Τζούλια Φορτούνη,«Κόντρες με τον Σαχτζάτ στη Λένορμαν» -μια βιωματική εμπειρία…

by SF

(στον Σαχτζάτ Λουκμάν που δολοφονήθηκε τα ξημερώματα της 17 Γενάρη 2013)
Μόλις άκουσα την είδηση ταράχτηκα. Κάθε φορά που ακούω για «ατυχήματα» με ποδηλάτες ταράζομαι. Αυτή τη φορά περισσότερο. Μου φάνηκε πως τον γνώριζα τον Σαχτζάτ. Πως οι ματιές μας είχαν διασταυρωθεί ένα Σαββάτο απόγευμα στη Λένορμαν. Την ώρα που γυρνούσαμε. Εγώ από την ποδηλατοβόλτα μου στο κέντρο κι αυτός από το πόστο του στη λαϊκή των Πετραλώνων. Κινούμασταν κι οι δυο στο λεωφορειόδρομο. Παραβγήκαμε μάλιστα. Εγώ με το εκκεντρικό ακριβό μου ποδήλατο κι αυτός με ένα παλιό σιδερένιο μοντέλο του 80. Εγώ κουβαλούσα τις εικόνες μιας παρακμάζουσας πόλης και κάτι απροσδιόριστες ενοχές για τους άστεγους που επιμελώς απέφευγε το βλέμμα μου στις εισόδους των κτηρίων κι αυτός ένα βαρύ ξύλινο καφάσι γεμάτο πραμάτεια και δυο σακούλες αριστερά και δεξιά στο τιμόνι. Ήταν εκείνο το απόγευμα του Νοέμβρη που άρχισε να φυσάει ξαφνικά πολύ δυνατά και ξεριζώνονταν δέντρα και εκτοξεύονταν από τις πολυκατοικίες γλάστρες και άλλα περίεργα αντικείμενα.

   Αυτός ο δαιμονισμένος αέρας ήταν και η αφορμή της συνάντησής μας. Ο ουρανός ήταν κόκκινος κι ένας παράξενος ηλεκτρισμός υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Άρχιζα να ανεβάζω τις ταχύτητες από τον πανικό. Οι οδηγοί τριγύρω όλοι νευρικοί άναβαν τα φώτα. Η λεωφόρος έμοιαζε σαν σκηνικό από ταινία τρόμου. Εκείνος ατάραχος, ποδηλατούσε στο δίχως ταχύτητες ποδήλατό του μ΄ ένα σταθερό τέμπο. Μόλις τον είχα προσπεράσει. Η πρώτη ματιά που ανταλλάξαμε αναγνωριστική. «Μετανάστης» σκέφτηκα με μια νοσταλγική και απενοχοποιημένη γλυκύτητα, μιας και όταν πρωτοξεκίνησα να χρησιμοποιώ το ποδήλατο, κυρίως μετανάστες ποδηλάτες συναντούσα. Και συνέχισα να πατάω με όλη μου τη δύναμη, και όλους τους δίσκους και τις ταχύτητες στο φουλ, πετάλι.
   Όταν με προσπέρασε ο Σαχτζάτ ξαφνιάστηκα. Όχι τόσο για το παράλογο του πράγματος. Για το πώς ένας φορτωμένος ποδηλάτης μ’ ένα παλιοποδήλατο με δυναμό με προσπερνούσε. Αλλά κυρίως για το χαμόγελό του. Αυτή τη φορά το μόνο που πρόσεξα σ΄ αυτόν ήταν ένα εγκάρδιο σκανδαλιάρικο χαμόγελο, που μου θύμισε τις παιδικές μου κόντρες με τ’ αγόρια στο χωριό. Είμαι σίγουρη πως αν δεν ήταν ο θόρυβος της λεωφόρου θα άκουγα και το «γκλαν» από το παλιομοδίτικο κουδουνάκι του.
Τον άφησα για λίγο να προπορεύεται, ξεχνώντας κάπως το μανιασμένο αέρα, την πόλη που κατάπινε ανελέητα τις διαμαρτυρίες και τις προσευχές των ανθρώπων της, τα μαραμένα λουλούδια της πλατείας Κοραή και την αδυναμία μου να διαχειριστώ τη φθορά και τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Έβλεπα τη λευκή μουσουλμάνικη φορεσιά του να ανεμίζει και να μπερδεύεται στη γρασαρισμένη αλυσίδα του. Ένιωθα την παιχνιδιάρικη αγωνία του καθώς κοιτούσε από το καθρεφτάκι αν τον πλησιάζω.
   Ο αέρας ξαφνικά δυνάμωσε. Η πόλη εκείνο το βράδυ έμοιαζε αποφασισμένη να μας μιλήσει. Να μας πετάξει τα σκουπίδια της στο πρόσωπο. Να μας δείξει τις πληγές της. Και πώς να επουλώσεις ένα τραύμα που ακατάσχετα αιμορραγεί; Με τι ανάσα να της δώσεις το φιλί της ζωής; Όταν κι εσύ είσαι ιστός και όργανο ζωτικό της. Και πάσχεις από την αμεριμνησία των περαστικών και των βουβών επαναλήψεων.
   Γι΄ αυτό έτρεχα δαιμονισμένα εκείνο το βράδυ. Για να ξεφύγω από την πόλη και τις ακατάληπτες εμμονές της. Από τα «βασανίζομαι» στους τοίχους της. Αλλά η πόλη με ακολουθούσε. Και με προσπέρασε. Μ΄ ένα άνετο κι ανάλαφρο ρυθμό. Με ρούφηξε με τη μουσική μιας μυστικής μπάντας. Και μ΄ ένα παιδικό χαμόγελο. Με μια οδύνη μιας αλλόκοτης ηδονής.
   Είχε ήδη νυχτώσει. Είναι η στιγμή που χάνεις ξαφνικά το παιδί που είσαι και πρέπει απότομα να μεγαλώσεις. Γιατί η νύχτα έρχεται. Γιατί τα παιδιά δεν αγαπούν το σκοτάδι. Όταν προσπέρασα για δεύτερη φορά το Σαχτζάτ δεν πρόσεξα ούτε τα μάτια του, ούτε το χαμόγελό του. Ήμουν ήδη μεγάλη. Και η πόλη με είχε καταπιεί.
   Ταράχτηκα μόλις το άκουσα στις ειδήσεις. Πάντα ταράζομαι όταν ακούω για «συμβάντα» με ποδηλάτες. Πόσο μάλιστα αυτή τη φορά. Ύστερα διάβασα στο διαδίκτυο τις λεπτομέρειες. Με ανακούφιση –προσωρινή- διαπίστωσα πως δεν πρόκειται για το δικό μου Σαχτζάτ. Το άτυχο θύμα ήταν νέος. Μόλις είκοσι εφτά. Ο δικός μου είχε γκρίζα μαλλιά. Το θυμάμαι. Ίσως μόνο αυτό πρόσεξα πάνω του τη δεύτερη και τελευταία φορά που τον προσπέρασα. Κι ένα ανεξίτηλο σκανδαλιάρικο χαμόγελο. Ως ανάμνηση παιδική που όμως τη δολοφόνησαν για πάντα.
Advertisements