Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο

by SF

ypocrite lecteur, mon semblable, mon frère…
(les fleurs du mal, Baudelaire)

Νύχτα. βραδάκι καλύτερα, δεν είναι ούτε έντεκα.. κι όμως μοιάζει μεσάνυχτα.. βραδινή μοναξιά.. νοσταλγική μοναχική ελευθερία… αυτό το απόβραδο αρχίζω και συνειδητοποιώ κάτι, τι ακριβώς δεν ξέρω ίσως το ότι είμαι εδώ..
το σκοτάδι όλο και πιο βαθύ μου γνέφει πως χωρίς τραγούδι θα με νανουρίζει.
Εδώ, απαλλαγμένη από την ρουτίνα μου ζω χωρίς χρόνο.. χωρίς την αίσθηση του.. και κάθε που νυχτώνει νωρίς είναι δύσκολη και μακρά η καταβύθιση.. στο ξένο.. σε μένα που εδώ έγινα το ξένο..
καθισμένη σε μια καρέκλα που δεν μου ανήκει, περνάω τη νύχτα μου σε ένα προσωρινό κατάλυμα. η βαλίτσα μου με κοιτάζει θλιμμένη.. =παραπονιέται που την σκουντάω συνέχεια όπως περπατάω.. ένα μήνα και δεκαπέντε μέρες δεν την πήρα από τη μέση..
το διαβατήριο μου το έχω πάντα στην τσάντα. και ο δρόμος που ξέρω καλύτερα είναι αυτός για το αεροδρόμιο και το σταθμό. Ο δρόμος προς την έξοδο κινδύνου.
ότι με συνδέει με αυτούς που αγαπώ και με ότι έχω συνηθίσει.. ότι μου θυμίζει το χώρο που με έπλασε και τον ένιωσα δικό μου ταξιδεύει από το μυαλό μου στα χέρια μου που παλεύουν να το κάνουν εικόνα, ζωγραφιά, πρόταση.
Το τεράστιο γραφείο και τα μολύβια μου.. ότι υπάρχει σ’ αυτό το τεράστιο γραφείο που μου παραχωρείται.. και το φόντο λευκό.. φρεσκοβαμμένο λευκό..
έχω λίγο καιρό που έχω έρθει, κι όλα είναι στολισμένα με το άρωμα του καινούριου, έτοιμα να δεχθούν την νέα δική μου επιρροή.. μα δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι πως το φρέσκο χρώμα που μυρίζω παντού κάποτε θα με καλύψει κι εμένα κι ο επόμενος θα έχει την ίδια ψευδαίσθηση του καινούριου.. σαν να μην έζησε κανείς ποτέ εδώ κι ας ξέρει ότι υπήρξαν πολλοί.. κι ας είναι όλοι ένας για τους υπόλοιπους, αυτός που δεν θα κάτσει παρά μονάχα ακαθόριστα λίγο.
με δέχεται κι εμένα το δωμάτιο για τον ξένο. για αυτόν που έρχεται από διάφορες χώρες, φέρνοντας μαζί του μια άγνωστη μυρωδιά. Αυτόν που όταν τον πλησιάζεις διακρίνεις μια άλλη απόχρωση στα μαλλιά , ένα αλλιώτικο στήσιμο στο χώρο. Το πρώτο που καταλαβαίνεις με το που του μιλάς είναι ότι κι αυτόν τον έσπρωξε ένα διαφορετικό κίνητρο. Όλη του η ύπαρξη και η παρουσία, μάτια που ατενίζουν, παρατηρούν.. γεμάτα με την ίδια απορία. Ο ξένος ως ιδιαίτερη μονάδα και ως σύνολο με τόσα κοινά στοιχεία. Ειδικά εκείνη η φωνή με το δείλιασμα στη γλώσσα να μας χαρακτηρίζει όλους, να μας κάνει λίγο να ντρεπόμαστε, τα μέλη μας σφιχτά.. η φανερή συγκρότηση του παρατηρητή.
στα αριστερά μου ,το μεγάλο ψυχρό κρεβάτι. φιλοδοξεί τους επόμενους μήνες να αγκαλιάσει το σώμα μου.. ούτε η κουβέρτα δεν μου ανήκει.. η βάση των ονείρων μου, γη ξένη, η σκηνή ξένη κι αυτή.. το ίδιο το όνειρο μου, αμήχανο.. πλέον θυμάμαι και περιμένω.. δεν ονειρεύομαι..
άλλωστε αυτό είναι το ταξίδι, στο οποίο μπόρεσα να αφεθώ.. γι αυτό η νύχτα μου μοιάζει να άδειασε, δεν μπορώ να την αγαπήσω..
κι ας μην μου λείπει το παιδικό μου κρεβάτι, κι ας με κούρασε η ζεστασιά του, μερικά βράδια δυσκολεύομαι να κοιμηθώ στο στρώμα του ξένου, και ίσως για αυτό να ξυπνάω πάντα ανεξήγητα νωρίς, μην έρθει και με δει που του πήρα το κρεβάτι του, χωρίς να τον ρωτήσω.
Γιατί ακόμα δεν έχουμε συναντηθεί κι ας νιώθω πως τον ξέρω πολύ καλά.. γι αυτό δεν είχα την ευκαιρία να τον ρωτήσω.. στ’ αλήθεια. Μάλλον εγώ δεν θέλω να τον δω.. γιατί πια μέσα στη φιγούρα του έχουμε στριμωχτεί πολλοί.. κι εγώ και όλοι οι άλλοι..
