεται ο Εμφύλιος και η εποχή του.
Τη συλλογή πλαισιώνουν κείμενα για τις «παλινωδίες ή και τις αντιφάσεις» της «Ποίησης της ήττας», τη «θρησκευτική» ή «μεταπολιτική» ποίηση των Τάσου Λειβαδίτη και Τίτου Πατρίκιου αντίστοιχα, αλλά και τον λαϊκό και αδιαμεσόλαβητο λόγο του Μανώλη Φουρτούνη ή την ποίηση και τα πεζά «αυτογνωσίας» του Χρίστου Ρουμελιωτάκη.
Πέρα από την αυτονόητη γραμματολογική χρησιμότητα του εγχειρήματος και την ιστορικοπολιτική διάσταση των αναλύσεων, το σημαντικό είναι ότι ο ορίζοντας του Ραυτόπουλου ήταν και παραμένει «ανθρωπολογικός». Οι αποτυπώσεις των τραγικών βιωμάτων του Εμφυλίου συνιστούν για τον κριτικό «ορφικά διαβήματα», οδυνηρές καταβάσεις των δημιουργών στον σκοτεινό «Κάτω Κόσμο» του ανθρώπου, για να φέρουν πίσω στο φως «συμβολικά του απεικάσματα».
Να πω το αυτονόητο; Οτι ασφαλώς το κριτικό καθήκον απέναντι σε ένα τόσο ερεθιστικό βιβλίο δεν εξαντλείται στα στενά όρια μιας βιβλιοπαρουσίασης; Τα κείμενα του Ραυτόπουλου, νέα «Σημεία στίξεως» για «Ιδέες και έργα» μιας εξακολουθητικά «Κρίσιμης λογοτεχνίας», αποτελούν τη δική του έμμεση παρέμβαση σε μια συζήτηση, η οποία όπως φάνηκε και στο πρόσφατο ιστορικό συνέδριο προς τιμήν του Χάγκεν Φλάισερ, θα συνεχιστεί και θα ενταθεί.
Οσο για το βιβλίο του, αυτό οφείλει να πάρει την αρμόζουσα θέση στη βιβλιοθήκη μας πλάι στη μονογραφία για τον Αρη Αλεξάνδρου. Πράγματι η μεγάλη μυθιστορηματική σύνθεση δεν έγινε, το «ολιστικό» Μυθιστόρημα του Εμφυλίου δεν γράφτηκε ποτέ, ο Εμφύλιος «ρήμαξε» και την πεζογραφία μας…
Ακόμα και αν η εκατόμβη του «Κιβωτίου» αποδείχθηκε κενή, η σημαίνουσα σιωπή του ηχεί εκκωφαντική χρόνια τώρα, και ό,τι έπεται μοιάζει να βγαίνει ή τουλάχιστον να προβλέπεται από την «άδεια» εκείνη και ανοικτή σε ερμηνείες «Κιβωτό», με τον ίδιο τρόπο που ολόκληρη η Ρωσική λογοτεχνία ξεπήδησε κάποτε από το φανταστικό παλτό του Γκόγκολ.
Οπως και να έχουν τα πράγματα το βασικό ερώτημα του Ραυτόπουλου θα επανέρχεται βασανιστικά: «Αν «το αίμα νερό δεν γίνεται», πώς να γίνει λογοτεχνία;»

*
«Εφημερίδα των Συντακτών»
***

Συνέντευξη
Δ. Ραυτόπουλος: Η Αριστερά θέλει να αλλάξει όλον τον κόσμο εκτός από τον εαυτό της

Γιάννης Μασκόζος, «Το Βήμα»

Ενας από τους τελευταίους σημαντικούς κριτικούς της ελληνικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας μιλάει για την πρόσφατη συλλογή δοκιμίων του με θέμα τον Εμφύλιο και τις συνέπειές του, για την Αριστερά, τη βία, την κριτική και τον δυτικό πολιτισμό.
