Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου, Αδειανή Στάση Λεωφορείου

by SF

Όταν πήρανε το Μίμη φαντάρο, η μάνα του η κυρά-Σοφία, αύξησε τις επισκέψεις της στο σπίτι μας. Ήμουνα τότε δεκατεσσάρων ετών, αλλά κι ο «γραμματιζούμενος» της μικρής μας γειτονιάς κι εκείνη ήθελε να της διαβάζω τα γράμματά του -που δεν έγραφε ο ίδιος φυσικά, μιας κι ήντουσαν αγράμματοι οικογενειακώς, μα προφανώς κάποιος άλλος συνάδελφός του- και να του απαντώ αμέσως. Με πλήρωνε μάλιστα, πότε με κανά δεκαρικάκι ή, στις καλές στιγμές της δουλειάς της, στα καλά μαντάτα, με εικοσαρικάκι. Ήταν καλό χαρτζιλίκι για μένα αυτό το, σημερινά ευτελές ποσόν, αν και το ‘παιρνα με χίλια ζόρια και μόνο γιατί ήξερα πως την ευχαριστούσε πολύ.
   Αρχικά ήτανε κοντά κι έτσι δε με χρειαζότανε συχνά η κυρά-Σοφία. Όταν όμως πήρε μετάθεση για Κιλκίς, πύκνωσεν η αλληλογραφία τους. Έτσι, όχι μόνον ερχόταν, αλλά πολλές φορές χρειάστηκε να πάω κι εγώ σπίτι της, για να διαβάσω γράμμα του και ν’ απαντήσω. Μέχρι κείνη τη χρονιά, το σπίτι κι ο στάβλος τους, ήτανε για μένα ΤΟ ΑΔΥΤΟ, το άγνωστο! Κάνεις από τη γειτονιά, δεν είχε περάσει το κατώφλι τους, εκτός της γιαγιάς μου, αλλά εκεινής -Θεός σ’χωρέσ’ τη τη κακομοίρα, ήταν υπέροχη και με λάτρευε- δε της έπαιρνες κουβέντα. Να όμως που το ‘φερε η θητεία του Μίμη και θα ‘μπαινα επιτέλους εκεί, που μόνο στη φαντασία μου είχα μπει.
   Όλη η οικογένεια ήσανε δουλευτές της γης, σχεδόν ολάκερη τη μέρα. Η κυρά-Σοφία δε, ένα λόγο παραπάνω, γιατί είχε και τις ασχολίες του σπιτιού. Είχανε στάβλο με γελάδια, κοτέτσι με πουλερικά, περιβόλια με ζαρζαβατικά κι απ’ αυτά βιοπορίζονταν. Ήταν έξι άτομα συνολικά: ο κυρ-Θανάσης πάτερ-φαμίλιας, η κυρά-Σοφία μητέρα και τέσσερα αγόρια: ο Γιάννης, μεγαλύτερος γιος, ο Γεράσιμος, ο Μιχάλης και το στερνοπούλι -η αδυναμία τους- ο Μίμης. Ήταν όλοι τους καλοί άνθρωποι, δε πειράζανε κανένα και κοιτάζανε τη δουλειά και το σπίτι τους. Τα δύο μεγαλύτερα αγόρια, είχανε κάπως ασχοληθεί περισσότερο με τα γράμματα, όχι σπουδαία πράματα δηλαδή. Οι δύο τελευταίοι δε, ήσανε λίγο τρελούτσικοι, μιλούσανε γρήγορα, -δε ξεδιάλυνες εύκολα τα λόγια τους- και μιλώντας ανοιγοκλείνανε τα μάτια. Αν προσθέσουμε και το πως ήσαν αντικειμενικά άσχημοι, συμπληρώνεται τέλεια η εικόνα.
   Με το Μίμη είχαμε έξι χρόνια διαφορά και μικρότεροι, καθώς η γειτονιά μας δεν είχε άλλα παιδιά, παίζαμε μαζί. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία κι σα σταματήσαμε πια να παίζουμε. Γινόταν αντιληπτός από μακριά, σα περνούσε, γιατί πάντα τραγουδούσε δυνατά τα σουξέ της εποχής. Μεγάλο «κόλλημα» θυμάμαι, είχε φάει με το: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι» κι ήτανε το τελευταίο τραγούδι που άκουσα ποτέ από το στόμα του.