Γι αυτό δεν θέλω να κοιτάζω μέσα στον καθρέφτη που βρίσκεται έξω από την πόρτα μου.. σαν να αισθάνομαι ότι θα δω πολλούς ανθρώπους να περνούν μαζί, κι όμως με την άκρη του ματιού μου δεν βλέπω απολύτως κανέναν.
εγώ ο ξένος.. όπως όλοι οι άλλοι.. γίνομαι αυτοί οι άλλοι, που στη δική μου γη ένιωσα τόσο μακριά μου κι όμως τελικά τους είχα μέσα μου, όπως κι αυτοί έχουν εμένα κι έτσι σκέφτομαι ότι και εκεί στη δική μου γη είμαι ξένη χωρίς να το ξέρω.
En étrange pays dans mon pays lui-même (Aragon)
.. θα περάσω και δεν θα αγγίξω τίποτα και ύστερα από πέντε μήνες ένας άλλος θα κοιμάται στο κρεβάτι που με περιμένει πάντα και μου παραστέκεται, και εγώ δεν θα υπάρχω ούτε σαν γρατσουνιά πάνω στον τοίχο. γιατί έτσι δεν πρέπει να υπάρξω.. παρασιτικά. κι μετά θα είμαι ξένη κάπου αλλού η θα αισθάνομαι οικεία εδώ και θα θυμάμαι σαν όνειρο την τωρινή, δοκιμαστική μου ξενιτιά. Για φαντάσου λοιπόν, να γυρίσω στη χώρα μου και να την αισθάνομαι ξένη και να νοσταλγώ το κρεβάτι αυτό που τώρα είναι γεμάτο από όλους τους ξένους.. να καταφέρω να κρατήσω τη γεύση του.. αφού κατάφερα να ξεχάσω τις προηγούμενες.
δηλαδή όλοι εμείς, οι ξένοι, είμαστε εκείνος ο άνθρωπος που πάντα έβλεπα να έρχεται και να φεύγει.. με μια ελπίδα στο βλέμμα που δεν βρίσκει ανταπόκριση σε ότι αντικρίζει, με ρούχα ταξιδιού, ταλαιπωρημένος από τον αέρα αλλαγής, νέος παρά την όποια ηλικία του, με το χέρι να ακουμπάει σε εκείνον το στεγανό χώρο κάπου στο μέρος της καρδίας για να χωρέσει η απογοήτευση.. με προτίμηση στα ευρύχωρα άνετα ρούχα για να στριμώχνει την λησμονιά που δεν θέλει ξανά να αναφέρει, γιατί σε αυτή τη γλώσσα κουράζεται να μιλάει πολύ..
ίσως για αυτό ο άνθρωπος που ερχόταν κι έφευγε δεν μιλούσε πολύ. ίσως γα αυτό να δίσταζε κι ίσως για αυτό να με κοιτούσε με εκείνη τη σκοτεινιά που έλεγα πως είναι μίσος.. γιατί δεν καταλάβαινε αυτόν τον κόσμο, όπως εγώ .ούτε μπορούσε να ζητήσει εύκολα να του τον εξηγήσουν.
Εγώ λοιπόν.. τελικά εγώ είμαι ο άγνωστος.
στο δεξί μου χέρι ένα μεγάλο τετράγωνο παράθυρο.. τα απέναντι σπίτια. κι εγώ ξέρω πως τα μάτια μου γίνονται μάτια ενός άλλου ανθρώπου γιατί εδώ είμαι η ξένη Ευγενία, ή μάλλον η Eugenia.. όχι αυτή που άφησα πίσω μου.
τα αγαπημένα μου βιβλία στο πάτωμα.. δεν θέλω να κάνω κατάχρηση της βιβλιοθήκης, φαντάζομαι είναι για όλους μας… σαν να μένουμε πολλοί εδώ, προσπαθώ να είμαι διακριτική.. και όλα τα αγαπημένα μου σκορπισμένα.. τα βιβλία, οι φωτογραφίες, η μουσική μου.. τα όνειρα μου..
το σκορπισμένο μου όνειρο..
κάπου εδώ ξέρω πως βρίσκεται ένα κομμάτι του..
κάπου εδώ το ένα μέρος του ονείρου μου προσαρμόστηκε και ζει και απλά με περιμένει να το βρω.. όπως του έχω υποσχεθεί..
πρέπει να έχει συννεφιά.. τι κι αν είναι βράδυ εγώ την βλέπω.. βαριά συννεφιά μάλιστα..
οι δρόμοι ήσυχοι τους χαϊδεύει κάτι σαν χιόνι που δεν το έχω ξαναδεί…
χιονόνερο..
ο καινούριος μάλλινος μπερές.. δεν θα μπορούσα να τον φορέσω στην Ελλάδα.. και το χιονόνερο στην κορφή του.. τόσο ξένο κι αυτό περνάει μπροστά από τα μάτια μου και φοβάμαι να το ακουμπήσω μήπως με ρωτήσει κάτι στα γερμανικά και δεν το καταλάβω.. του λέω guten Tag,wie geht’s? για να με συμπαθήσει.. όπως αρχίζω να τα συμπαθώ όλα κι εγώ ..όπως αρχίζω να τα αγαπάω.. γιατί είναι τα καινούρια μου παιχνίδια που έχουν κάτι από τα πιο παλιά από τα πρώτα μου..