 
Η λογοτεχνία μπορεί να διαβάσει καλύτερα τον Εμφύλιο γιατί βλέπει τα ανθρώπινα δράματα, τις συνειδήσεις και τις συμπεριφορές, θα πει ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, ένας από τους τελευταίους μεγάλους κριτικούς της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μας. Εχοντας βιώσει τις ψυχοφθόρες ιδεολογικές συγκρούσεις στον χώρο του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης», ο Δημήτρης Ραυτόπουλος κρίνει αυστηρά την Αριστερά λέγοντας ότι ακόμη και σήμερα παραμένει ένα κλειστό σύστημα, «θέλει να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να αλλάξει η ίδια».
 
Προσφάτως κυκλοφόρησε η συλλογή δοκιμίων του με τίτλο Εμφύλιος και λογοτεχνία(Εκδόσεις Πατάκη) που αναφέρονται στην εμπειρία του Εμφυλίου και των συνεπειών του. Κρίνονται έργα που βρίσκονται στον ανθρωπολογικό ορίζοντα του Εμφυλίου όπως εκφράζονται στη λογοτεχνία του Στρατή Τσίρκα, του Δημήτρη Χατζή, του Αρη Αλεξάνδρου, του Αντρέα Φραγκιά αλλά και νεότερων: του Θανάση Βαλτινού, της Ρέας Γαλανάκη, του Μισέλ Φάις κ.ά.
Γιατί επιλέξατε να μελετήσετε τη λογοτεχνική έκφραση του Εμφυλίου;
«Πρώτον, επειδή θεωρώ ότι ο Εμφύλιος είναι η σπορά και η φύτρα των δεκαετιών παρακμής, όχι μόνο πολιτικής βέβαια: γενικευμένη ανομία, θεσμική – εξωθεσμική βία, κιβδηλία, ψέμα, αρπακτικότητα, έξαρση του αντικοινωνικού εγωισμού κτλ. Δεύτερον, γιατί βλέπω στον Εμφύλιο γενικά τον θρίαμβο του θανάτου, την άρνηση του πολιτισμού με την αποχαλίνωση των ενστίκτων της καταστροφής και της κακουργίας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο εμφύλιος είναι ολοκληρωτικός πόλεμος. Δεν έχει μέτωπο, δεν έχει «δίκιο», έστω και τυπικό, δεν αναγνωρίζει ουδετερότητα, ούτε βέβαια κριτική. Περνάει μέσα από κάθε ανθρώπινη κοινότητα και σχέση. Τρίτον, πιστεύω ότι η στρατηγική του Εμφυλίου ως κοινωνική επανάσταση είναι ο θάνατος της επανάστασης. Η σταλινική Γ’ Διεθνής θέλησε την επανάσταση ως γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο. Στρατιωτικοποίησε λοιπόν τα κινήματα, επέβαλε την υποταγή στην κομματική εξουσία, την εγκεφαλική ισοπέδωση και τον εγκιβωτισμό των συνειδήσεων. Τα «μέσα» δεν παραμέρισαν απλώς τον σκοπό, αλλά τον υποκατέστησαν. Δεν υπάρχει πια σκοπός, αυτός επαναπατρίστηκε στην ουτοπία».
Λέτε κάπου ότι η λογοτεχνία είναι η μόνη που μπορεί να διαβάσει σωστά την Ιστορία. Αυτό όμως δεν είναι έργο των ιστορικών;
«Οι ιστορικοί διαβάζουν τον Εμφύλιο σε διάφορα επίπεδα. Το ανθρώπινο πεδίο δεν ενδιαφέρει τον ιστορικό. Παράδειγμα, στη δίτομη Ιστορία του Εμφυλίου του καθηγητή Γιώργου Μαργαρίτη δεν υπάρχει τίποτε σχετικό. Τίποτε που να αφορά την ανθρώπινη κατάσταση, τα δράματα, τις συγκρούσεις, τις ενοχές – όλο δηλαδή το εσωτερικό χάος που δημιουργεί ο Εμφύλιος. Αυτό μόνον η λογοτεχνία μπορεί να το κάνει. Γιατί χωρίς αυτήν η καταγραφή των γεγονότων είναι ελλιπής και λιγότερο ενδιαφέρουσα. Ακόμη και όταν ο Μαργαρίτης ασχολείται με έναν λογοτέχνη, τον Θανάση Βαλτινό, το κάνει για να τα βάλει μαζί του επειδή δεν συμφωνεί με τη δική του άποψη για τον Εμφύλιο».
