Δημήτρης Πετσετίδης, Κάθε διήγημα είναι μια μορφή παγίδας

by SF

Μερικές φορές έχω κατά νουν ένα θέμα. Και περνά ο καιρός, μπορεί να είναι αυτός μήνες ή χρόνια. Κάποια μέρα, φαίνεται ότι η ιστορία έχει ωριμάσει πλέον, κάθομαι και γράφω το διήγημα. Άλλες φορές μονοκοπανιά, άλλες γράφω κομματιαστά, σελίδα – σελίδα ή παράγραφο – παράγραφο. Μπορεί ύστερα από ευάριθμες επί μέρους διορθώσεις να θεωρήσω το αποτέλεσμα αυτής της γραφής οριστικό, άλλοτε πάλι, καταπιάνομαι με το ίδιο θέμα και βγαίνει ένα διαφορετικό ως προς τη μορφή του διήγημα.
   Υπάρχουν διηγήματα τα οποία έχω ξεκινήσει να γράφω εδώ και πολύν καιρό και τα έχω αφήσει στη μέση ή στην πρώτη παράγραφο. Το μέλλον τους είναι αβέβαιο, πιθανόν κάποια συγκυρία να με οδηγήσει να ασχοληθώ πάλι μαζί τους, πιθανόν να μην τα ξαναπιάσω ποτέ στα χέρια μου.
   Γράφω καθιστός, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80. Κάμποσες φορές, ένα διήγημα ή ένα κομμάτι από την αρχή του διηγήματος το γράφω σε λευκές κόλλες με το χέρι κι ύστερα το αντιγράφω στο κομπιούτερ. Όταν γράφω με το χέρι, προτιμώ έναν μαύρο μαρκαδόρο λεπτής γραφής, κάποτε έγραφα με μολύβι.
   Μερικά διηγήματα που έγραψα στον υπολογιστή τα πρώτα χρόνια, χάθηκαν όταν μου χάλασε αυτός και δεν είχα φροντίσει να κρατήσω αντίγραφα. Τα θεωρώ οριστικώς απωλεσθέντα, δεν αντέχω να τα ξαναγράψω.
   Μερικές φορές ξεκινάω γράφοντας μια φράση, δεν ξέρω από τι επηρεασμένος, η οποία φράση με παρασύρει. Δεν έχω στο μυαλό μου καμιά συγκεκριμένη ιστορία, κανένα θέμα. Συνεχίζω με άλλη φράση κι άλλη κατόπιν, και η ιστορία γεννιέται μόνη της. Παιδιόθεν, όταν βρισκόμουν κατά μόνας, έπλαθα ιστορίες με τη φαντασία μου, ενίοτε, ιδίως όταν βρισκόμουν στον καμπινέ, παραμιλούσα κιόλας.
   Γράφοντας, άλλοτε χαίρομαι το κείμενο που ξεδιπλώνεται κατά τη διάρκεια της γραφής, άλλοτε έχω ένα πιεστικό αίσθημα μέχρις ότου φτάσω στο τέλος, στην ακροτελεύτια φράση και, τότε, όταν κι αυτή είναι πλέον τετελεσμένη, νιώθω απελευθερωμένος.
   Κάποτε, έχω γράψει διήγημα για να το διαβάσει ένας άνθρωπος μόνο, κι ας μην μου ζητήσει κανείς το λόγο γιατί να δημοσιεύσω κάτι τέτοιο. Ανθρώπινες αδυναμίες είναι αυτές, άσε που, πλειστάκις ανακαλύπτω, εκ των υστέρων, ότι πολλοί ταυτίζουν τον εαυτόν τους με τον άνθρωπο αυτόν.
   Έχω γράψει και διηγήματα κατά παραγγελίαν. Δεν το βρίσκω καθόλου κακό κάτι τέτοιο, αντιθέτως το θεωρώ ενδιαφέρουσα άσκηση να προσαρμόζεται ο συγγραφέας στο υποδεικνυόμενο θέμα. Αρκεί να υπάρχει σχετική άνεση χρόνου.