απαλές νιφάδες προσγειώνονται ανεπαίσθητα και μου γλυκαίνουν τον χειμώνα, γιατί τις γεύομαι και γεύομαι τον ελληνικό χειμώνα ή το χειμώνα που θα είχα κάθε χρόνο αν ζούσα πάντοτε εδώ από παιδί.
Δεύτερη νύχτα.. χιονισμένη… κατάλευκη.. εξαγνιστική.. πια δεν τη χρειάζομαι είμαι μόνη και δεν έμεινε τίποτα που να θέλω να εξαγνίσω.. η μόνη συντροφιά μου ένα τηλέφωνο που ώρες ώρες χτυπά .. σαν καρδιά ζωντανού ανθρώπου.. και κάποιες άλλες αυτός ο άνθρωπος σαν από κάτι να πάσχει.. βουίζει παράξενα, απειλητικά.. μου υπενθυμίζει την μοναξιά και την απόσταση. το χιονισμένο τοπίο.. μια carte postal ξεχασμένη κάπου στα έγκατα του μυαλού μου.. βγαλμένη από την παιδική φαντασία, από ένα παραμύθι που άκουσα και ονειρεύτηκα πολλές φορές.. πριν το τέλος πάντοτε είχα αποκοιμηθεί.. δεν το προλάβαινα.. έτσι και τώρα.. δεν θα μπορούσα να ξέρω να έχω προβλέψει..
Οι ράγες.. κυκλωμένες από το λευκό.. δυο κόκκινα φεγγάρια.. δυο κόκκινα φανάρια.. τα τραίνα κοντοστέκονται.. κι εγώ από το παράθυρο απλά παρατηρώ.. χωμένη στο ζεστό μου καταφύγιο των τόσων ανθρώπων απλά παρατηρώ.. αυτό το βράδυ δεν έχω που να πάω ..κι εκείνα που κάπου με περιμένουν αφήνουν την ίδια αίσθηση..
τώρα πρόσφατα αρχίζω να νιώθω ότι κάπου επιστρέφω.. και στο σπίτι της επιστροφής δεν θέλω να ξαναγυρίσω..
Το παράθυρο μου το έχω σχεδόν μόνιμα κλειστό.. το τζάμι θολώνει.. δεν αφήνω τα όνειρα άλλο να πετάξουν μακριά μου.. τα κλειδώνω εδώ μέσα κι ούτε που με νοιάζει..
Δεν θέλω να σκέφτομαι αυτό που μου λείπει απόψε το βαρέθηκα.. αλλά μου λείπει. Δεν το βρίσκω πουθενά.
Το σκοτάδι έξω είναι βαθύ το χιόνι λαμπιρίζει.. τι πανέμορφη πτώση.. η πτώση από τον ουρανό.. αγγελική..
Και την ημέρα γίνεται η λευκή σκιά ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων.. προστατευμένη από τον ήλιο που περιφρονεί αυτόν τον ουρανό ίσως γιατί δεν υπάρχει άλλη ομορφιά που να μπορεί να προσφέρει.. λευκή σκιά στις ανάγλυφες εσοχές, το λεπτό κλαδί, απογυμνωμένο από το φύλλο.. και ο ποιητής συλλογισμένος στο απέναντι παράθυρο παρακολουθεί την αντανάκλαση της λευκής σκιάς στο τζάμι και αισθάνεται πως πίσω από κάθε παράθυρο κρύβεται ένα δέντρο λυγερόκορμο παραδομένο στις διαθέσεις του χειμώνα με μοναδικό βάλσαμο το λευκό βρεγμένο μετάξι..
Οι σκεπές ίσα που φαίνονται.. το χώμα τρέφεται στο σκοτάδι.. μόνο το λευκό πέπλο μας σκεπάζει όλους..
Ο ποιητής.. το κρεβάτι μου το ξένο και η λευκή κουβέρτα που μας σκεπάζει όλους..
Ο ποιητής που βλέπει όλες του τις προσδοκίες σαν το παιχνίδι με το χιόνι.. να γίνονται χαριτωμένες εύπλαστες και εύθραυστες.. κάθε πρωί κάνει να το χαϊδέψει, του παγώνει το χέρι, η παλάμη του τρέμει.. η ψυχή του τρέμει.. ονειρεύεται και κυνηγά την προσδοκία.. και είναι μέχρι κι αυτή ώρες ώρες ξένη.. μοιάζει να μην του ανήκει..
Ο ουρανός μου ένα τεράστιο σύννεφο.. κι ο ποιητής μου μια τσέχικη καλοφτιαγμένη μαριονέτα που δεν έχω ταλέντο και ποτέ δεν την κρατάω σωστά..
Όλα της τα μέρη, τα ξύλινα δουλεμένα λίγο λίγο της δίνουν διάσταση σχεδόν πραγματική και εντυπωσιακή ευλυγισία στα χέρια του προικισμένου.. το πρόσωπο της νεανικό.. τα ρούχα της ταιριαστά.. στα δικά μου χέρια δείχνει όλο και λιγότερο άχαρη.. δίνω όρκο στη δική μου νεράιδα με τα πέντε πρόσωπα ότι θα έρθει η μέρα που στα ίδια αυτά χέρια θα πάρει τη χάρη και την λεπτότητα που της πρέπουν..
Η τέχνη μου… ο απέναντι ποιητής.. και το καΐκι μου που φθείρεται σε ένα λιμάνι, κάπου.. αφού δεν γινόταν να το πάρω μαζί μου.. το αφήνω να πνιγεί μαζί με τις σκέψεις και τα σχεδιάσματα που απορρίπτει ο απέναντι ποιητής.