Τον Βαλτινό η Αριστερά τον είχε επικρίνει για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τον Εμφύλιο στο μυθιστόρημά του «Ορθοκωστά»…
«Η Ορθοκωστά είναι σπουδαίο έργο, τόσο για τη λογοτεχνία όσο και για την εξέλιξη της σύγχρονης συνείδησης. Ο Βαλτινός συνδέει τις γενιές του Εμφυλίου με τις επόμενες. Αν διαβάσουμε την Ορθοκωστά πρώτα και μετά την Κάθοδο των εννιά, θα καταλάβουμε καλύτερα το δεύτερο. Θα καταλάβουμε γιατί αυτοί οι νέοι άνθρωποι, οι αντάρτες που κατεβαίνουν προς τη θάλασσα, είναι απομονωμένοι. Γιατί ο λαός τούς αποπέμπει, τους κλείνει τις πόρτες. Πρέπει να τελειώσουν κάποτε τα ψέματα, να πούμε όλη την αλήθεια. Η Αριστερά για να είναι Αριστερά πρέπει να ξεκινήσει από την αλήθεια, δεν μπορεί να παραμένει στους μύθους της, στις κλειστές και απαραβίαστες απόψεις της».
Η Αριστερά σήμερα έχει απελευθερωθεί από το ιδεολογικό εργαλείο της;
«Μπορεί να έχει αποστασιοποιηθεί από την κλασική μαρξιστική προοπτική και στρατηγική, αλλά δεν έχει απελευθερωθεί κατά τα υπόλοιπα, δηλαδή πνευματικά. Υπάρχουν θέματα που η Αριστερά αρνείται να συζητήσει. Και κατασκευάζει εχθρούς σε όσους λένε κάτι άλλο. Ακόμη και σήμερα η αριστερή κριτική είναι δεσμευμένη στον αυτοματισμό που δημιούργησε η αριστερή ιδεολογία. Δεν ψάχνει, δεν συζητεί. Η Αριστερά παραμένει ένα σύστημα κλειστό. Η παράταξη που θέλει να αλλάξει τα πάντα δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό της. Να προσαρμοστεί στον καιρό της. Ακόμη και οι ταγματασφαλίτες κάποτε απολογούνται. Και τίθεται το ερώτημα: ποιος τους βοήθησε να γίνουν ταγματασφαλίτες; Μήπως η μονοπώληση της Αντίστασης από τους εαμικούς έστειλε κάποιους φτωχούς στα Τάγματα Ασφαλείας;».
Γράφετε για τη «δημοκρατικότητα» της βίας. Τι σημαίνει;
«Είναι ένα σχήμα λόγου. Θέλω να τονίσω ότι η βία υπάρχει παντού, είναι ίσως η μοίρα του ανθρώπου. Στον Εμφύλιο είναι η γενίκευσή της και η αποθέωσή της. Πολλοί προσπαθούν και σήμερα να υπάρξει. Να φθάσουμε σε εμφύλια βία το αποκλείω. Αλλά κάποιας μορφής εμφυλιοπολεμική βία βλέπω να καλλιεργείται και να καλύπτεται πολιτικά».
Ποια είναι τα δικά σας εργαλεία στην κριτική;
«Το δικό μου είδος κριτικής κατάγεται από την ερμηνευτική – ιδιαίτερα την κοινωνιοκριτική και τη θεματική, κατά την οποία (δυστυχώς) το νόημα προϋπάρχει. Η δική μου κριτική εξελίσσεται σε μια σύνθεση με την παραγωγή νοήματος του ίδιου του έργου, ιδίως των συνόλων λογοτεχνίας της εποχής μου. Με άλλα λόγια ξεκίνησα από τη μαρξιστική κοινωνιοκριτική, τη λουκατσιανή, που ζητεί στο έργο την αναπαράσταση του κοινωνικού γίγνεσθαι και του συλλογικού φαντασιακού, δηλαδή μια αντανάκλαση της κοινωνικής, ιστορικής πραγματικότητας στο περιεχόμενο του έργου».
