Larry Cool, τέσσερα ποιήματα

by SF

The coming insurrection

Στοὺς δρόμους μαινόμενες ἀνθρώπινες μορφὲς
Βαθιὰ στὸ χῶμα παλεύουν τῶν νεκρῶν τὰ σώματα
Κτύποι ἀκούγονται, στήνουν ἀγχόνες στὰ Ἐξάρχεια
Μιὰ γιγάντεια χελώνα,
Φράσσει μὲ τὸν ὄγκο της τὴν ὁδὸ Στουρνάρη.

Βρίσκω τὸ σῶμα μου σ’ ἕνα ἐρειπωμένο κτίριο
Μπροστά του μιὰ ἔνστολος γονατιστὴ
Τοῦ φιλεῖ τὴ βάλανο ψιθυρίζοντας:
-«Μορφές, εἶναι τὰ πέπλα τοῦ κενοῦ
Κι οἱ λέξεις κρύβουν καὶ φανερώνουν τὴ σιγὴ»
Τὸ σῶμα μου αἴφνης διαρρηγνύεται
Ἀπ’ τὶς ῥωγμὲς πυρακτωμένη λάβα ῥέει.

Ξημερώνει· πὰν’ ἀπ’ τὴν πόλη κρέμονται,
-ἀπὸ κανναβόσχοινα δεμένα στὰ σύννεφα-
τὰ πτώματα ἀπαγχονισμένων τραπεζιτῶν
Ἡ αὔρα τ’ ἀπομακρύνει πρὸς τὴ θάλασσα.

***

Τὶς νύκτες βγάζει τὸ δέρμα της

Ὑπάρχει κάποια γυναίκα,
Ποὺ βγάζει τὸ δέρμα της ὅπως βγάζομε τὸ pull-over
Μέσα εἶναι διαυγής· αἰθέρας.

Τὶς νύκτες εἰσδύει στὸ σῶμα μου ποὺ κοιμᾶται
Μαθαίνει τὰ μυστικά του, γίνεται ὄνειρο
Καθὼς τὸ ἄρωμά της διαχέεται στὰ μέλη,
Τὸ σῶμα ὑψώνεται ἁπαλά στὸν ἀέρα
Αἴφνης συσπᾶται ὁ φαλλὸς καὶ ἀναβρύζει σπέρμα.

Διασχίζει τὶς ἀλέες διαθλῶντας τὸ σεληνόφως
Εἰσχωρεῖ στὸ ὑπνοδωμάτιο ἑνὸς τραπεζίτου
Πάχνη καλύπτει τοὺς καθρέπτες
Τὰ βλέφαρα καὶ τοὺς κροτάφους του
Τὴν αὐγὴ οἱ φρουροί του τὸν βρίσκουν νεκρό.

Στὸ καφὲ “Φλοράλ”· τὴν ἀναγνωρίζω ἀπ’ τ’ ἄρωμά της
-«Ὑπάρχεις ἤ σὲ φαντάζομαι;» τὴν ῥωτῶ
-«Ποτὲ δὲν θὰ μάθῃς τί εἶναι ἔξω ἀπ’ τὸ δέρμα σου,
Ἄν δὲν βγῇς ἀπ’ αὐτὸ» ἀπαντᾶ.

***

Παράνοια

Καθένας σχίζει ἕνα κομμάτι ὁρίζοντα,
Καὶ ῥάβει μόνος του τὸ στενό του κοστούμι
Ὁ οὐρανὸς ἔχει κατέβει τόσο χαμηλά,
Ποὺ δὲν χωροῦμε πλέον ὄρθιοι, βαδίζομε σκυφτοὶ
Στόματα ἀνοίγουν ξαφνικὰ στὴν ἄσφαλτο,
Ἐλευθερώνοντας θαμμένες κραυγές,
Καὶ ξανακλείνουν.

Ὁ πρωθυπουργὸς κηρύσσει τὴ χώρα,
Σὲ κατάσταση ἀπόλυτης παράνοιας
-«Χαρίστε μου μιὰ σάρπα ἀπὸ ἄνεμο» ἐκλιπαρεῖ
Ἕνας τραπεζίτης τοῦ γλείφει τὸν βολβὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ
Ἕνας γδαρμένος λαγὸς περνᾶ μὲ ἅλματα.

Μέσ’ τὸ κρανίο μου, ἰκριώματα
Μικροσκοπικοὶ τεχνίτες,
Οἰκοδομοῦν ἕναν κόσμο χωρὶς ἐξουσίες
Ὁ παλιὸς χάνεται μ’ ἕναν βορβορυγμό,
Στὶς δῖνες τῶν ματιῶν μου.

***

Οἱ τελευταῖες ἡμέρες

Σ’αὐτὴ τὴν πόλη ποτὲ δὲν βρέχει
Ἕνα ἄλογο ὠρθωμένο στὰ πίσω πόδια,
Τρώγει τὰ σύννεφα.

Μ’ἕναν παρατεταμένο πόρδο ὁ πρωθυπουργός,
Διαγράφει στοὺς αἰθέρες ἀνεξέλεγκτη πτήση
Τὸ συρρικνωμένο δέρμα πέφτει στὰ Ἐξάρχεια
Κόρακες βγαίνουν μέσα ἀπ’τοὺς ἀνθρώπους.

Χορεύω μὲ δυὸ φίλες μου σουὶγκ στὸ “Φλορὰλ”
Τ’ἄστρα βλέπουν τὴν ἴδια τους τὴν λάμψη ἀπ’τὰ μάτια μας
Καταλήγουμε σ’ἕνα παγερὸ ξενοδοχεῖο
Εἴμαστε καυλωμένοι· τὰ μουνιά τους ἀχνίζουν
Τὰ σώματα δὲν ἀντέχουν τὴν παγωνιὰ τῆς ὕπαρξης
Φτιάχνουν γύρω τους τὸ κουκούλι τοῦ κόσμου.
Τὰκ-τὰκ ἕνας τυφλὸς μὲ τὸ ῥαβδὶ ξυπνᾶ,
τοὺς θαμμένους κάτ’ἀπ’τὰ πεζοδρόμια ποιητὲς
Ἀνασηκώνουν τὶς πλάκες καὶ βγαίνουν.

***

Copyright©Larry Cool –ιστότοπος 

Advertisements