Πότε πότε σπάει η συννεφιά.. πόσο μου έχει λείψει αυτό το γαλάζιο.. πόσο μου έχει λείψει ο γαλάζιος ουρανός.. πόσα είχα ζήσει κάτω από το βλέμμα του.. η ανάμνηση του καλοκαιριού.. το καλοκαίρι μου.. το καλοκαίρι..
Και ο απέναντι ποιητής να μου γελά κάθε που του ψιθυρίζω μέσα από τα δυο παράθυρα τη σύνθετη συνειρμική λέξη. Καλοκαίρι..
Η κορυφή του δένδρου τρυπάει το σύννεφο.. ξεχειλίζει το γαλάζιο..
ο στίχος του Ποιητή ανάμνηση ερωτικής τρυφερότητας.. να σχηματίζεται από τα σύννεφα.. «γαλάζιε μου..»
«το γαλάζιο βιβλίο»
ο συγγραφέας.. το έργο.. το λευκό περιστέρι φτερουγίζει σαν φάντασμα.. ένα ρίγος.. η ανάμνηση του παιδικού φόβου για το φάντασμα..
ο λευκός κύκνος και ο γκρίζος φίλος του στη λίμνη στο αγγλικό πάρκο.. τρίβονται με στοργή.. εραστές μέσα στη λίμνη.. δυο νούφαρα που ερωτοτροπούν.. το φυτό από «ν» στο παιχνίδι.. δυο νούφαρα που δεν έχω δει ποτέ.. το αστέρι που δεν είδα ποτέ να πέφτει κι όμως σαν να τα έχω αντικρίσει εκατομμύρια φορές.. και τα δυο.. η φαντασία μου πόσο με μπερδεύει ώρες ώρες..
η αντανάκλαση του δέντρου στο κλειστό παράθυρο του απέναντι ποιητή που έχει μέρες να φανεί.. μοιάζει με δέντρο στην δύση του ήλιου στο τροπικό νησί που ποτέ δεν έχω πάει άλλα έχω όλες τις φωτογραφίες του..
σκοτεινός κορμός.. λεπτά κλαδιά.. κίτρινος τοίχος.. ο ήλιος βλέπει από απόσταση το χιόνι.. δεν πλησιάζει ποτέ.. χιόνι, ήλιος, το δικό μου δέντρο που με τον άνεμο προσπαθεί να ζευγαρώσει με το διπλανό..
ένα πουλί.. σαν μαύρο χελιδόνι.. ξεχασμένο εδώ.. φτερουγίζει πάνω από τις ράγες του τρένου, οσφραίνεται τον καπνό του ταξιδιού… και φεύγει μαζί με το τραίνο που έρχεται για τις κεντρικές πλατείες.. λιθόστρωτο έδαφος.. αγάλματα.. όμορφα κτίρια.. η βαυαρική περηφάνια… ο πλούτος ..
το χελιδόνι σαστισμένο.. πετάει κάτω από τις αψίδες.. κάπου τις έχει ξαναδεί.. του εξηγώ με περηφάνια ότι ξέρω να του πω τι του θυμίζουν.. δεν με ακούει.. η φωνή μου χάνεται μέσα στο πέταγμα του.. ίσως δεν κατάλαβε τα σπαστά γερμανικά μου…μπροστά στα μεγαλεπήβολα κτίρια σίγουρα θα γυρίσει σε μένα για να ρωτήσει.. και τότε θα του απαντήσω ελληνικά χωρίς να με νοιάζει αν θα καταλάβει..
ένα παλάτι.. ένας κήπος μεγάλος.. λουλούδια..
το ακράγγιγμα του ποιητή.. δίνω το χέρι μου..
συστήνομαι..
τίποτα δεν αφήνω ξένο σε αυτήν την πόλη..
η λευκή σκιά όλο και πιο έντονη πάνω στα κοιλώματα απλώνεται εγωιστικά.. το χέρι μου δε φτάνει να τη μαζέψει να την περιορίσει..
μόνο το βλέμμα του ποιητή την μορφοποιεί.. το μάτι μου στο μάτι του αναρωτιέμαι πώς να φαντάζει..
ο καθρέφτης κι εγώ.
Ο απέναντι ποιητής κι εγώ.
Εμείς, δυο ξένοι αντικριστά στην ξένη όμορφη πολιτεία..
Με το δάχτυλο, μου γράφει στο τζάμι ότι δεν πιστεύει πια στην έμπνευση.. στενοχωριέμαι εγώ πίστευα.. αισθάνομαι κάπως κουτή σαν παιδί που ακόμη πιστεύει στον Άγιο Βασίλη..
Πιστεύω ακόμα κι ας προσπαθώ χωρίς αυτήν να απαντήσω κάτι στον απέναντι ποιητή.. του λέω πως δεν με χωράει το παράθυρο.. του λέω ψέματα..
Την περιμένω.. να με επαληθεύσει.. δεν έρχεται.