   Αλλά με αυτή την άνεση του χρόνου πόσοι συγγραφείς εν Ελλάδι μπορούν να βρίσκονται σε αρμονία μαζί της; Πόσοι μπορούν να είναι αφοσιωμένοι στην τέχνη τους ψυχή τε και σώματι;
   Ότι κάθε διήγημα είναι μια μορφή παγίδας, ότι στο εσωτερικό του είναι διάσπαρτο, ωσεί ναρκοπέδιο, από παγίδες για τον αναγνώστη όσο και για τον συγγραφέα, είναι μια βασική αρχή την οποία φροντίζω να τηρώ από τη στιγμή που αρχίζω να γράφω την πρώτη λέξη του διηγήματος ίσαμε την τελευταία. Εδώ, πρέπει να επισημανθεί μια αντιδιαστολή της έννοιας της λέξεως παγίδα. Άλλο παγίδα για τον συγγραφέα, που σημαίνει ολίσθημα, λάθος, ανακολουθία κι άλλο παγίδα για τον αναγνώστη, που, για να μεταχειριστώ μια λαϊκή έκφραση, σημαίνει να τον τυλίξουμε. Με όλες τις συνδηλώσεις, πλην της δικαστικής, που εμπεριέχονται μέσα στο ρήμα τυλίγω.
   Τώρα, ως προς την ανατρεπτική γραφή, που λένε μερικοί, δεν εννοώ γιατί πρέπει να γίνεται ο συγγραφέας ασαφής ή ακόμη και ασυνάρτητος. Έτσι, όταν γράφω, φροντίζω να ακριβολογώ, δηλαδή φροντίζω να επιλέγω τις λέξεις εκείνες που θα εκφράσουν εναργέστερα τις σκέψεις, τις παραστάσεις και τα συναισθήματα που έχω κατά νουν. Και τούτο είναι για μένα η βάσανος και το βάσανο μαζί.
   Γράφω πάντοτε στο σπίτι μου, μακριά από τους άλλους. Κατά την διάρκεια της συγγραφής, δεν με πειράζουν οι θόρυβοι του σπιτιού ή των δρόμων. Πολλές φορές ακούω και μουσική ή παίζει η μουσική δίπλα μου ενώ γράφω, ας μην αναφέρω τις μουσικές μου προτιμήσεις.
   Κατά τις αργίες, εορτάς και πανηγύρεις, γράφω την ημέρα. Συνήθως, όμως, γράφω το βράδυ, τότε έχω ελεύθερο χρόνο, ποιος είπε ότι ερασιτεχνισμός και τέχνη δεν συμβιβάζονται; Απλώς, έχω περιορίσει τον χρόνο που κοιμάμαι. Σπάνια κρατώ σημειώσεις και ποτέ σε δημόσιους χώρους.   Προτιμώ να θυμάμαι διηγήσεις, συμβάντα, αναγνώσεις, περιγραφές, ασκώντας παράλληλα τη μνήμη μου.
   Εκείνο που δεν αφήνω να συμβεί, είναι να διαβάσει άλλος το διήγημα, όταν το γράφω, μέχρις ότου φτάσω στην τελευταία του λέξη. Όταν είναι πλέον τελειωμένο, τις πιο πολλές φορές, το δίνω να το διαβάσει ένα οικείο πρόσωπο, συνήθως αυτό το πρόσωπο είναι η γυναίκα μου, και ακούω με προσοχή τις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις.
   Και από πού αντλώ τα θέματά μου; Κάποτε είχα ξεκινήσει σχεδιάζοντας μια βιωματική ακολουθία. Θα άρχιζα από την Κατοχή, θα συνέχιζα με τον Εμφύλιο, θα προχωρούσα στην άχαρη δεκαετία του 50, μετά στην ηρωική γεύση των φοιτητικών κινημάτων και στην άθλια δικτατορία των χρόνων από το 60 ίσαμε το 74, θα έγραφα διηγήματα, ύστερα, με θέματα από τη μεταπολίτευση και πάει λέγοντας. Αλλά αυτό θα ήταν ένα «μυθιστόρημα διηγημάτων» και το εγκατέλειψα, θέλεις από τεμπελιά, θέλεις επειδή μερικές εποχές, όπως τα παιδικά μας χρόνια, μας σημαδεύουν εντονότερα και βαθύτερα και τα θέματα από εκείνα τα χρόνια βάραιναν περισσότερο στις επιλογές μου. Έμαθα να γράφω διηγήματα διαβάζοντας και εξακολουθώ να διαβάζω.
   Έμαθα να γράφω διηγήματα ακούγοντας με προσοχή τους άλλους. Έμαθα να γράφω διηγήματα παρατηρώντας και διερωτώμενος. Έμαθα, αν υποτεθεί ότι έμαθα, χωρίς να σπουδάσω την τέχνη του συγγράφειν και χωρίς να έχω παρακολουθήσει κανένα σεμινάριο λογοτεχνικής γραφής.
   Το συγγραφικό εργαστήριό μου δεν έχει ούτε πολλά όργανα, ούτε μεγάλη έκταση. Ένας απλός ηλεκτρονικός υπολογιστής, μερικά μολύβια, γόμες και μαρκαδόροι, κάμποσες κόλλες χαρτί και ένα συρτάρι με τα γραπτά μου.