   Όταν με κάλεσε η κυρά-Σοφία, πρώτη φορά σπίτι της, ήταν η χρονιά κείνη που βάλαμε τηλέφωνα στη γειτονιά. Ξεκίνησα με δέος κι όταν έφτασα, βρήκα το σπίτι ανοιχτό, αλλά κανείς δεν ήτανε μέσα. Περιεργάστηκα με τα μάτια μου το χώρο, θρέφοντας μελλοντικές φαντασιακές εικόνες και μετά τη φώναξα δυνατά. Εκείνη μ’ απάντησε από το στάβλο κι έτσι κίνησα για να διαβώ κι άλλο μεγάλο κατώφλι. Εκεί είδα και μύρισα πρώτη φορά στη ζωή μου, ένα στάβλο με γελάδες. Δε μπορώ να πω πως με μάγεψεν η μυρωδιά, ωστόσο όταν βρέθηκα στη Γεωπονική, μετά απ’ αρκετά χρόνια κι ο φίλος που με ξεναγούσε κει, με πήγε και στους στάβλους, μυρίζοντας το χώρο ένιωσα να λυγίζω μέσα μου. Είχε μείνει άναυδος, βλέποντας τα δακρυσμένα μάτια μου κι ενώ εκείνος είχε κλείσει τα ρουθούνια του, εγώ ξαναγευόμουνα την οσμή της εφηβείας, μιας εποχής που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Η κυρά-Σοφία τελείωνε το άρμεγμα κι εγώ κοιτούσα γύρω μαγεμένος, φτιάχνοντας με το μυαλό μου εικόνες. Αυτό το χούϊ το ‘χα από παιδάκι, παρόλο που τα ερεθίσματα ήταν ελάχιστα. Σα τελείωσε κάποια στιγμή, σήκωσε με μεγάλη ευκολία τη μεγάλη καρδάρα με το φρέσκο κι αχνιστό γάλα και με φώναξε να την ακολουθήσω πίσω στο σπίτι. Ήταν εύσωμη και δυνατή γυναίκα, παρόλα τα πενήντα χρονάκια της. Είχε κατάμαυρα και μακριά μαλλιά κι ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, με ολοκόκκινα μάγουλα. Μέσα στο κουζινάκι, μου ‘βαλε μια μεγάλη κούπα γάλα και μου ‘δωσε το γράμμα του Μίμη, κοιτάζοντάς με, με τόση προσμονή, που ξέχασα τη κούπα που τόσο λαχταρούσα κι άρχισα αμέσως να της διαβάζω αργά και καθαρά.
   Όταν τελείωσα και σήκωσα τα μάτια μου την είδα δακρυσμένη και πίσω της, πάνω στο πετρογκάζι με τα τρία «μάτια», ανάμεσα από δυο κατσαρόλες, στο μεσαίο μικρό «μάτι», που ‘ταν άδειο, είδα -πιστέψτε με-, ένα ποντικό να στέκεται στα πίσω πόδια και να κουνά την ουρά του στο πλάι, κοιτάζοντάς μας και χαϊδεύοντας τα μουστάκια του με τα μπροστινά ποδάρια! Εκείνη, είδε στο βλέμμα μου φόβο κι απορία και γύρισε να κοιτάξει παραξενεμένη. Σχεδόν αμέσως ξαναγύρισε μπροστά, ανασήκωσε τους ώμους και γέλασε με τη καρδιά της. Γέλασα κι εγώ μαζί της αμήχανα και τότε μου ‘πε, γελώντας ακόμα:
   -«Αχ τι να κάνω βρε Πάτουκλε», -δεν έλεγε καλά τ’ όνομά μου- «είναι παντού τα σκασμένα, αλλά να σου ‘πω τι έπαθε ο άντρας μου τις άλλες. Είχε βάλει φάκες, από ‘κείνες με τα δοντάκια, για να τα ξολοθρέψει και του ‘λεγα: πρόσεχε Θανάση μου, ειν’ επικίντυνες αυτές! Μπααα τίποτ’ αυτός. Πάει λοιπόν το ποντίκι, να φάει το τυράκι της φάκας κι εκεί πάνω του χιμά η γάτα μας. Τη πιάνει η φάκα στο στόμα και της σκίζει τα χείλια. Έπειτα από μέρες, όταν είχε ηρεμήσει απ’ τους πόνους, εμφανίζεται ‘μπρος του κι εκείνος βάζει τη φωνή: Γυναικάααα τρέχα, η γάτα με κοιτάει και …γελάει! Ξεράθηκα βρε Πάτουκλε στα γέλια, άσε που λέω πως αυτή η γάτα, δε θα ξαναφάει ποντίκι, σ’ όλη της τη ζήση, έπειτα απ’ αυτό το κάζο»! Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά, τέλειωσα το γράμμα της κι έφυγα!