Δεν ήρθε ακόμα δηλαδή… η μουσική μου απλώνεται στο δωμάτιο.. πόσο ξένη θα ακούγεται σ’ αυτό το δωμάτιο.. πόσο ξένο θα ακούγεται το παραμιλητό μου το βράδυ.. το τραγούδι μου.. ο σκοπός μου ο πένθιμος και ο χαρωπός και αυτά ξένα και αλλοπρόσαλλα.. σιγά =σιγά θα έρθει και ο γερμανικός μου σκοπός, το γερμανικό μου παραλήρημα.. και οι τοίχοι θα με αγκαλιάσουν πιο πολύ γιατί θα με έχουν καταλάβει…
Τα δάχτυλα μου είναι λίγο σκούρα στην άκρη.. παγώνουν αλλά συνεχίζουν να εργάζονται αν και λίγο νευρικά.. ένας άτεχνος γλύπτης.. δεν μπορεί να φτιάξει τον δικό του ήρωα.. πώς να είναι εκείνος ο ήρωας.. ένας μικρός ήρωας.. μια μεγάλη πόλη..
Μια μεγάλη κρύα πόλη.. που δεν χωράει τον ήρωα μου…. Κι ας είναι ένα λυπημένο παιδί μοιάζει να μην τον θέλει.. σήμερα μου χτύπησε δειλά την πόρτα.. με παρακάλεσε να τον δεχτώ, να τον κρατήσω και στο τέλος του το υποσχέθηκα.. κι έτσι από αύριο θα σκέφτομαι και για τους δυο μας πως γίνεται να ενσωματωθούμε.. να μείνουμε εδώ και να μάθουμε κι εμείς με τη σειρά μας πως χορταίνει κανείς την πείνα του στο χιόνι.. πως ημερεύει τα ματιά του στο λευκό και στο μαύρο.. στο κενό.
Η λευκή μου κούπα, λίγο τσάι με μέλι και το κορμί μου που δεν μπορώ να ζεστάνω.. πείσμα που εύκολα χάνεται, μοναξιά, νοσταλγία.. ένα όπλο στα χέρια μου.. το πράσινο ένδυμα.. τα δέντρα.. είμαι λοιπόν ένας στρατιώτης.. και τώρα που το σύννεφο έγινε άλογο τα έχω όλα για να περιπλανιέμαι αυτάρκης και περιπετειώδης στην Ευρώπη. Ο αγαπημένος μου Latin σκοπός.. ο ρυθμός της ζωής μου.. χωρίς λόγια.. χωρίς στίχο.. κάποτε έλεγα ότι το στίχο θα τον προσθέσω εγώ και τελικά έμεινε ένα απλό ορχηστικό κομμάτι.
Οι χαζές μου λέξεις.. Προσπαθούν κι αυτές να επιβιώσουν στο λευκό έστω αυτό το ηλεκτρονικό.
Οι χιλιάδες εικόνες που στριφογυρίζουν στο μυαλό μου τις κάνουν συνεχώς πιο ανούσιες. Γι αυτό πρέπει να σταματήσω.
Ένα μαχαίρι να βυθίζεται μέσα μου, ποιος ξέρει γιατί.. και η σκέψη μου τόσο μακρινή.. χάνεται κάπου στο παρελθόν μου και εκεί ψάχνει να βρει το μέλλον μου.. προσπαθεί, αναμοχλεύει, ανακατεύει, αγχώνεται, φοβάται και τότε σμίγει με την φαντασία μου και γαληνεύει.. βρίσκει ανάπαυση.. ησυχία, γιατί είναι σίγουρη πως κάτι πεθαίνει κι αυτό δεν αλλάζει.. και τούτη η θλιβερή διαπίστωση είναι και αυτή μια ησυχία.
Ένας άγνωστος περπατάει αδιάφορα στο πεζοδρόμιο.. το μέλλον μου σαν μοναχική σκιά, που περιφέρεται συλλογισμένη.
Ένας χορός. Χορεύω στους ήχους της μουσικής που φαντάζομαι, με έναν άνθρωπο που δεν μπορώ να φέρω κοντά μου.. δεν είμαι σίγουρη καν ότι υπάρχει, μόνο η λάμψη από το χαμόγελο του.. και η γλύκα του προσώπου του κρυμμένα σε μια γωνιά μέσα μου…όποιος και να ‘ναι.. νιώθω να τον χρειάζομαι..
Σήμερα έβγαλε ήλιο, τα μάτια μου δεν το πιστεύουν, αδυνατούν να σταθούν ορθάνοικτα.. πάνω από είκοσι μέρες μόνο γκρίζο.. αυτή η φωτεινή αύρα μοιάζει με στράτευμα, παρασέρνει το παγερό λευκό.. αντιστέκεται στη νύχτα..
Πόσο μπορεί να κρατήσει όμως.. όχι πάνω από μια μέρα.. ήδη ώρες ώρες χάνεται, κατατροπώνεται από τον εχθρό.. και όλοι ξέρουμε πως μέχρι αύριο θα έχει νικηθεί..
«νίκη νίκη όπου έχω νικηθεί»
Διασκεδάζω τον εαυτό μου γουλιά τη γουλιά.. τον βεβαιώνω ότι ζει αυτό που ζει, ότι βλέπει αυτό που βλέπει με μια ημερολογιακή διήγηση.. με την ψευδαίσθηση ότι κάποιος θα τη διαβάσει και θα του αρέσει.. είναι το γράμμα μου για όλους που δεν κατάφερα ποτέ να στείλω αντί αυτού προτίμησα τις καθιερωμένες αράδες με λίγη απόκρυψη της αλήθειας.