Κάτι τέτοιο δεν είναι και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός;
«Πράγματι, πολύ σύντομα αναγνώρισα ότι αυτή η εξωτερικότητα – το νόημα το δοτό, που έρχεται απ’ έξω – μοιραία οδήγησε στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό (κριτικό ρεαλισμό, κατά τον Λούκατς), οδήγησε δηλαδή στην υποταγή του νοήματος στην ιδεολογία και στις εξουσίες, γενικά στο σύστημα κυριαρχίας. Αν όμως η λογοτεχνία είναι κάτι χρηστικό, τότε είναι άχρηστη, δεν έχει ούτε ελευθερία, ούτε αλήθεια (τη δική της), ούτε ομορφιά. Απευθύνεται στον μαζάνθρωπο, τον κανοναρχεί, του πλάθει μια ψευτοσυνείδηση. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν ανήκει στη λογοτεχνία αλλά στην παραλογοτεχνία. Υπάρχει, ας πούμε, και ένας «καπιταλιστικός» ρεαλισμός, δηλαδή η μαζική κουλτούρα της κατανάλωσης».
Υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στην ελληνική λογοτεχνία μεταπολεμικώς, ως σήμερα;
«Δεν νομίζω. Υπάρχουν νεωτερικές γραφές, υπήρχαν όμως και παλαιότερα. Δεν υπάρχει ένα ρήγμα, μια επανάσταση, κάτι που να ξεχωρίζει. Δεν τη βλέπω και στη νεότερη διεθνή λογοτεχνία. Μεγάλοι λογοτέχνες, όπως ο Φίλιπ Ροθ, παραμένουν σε μια ρεαλιστική γραφή ακόμη και όταν φτιάχνουν φανταστικές ιστορίες – όπως στη Συνωμοσία εναντίον της Αμερικής. Υπάρχουν και οι πρωτοπορίες και θα υπάρχουν πάντα. Το μοντέρνο, η μη ρεαλιστική, μη ιστορική, μη παραδοσιακή γραφή θα εξακολουθήσει να υπάρχει. Από την άλλη μεριά, η λογοτεχνία που περιορίζεται στην αυτοαναφορά περιορίζει τη λογοτεχνία σε έναν μικρό κύκλο και αφήνει το πεδίο ελεύθερο στην τηλεόραση, στην αισθηματική λογοτεχνία, στην παραλογοτεχνία. Ακόμη και στην αστυνομική λογοτεχνία, όπου το μυστήριο έγκειται στην ανακάλυψη του δολοφόνου και όχι στην κατανόηση του κειμένου».
Μήπως πλέον ο κόσμος διαβάζει λιγότερο;
«Η Πολιτεία των Γραμμάτων, όπως έλεγαν παλιά οι Γάλλοι, θα υπάρχει πάντα. Δεν μπορεί όλος ο λαός να ανήκει σε αυτήν• μακάρι να ήταν έτσι, αλλά δεν μπορεί. Ωστόσο η λογοτεχνία δεν χρειάζεται να υψώνει τείχη ανάμεσα στον κόσμο και σε αυτήν».
Ακούγονται φωνές ότι κινδυνεύει ο δυτικός πολιτισμός.
Τις συμμερίζεστε;
«Είμαι πιστός στον πολιτισμό του Διαφωτισμού. Δεν υπάρχει κάτι καλύτερο. Ακόμη και μακρινές λογοτεχνίας, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής, είναι επηρεασμένες από αυτόν. Ο δυτικός πολιτισμός περιέχει αξίες όπως η ελευθερία, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, που δεν είναι ξεπερασμένες. Δεν μπορεί να είσαι μόνο με αυτά ικανοποιημένος, πρέπει να ζητείς τη διεύρυνσή τους. Περνάνε κρίση οι αξίες του δυτικού πολιτισμού αλλά παραμένουν. Αν εναλλακτική λύση είναι η μουσουλμανική ιδεολογία, τότε η σχέση μας με αυτούς είναι όση η σχέση του ήλιου με το απόλυτο σκοτάδι».
*
Advertisements