   Αυτά, καθόσον με αφορά, σχετικώς με τον τρόπο της συγγραφής ενός διηγήματος. Δεν μπορώ, τώρα, να φανταστώ ποιες άλλες παράμετροι πιθανόν υπεισέρχονται και τις έχω παραλείψει.
   Πάντως, εν κατακλείδι, φροντίζω να είμαι ειλικρινής πάνω σε όλα τούτα τα ψέματα που αραδιάζω γράφοντας διηγήματα.
***
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό <<διαβάζω>> τ.5/2004 (Αφιέρωμα: «Το νεοελληνικό διήγημα»).
***
Ο Δημήτρης Πετσετίδης γεννήθηκε στη Σπάρτη στις 2 Αυγούστου 1940. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
   Τα πρώτα του διηγήματα άρχισαν να δημοσιεύονται στη λογοτεχνική σελίδα της εφημερίδας «Τα Νέα» από το 1977. Παράλληλα συνεργάστηκε με το περιοδικό «το Δέντρο» στο οποίο δημοσίευε, επί χρόνια, διηγήματα,σχόλια στη στήλη «τα φύλλα» και σκίτσα. Διηγήματα του έχουν δημοσιευθεί ακόμη σε εφημερίδες και περιοδικά: ΄Εθνος, Αυγή, Γιατί, Λέξη, Μανδραγόρας, Οροπέδιο κ.ά. Ευάριθμα διηγήματά του εχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα γερμανικά.
   Από το 1957 μέχρι και το 1982 έζησε στην Αθήνα, όπου δίδαξε σε φροντιστήρια.Το 1973 υπήρξε υπεύθυνος ύλης του περιοδικού της ΕΜΕ, Ευκλείδης Β’.
   Από το 1964 μέχρι το 1983 δούλεψε και ως γελοιογράφος σε περιοδικά και εφημερίδες της Αθήνας (Ταχυδρόμος, Επίκαιρα, Τα Νέα, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Εξόρμηση, Ποντίκι κ.α.) Tο 2001 αρχίζει πάλι να δημοσιεύει γελοιογραφίες στο περιοδικό ΑΝΤI μέχρι το τελευταίο τεύχος του (919, 11-4-2008) και στην εφημερίδα «Η Εποχή», όπου συνεχίζει μέχρι σήμερα(2012).
   Το 1981 το διήγημά του «Σιδηροδρομικός σταθμός Σπάρτης» τιμήθηκε με έπαινο στον 2ο πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος της εφημερίδας Η Καθημερινή.
   Το 1983 εγκαταστάθηκε στη Σπάρτη και έκτοτε ζει και εργάζεται εκεί.
   Το 2011 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Ουράνη για το σύνολο του έργου του στο διήγημα.
   Σήμερα έχει τρεις κόρες και εκτός της ενασχόλησής του με το συγγραφικό του έργο, περνά τον ελεύθερο χρόνο του διαβάζοντας και παίζοντας σκάκι.
   Μέχρι τώρα έχει εκδώσει επτά συλλογές με διηγήματα και μία νουβέλα (Τροπικός του Λέοντος).
ΒΙΒΛΙΑ
«Δώδεκα στο δίφραγκο» ,διηγήματα, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ 1986, Νεφέλη 2000
«Το παιχνίδι», διηγήματα, Νεφέλη 1991
«Επίλογος στα χιόνια», διηγήματα, Νεφέλη 1993
«Ο Σαμπατές ζει», διηγήματα, Νεφέλη 1998
«Τροπικός του Λέοντος», νουβέλα, Νεφέλη 2001
«Σε ξένο γήπεδο», διηγήματα, Πατάκης 2003
«Λυσσασμένες αλεπούδες», διηγήματα, Κεδρος 2007
«Εν οίκω»,διηγήματα, Μεταίχμιο 2012
ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Κύμινο & κανέλα, εκδ. Πατάκη, 1998
Μια πόλη, ένας συγγραφέας, εκδ. Μίνωας, 2001
Στρατός περνούσε…, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2002
Το μελάνι φωνάζει, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2003
Να μαθαίνω γράμματα…, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2003
Νάνι, τ’ ἄνθι τῶν ἀνθῶ, εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ, 2005
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ, Τόμος ΣΤ’, εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, 2012
JENSEITS DER IDYLLE, Έξι Έλληνες διηγηματογράφοι, εκδ. Romiosini, 2005
ANGELIC & BLACK, Contemporary Greek short stories, εκδ. Cosmos, 2006
Jacques Bouchard, «Prends – moi au mot et donne – moi la main!», 2012

***
Advertisements