Γιατί πράγματι περνάω υπέροχα καλά.. τόσο διαφορετικά καλά, παραδομένη στην ελευθερία της μοναξιάς.. διαθέσιμη στον εαυτό μου και στο διαφορετικό.. γεύομαι σπόρο το σπόρο την ζωή αυτού του τόπου, που φαίνεται να είναι τόσο διαλεκτή, γεύομαι τις τόσες γεύσεις που δεν φαντάστηκα ποτέ ,ακόμη και αν δεν μου αρέσουν.. γεύομαι το δωμάτιο μου.. το λουλούδι μου στη γλάστρα έξω από την πόρτα.. χορταίνω τη μοναξιά στο δρόμο.. την απόλυτη αποξένωση.. αφήνομαι να είμαι ξένη τόσο ξένη σαν αόρατο φάντασμα και να παρατηρώ κι έτσι τη γεύομαι καλύτερα. και όταν όλα αυτά τα λέω στον εαυτό μου με πείσμα αυτός ο αφελής με πιστεύει και δεν του λείπει τίποτα.. τίποτα απολύτως.. το μόνο που θέλει είναι να στέκεται στο παράθυρο να περιμένει τον απέναντι ποιητή κάπου να εμφανιστεί.. για να του πει με δικό του τρόπο όλα όσα είδε στο θέατρο, στα γερμανόγλωσσα βιβλία, στις εκθέσεις ζωγραφικής.. να νιώσουν μαζί την έξαρση για την ομορφιά της τέχνης.. και ύστερα να αφήσουν το χιόνι να τους συνεπάρει και να τους χωρίσει, μαγεμένοι από το θέαμα..
Το δέντρο λούζεται στη χιονόπτωση, οι δρόμοι χάνονται κάτω από το λευκό πέπλο μυστηρίου.. οι ράγες του τρένου πάλι χάθηκαν.. η νύχτα λαμπιρίζει ρίχνει όλα της τα αστέρια μαζεμένα, δεν κρατάει τίποτα.. τα ντύνει καλά να μην κρυώσουν, σαν νιφάδες, και μας τα χαρίζει να κάνουμε όλες τις ευχές μας μαζί.. η νύχτα μητέρα.. σαν τη δική μου τη μητέρα που τώρα θα σβήνει το φως, θα βλέπει λίγη τηλεόραση κι ύστερα θα κοιμάται χωρίς να μπορεί να δει αυτήν την ουράνια προσφορά.. όπως εγώ δεν θέλω να βλέπω πια τους δρόμους γιατί χαμένοι στο λευκό μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά.. και ότι ευχή κάνω είναι να δω πάλι το ίδιο όνειρο, το χθεσινό.. πως είμαι εγώ ο απέναντι ποιητής.. και στο δεύτερο μεταμφιεσμένο αστέρι μια πιο τραβηγμένη.. να ονειρεύεται κάπου κάπου κι ο απέναντι ποιητής πως είναι εγώ.. γιατί έτσι και για αυτόν θα είμαι ένας ποιητής σαν κι εκείνον και τότε δεν θα έχει αξία να ψάξουμε να βρούμε ποιος είναι ο ποιητής στα αλήθεια και ποιος στα ψέματα γιατί στη δική μας μικρή κλειστή κοινωνία των δύο ποιον να ρωτήσεις και που να βρεις πότε ονειρεύεσαι και πότε ζεις αν όλοι μας είμαστε μπλεγμένοι στην ίδια πλάνη.
Κι ένα βαλς φτάνει στα αυτιά μου.. αναρωτιέμαι από πού.. ένας θλιβερός σκοπός ψιθυρισμένος μέσα από τα χείλη του χιονιού. Στους στίχους αυτού του βαλς αποκαλύπτεται μια αλήθεια.. και όταν οι στίχοι σωπαίνουν τότε μένει απλά η μουσική να μου την επαναλαμβάνει..
Χορεύω μόνη στους ήχους από το βαλς.. η σκιά του απέναντι ποιητή μου δείχνει πως και αυτός κάνει το ίδιο.. χωρίς ουδείς από μας να παρασύρεται από το βαυαρικό χορό.. από τον βαυαρικό τρόπο.. όσο κι αν πια τον ξέρουμε.. για μας μένει μόνο το βαλς.. να το χορεύουμε στον καθρέφτη μόνοι.. γιατί κανείς από τους δυο μας δεν έχει βρει ακόμη συνοδό.. κι όσο δεν βρίσκουμε είμαστε αναγκασμένοι να το χορεύουμε μόνοι, πάντα μόνοι..
Τα πλήκτρα του πιάνου.. συνθέτουν το σονέτο του επιλόγου.. τα φώτα σβήνουν.. το χιόνι δεν σταματά.. λαμπιρίζει στο σκοτάδι όλο και πιο πολύ..
Επιστρέφω στο κρεβάτι του ξένου. Σίγα σιγά μυρίζω πάνω του μονάχα το άρωμα μου.. και ονειρεύομαι τον απέναντι ποιητή.. κάθε νύχτα κάπου μπερδεύομαι και πιστεύω πως δεν είμαι άλλος από τον απέναντι ποιητή που ονειρεύεται πως είναι ένα απλό κορίτσι.. και τότε απορώ αν βλέπω όνειρο ή εφιάλτη. Και ποτέ δεν βρίσκω απάντηση.. τούτη τη στιγμή μονάχα νιώθω πως δεν θέλω πια να κοιμηθώ.. πως χόρτασα από ύπνο… γιατί είμαι ένας ποιητής.. και ίσως ένα κορίτσι να κρυφοκοιτάζει από το απέναντι παράθυρο.. να περιμένει να δει από πού έρχεται η έμπνευση.. τι αντικρίζουν τα μάτια μου πριν γράψουν το στίχο.. να το δει κι αυτή.. να αστράψουν τα μάτια της μπρος στην αποκάλυψη.. έτσι παίρνω πάντα το πρωινό μου κοιτάζοντας δήθεν αδιάφορα από το παράθυρο.. κι όταν κάπου διακρίνω μια μικρή αστραπή.. παλεύω με τις λέξεις μου και αν μπορώ τις κάνω στίχο..
Κι ύστερα βγαίνω στους δρόμους της άγνωστης ακόμα πολιτείας και από συνήθεια πάλι παρατηρώ.. και δεν νιώθω τους ρυθμούς της.. θελημένα.. μέχρι να τελειώσω το ποίημα του ξένου.. που σεργιανάει μόνος του στην παγωμένη πόλη..
Φοβάμαι να τραβήξω την κουρτίνα άλλο δεν έχω.. μόνο να περιμένω την αστραπή να έρθει από εκεί έξω..
Να χαζεύω τη λευκή πάχνη, τα σπάνια πουλιά, την ομίχλη που απλώνεται.. το θλιμμένο πιάνο που ταιριάζει μόνο με το απόγευμα.. κι όλα αυτά χωρίς την μικρή μου αστραπή να μην έχουν κανένα νόημα.. και μόνο ύστερα από αυτήν να αποκτούν.. κι ο εγωισμός μου να λέει και να επιμένει πως κάθε φορά την φαντάζομαι τούτη την αστραπή και πρέπει να την ξεχάσω, να μάθω να ζω χωρίς αυτή.
La dispute.. το γαλλικό βαλς..
Το ταξίδι μου.
Το όνειρο μου.
Η ζωή μου.
Η φαντασία μου.
Και η χαμένη ταυτότητα.
Η αδυναμία μου να αναγνωρίζω το κάθε τι.
Η τάση μου να τα μπερδεύω όλα.
Η εύλογη δυσφορία τους..
Συγγνώμη.
Άραγε σε ποια γλώσσα να το πω?
Entschuldigung, sorry, excusez-moi..
Καλή σας νύχτα.. και λυπάμαι για όλα..
Και κάποιο μοναχικό βράδυ που απλά κάτι δεν πήγε καλά, το μόνο που νιώθω είναι ότι έχω διαλυθεί.. και αναλώνομαι να μετράω τα κομμάτια μου, να προσπαθώ να τα βρω για να συνεχίζει ο λαιμός να στηρίζει το κεφάλι.. οι ώμοι το λαιμό μου.. ο θώρακας μου που τρέμει.. τα πόδια μου που σαν να λυγίζουν, να κόβονται στα δυο.. προδομένα από την αδυναμία.. τα δυο μου χέρια διπλωμένα μπροστά, το κεφάλι μου μέσα τους.. το μέτωπο μου μουσκεμένο.. τα δάκρυα.. το σκοτάδι.. ανασηκώνομαι ότι βλέπω στο παράθυρο είναι το πρόσωπο μου.. κανείς δίπλα, τίποτα έξω. Εγώ μόνη μου. Και οι απελπισμένοι φίλοι μου. Και η καλομαθημένη καρδιά μου που απόψε πονά, κλαίει.. ραγισμένη τραγουδά ένα νανούρισμα μήπως και το ακούσει η ίδια και καταφέρει να γαληνέψει και να κοιμηθεί.. εύχεται να το άκουγε και κάποιος άλλος.. επί ματαίω.. κανείς πουθενά.. οι πόλεις κοιμούνται.. και όποιοι αγαπώ ή πάω να αγαπήσω κάπου χάνονται ένας ένας..
Μια οργή με τρομάζει.. φάντασμα η οργή ή αλήθεια.. φοβάμαι να εξιχνιάσω το μυστήριο.. αν υπάρχει και αν αξίζει..
Πίνω το τελευταίο δάκρυ.. ο απέναντι ποιητής έχει από ώρα το φως του κλειστό.. όλη μου η ελπίδα συγκεντρωμένη στις νότες.. όλη μου η ψυχή να παρακαλάει ένα τηλέφωνο.. να ικετεύει και να μην ξέρει το γιατί..
Ντρέπομαι κάτι. Ποιος ξέρει τι.. ντρέπομαι.. μάλλον δεν θέλω να το πω.. ότι κι αν ντρέπομαι.. συνεχίζω και φαντάζομαι πως έχω την περηφάνια του κύκνου.. του γκρίζου κύκνου.. γιατί ο λευκός ίσως είναι πολύ όμορφος για μένα, κι ας ξέρω πως στο τέλος η μοναξιά θα με λυγίσει και με κατεβασμένα τα μάτια θα ψάξω μια αγκαλιά.. επίπλαστη.. παροδική. με ημερομηνία =λήξης, το τέλος του χειμώνα, ίσως και νωρίτερα.
Και κάθε βράδυ σαν να είναι το τελευταίο μου, όλο λέω αντίο στον απέναντι ποιητή.. μήπως και δείξει πως θέλει να μείνω.. βάζω το τελευταίο τρένο να του το πει και σαν κλείνω τα μάτια να κοιμηθώ.. ο ποιητής αρχίζει να ακούει λίγη μουσική και είμαι σίγουρη πως είναι για μένα γιατί είναι η ίδια που ακουγόταν από το δωμάτιο μου λίγο πριν. Κοιμάμαι λοιπόν ανακουφισμένη γιατί εγώ και ο απέναντι ποιητής ταιριάζουμε και πράγματι επικοινωνούμε.. μέχρι και ο ταχυδρόμος μπερδεύεται, και μου αφήνει στην πόρτα γράμματα γι αυτόν.. δεν αντέχω να μην τα δω, τα διαβάζω δυνατά στον εαυτό μου, τα καταχωρώ στη δική μου αλληλογραφία.. και είμαι σίγουρη πως ο ταχυδρόμος δεν μπορεί να κάνει λάθος, πιο πιθανό είναι εγώ να μην μπορώ να ξεχωρίσω πότε ονειρεύομαι και πότε ξυπνάω, γιατί η ζωή μου είναι όμορφη σαν όνειρο.. και το όνειρο μου εδώ και καιρό πραγματοποιήσιμο, απτό και προσιτό.. καθημερινότητα..
Η ευτυχία μου. Και ο αγώνας μου να την μοιραστώ για να επαληθεύσω την ύπαρξη της, που ποτέ δεν θα μάθω πως ακριβώς άρχισε και πως τέλειωσε..
Η συνείδηση της άγνοιας μου, της μοναξιάς μου που αποκαλύπτεται στο καθρέφτισμα από το απέναντι παράθυρο. Το γράμμα που δεν έρχεται. Το βράδυ της σιωπής και μια φωτογραφία.
Σε λίγο φεύγω, γυρνάω πίσω.. από ότι ξέρω εγώ και ο απέναντι ποιητής επιστρέφουμε με την ίδια πτήση.. μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι με παρακολουθεί.. αλλά δεν με ενοχλεί ίσα ίσα μ’ αρέσει.. νιώθω ασφάλεια να σκέφτομαι ότι πάντα κάπου είναι κρυμμένος.. για να εμφανιστεί τη στιγμή που θα μελαγχολήσω.. ή όταν θα έχει νυχτώσει, σαν να αποφεύγει να τον δω καθαρά..
Όμως εγώ τον ξέρω, τον θυμάμαι καλά. Όπως θυμάμαι καλά τον εαυτό μου κι ας αποφεύγω τους καθρέφτες. Ξυπνάω σε λάθος μέρα, σκοτάδι.. είμαι ακόμα εδώ.. ξυπνάω τη νύχτα.. ξυπνάω την ημέρα.. ξυπνάω συνέχεια, δεν μπορώ να κοιμηθώ κι όμως αποκοιμισμένη περιφέρομαι στο ξένο σπίτι, στο δικό μου σπίτι..
Ο απέναντι ποιητής ήδη ετοιμάζει τις βαλίτσες του.. εγώ όσο μπορώ το καθυστερώ.. το αναβάλλω, άσε που δεν έχω και πολλά να πάρω μαζί μου.. ότι είχα σημαντικό το έχω ήδη στείλει πίσω.. απλά συνεχίζω να γράφω το γράμμα.. όλο το γράφω μα δεν τελειώνει.. επιμένει να υπάρχει ατελές.. δεν ολοκληρώνεται ποτέ.. ποτέ δεν είναι πλήρες..
Σχεδόν 3 μήνες.. χρόνια.. στιγμές.. λεπτά.. η σκορπισμένη παγωνιά.. το τρακ..
Άραγε για πού φεύγω.. που θα ξαναρθώ.. για πού θα φεύγω.. πως και με ποιον..
Θέλω να δώσω ένα φιλί στο φιλόξενο δωμάτιο μα δεν ξεχωρίζω το μέτωπο, ούτε το μάγουλο.. ξεχωρίζω μόνο το στόμα αυτό που στην αρχή με κατάπινε, με έτρωγε.. με ξερνούσε πάλι πίσω.
Ο απέναντι ποιητής άνοιξε το φως του.. το δωμάτιο του άδειο. αδιάφορο.. ίδιο με το δικό μου.. αυτός δεν φαίνεται πουθενά.. κρίμα σαν να είχα έτοιμη την απάντηση που του χρωστάω..
Τέλειωσα. Εγώ.. για την ώρα, γιατί το γράμμα μου δεν τελειώνει ποτέ, δεν αποφασίζει ποτέ να τελειώσει.. ταλαιπωρημένο παιδί περιφέρεται στις πολιτείες.. δίχως όλα του τα ρούχα, μισόγυμνο και μισοπεθαμένο.. μέχρι την άνοιξη.. μέχρι το καλοκαίρι.. μέχρι το άλλο φθινόπωρο.. τον επόμενο χειμώνα..
Χαιρετίζω την κουβέντα μου.. ξεπροβοδίζω τη φράση μου που πια δεν γυρίζει πίσω.. κλείνω την πόρτα απαλά.. δεν κλειδώνω.. δεν ανάβω τα φώτα.. τι άλλο να δω? Ξαπλώνω.. πριν κλείσω τα μάτια μου βάζω το ξυπνητήρι.. να χτυπήσει την σωστή ώρα, την σωστή μέρα.. ο χρόνος και πάλι ανέλαβε όλη την ευθύνη, εγώ μπορώ να κοιμηθώ γαλήνια.. να ονειρευτώ το χουζούρι του επόμενου πρωινού.. στο κρεβάτι μου .. στο δωμάτιο μου που φιλοξένησε τόσους ξένους, ακούγοντας από μακριά μέσα στην απόλυτη τούτη σιωπή τα βήματα τους να γίνονται δικά μου.
*
©Ευγενία Ηλιοπούλου
*
photo©Jay Boersma, 1987
*
[στάχτες]
Advertisements