Μέχρι που απολύθηκε ο Μίμης, πήγα πολλές φορές εκεί. Εκτός του χαρτζιλικιού και του δέους, αυτό είχε αποκτήσει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον . Μέσα στα γράμματα του Μίμη, έβλεπα κάθε φορά και μια φράση, που αρχικά μου ‘χε φανεί σαν άσχετη. Μου πήρε ελάχιστα να καταλάβω κι έβαζα κι εγώ μια δική μου φράση μέσα. Επικοινωνούσα άτυπα με τον άλλο διαμεσολαβητή και φυσικά αυτές οι μυστικές φράσεις, δε διαβαζόντανε ποτέ στους κυρίως αλληλογραφόμενους.
   Απολύθηκε λοιπόν με λίγη φυλακή ο Μίμης και ξανάρχισε το παλιό βιολί. Μόνο που δεν επέστρεψε πια στη δουλειά της οικογένειας. Έπιασε δουλειά σ’ ένα σιδεράδικο, λίγο πιο κάτω από τη στάση, που ‘παιρνα εγώ το σχολικό μου. Πήγαινα πέμπτη γυμνασίου τότε, -ήμουν η τελευταία φουρνιά του παλιού εξαταξίου- κι επειδή δεν είχαμε στο χωριό μας, πηγαίναμε στο γυμνάσιο της διπλανής κωμόπολης. Έμενα μακριά από το χωριό, έτσι έπαιρνα το σχολικό σε μια στάση μεμονωμένη, ολομόναχος κάθε πρωί. Η μοναξιά μου διακοπτότανε μόνο όταν περνούσε ο Μίμης με τη «φλορέτα» τη «πρα-πρα» που ‘χεν αγοράσει, σταματούσε, καλημεριζόμαστε, ανταλλάσσαμε λίγες φράσεις κι έπειτα γκάζωνε τη «φλορέτα» και μιας και δε τον ικανοποιούσε ο θόρυβος, βοηθούσε με τις …γκαζοκραυγές του και τραβούσε για το σιδεράδικο.
   Ένα πρωινό, μόλις είχα βγει από το σπίτι για να πάω στη στάση, φρενάρει δίπλα μου ένας οικογενειακός φίλος, που πήγαινε στο χωριό και προσφέρθηκε να με πετάξει μέχρι την αφετηρία. Να σημειώσω εδώ μερικά πραγματάκια, που ίσως φανούν -κι ίσως να ‘ναι τελικά- ασήμαντα. Ο δρόμος που περνούσε από το πατρικό μου τότε, ήτανε τόσο κακοτράχαλος, που δε τονε προτιμούσαν οι οδηγοί. Στα έξι χρόνια που ολοκλήρωσα τη μέση εκπαίδευση, μόλις δυο φορές βρέθηκα να παίρνω το σχολικό από την αφετηρία. Η δεύτερη μάλλον δε θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη, γιατί ήταν εξετάσεις κι εκείνη τη μέρα γράφαμε εκτάκτως στις 10.30 π.μ., έτσι το ‘κοψα με το πόδι. Ποτέ δεν έμαθα γιατί ο φίλος μας, προτίμησε ΕΚΕΙΝΟ το δρόμο, ΕΚΕΙΝΟ το πρωΐ και δε θυμάμαι να ρώτησα καν. Ήμουνα τόσο χαρούμενος γιατί επιτέλους θα πήγαινα καθιστός κι ίσως μάλιστα να ‘πιανα θέση, κοντά στο κορίτσι που τότε λαχταρούσα.
   Πράγματι όλα γίναν έτσι και το λεωφορείο ξεκίνησε μ’ αγκομαχητό. Ήταν από ‘κείνα τα παλιά  λεωφορεία, με τη μεγάλη πενταπλή γαλαρία, τα σταχτοδοχεία σ’ όλες τις θέσεις και τα δερμάτινα, μαξιλαρωτά καθίσματα. Μόλις έφτασε στη στροφή, λίγο μετά το σιδεράδικο του Μίμη και λίγο πριν τη στάση μου, σταμάτησε απότομα. Πολύς κόσμος, πολλά σταματημένα αυτοκίνητα και πολύ χλαλοή. Ο οδηγός έδεσε το χειρόφρενο και κατέβηκε να δει, αφού πρώτα μας φοβέρισε να μη κουνήσουμε ρούπι κι όταν γύρισε πάλιν, ήταν πανιασμένος! Μας είπε για κάποιο ατύχημα κι αναφέρθηκε μ’ ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για κάποιο, πολύ άσχημα τραυματισμένο συνάνθρωπό μας. Εκείνη την ώρα, μιας και καθόμουν κοντά στο παράθυρο κι από την εξωτερική μεριά, είδα το ξεσκέπαστο φορτηγάκι, που στη καρότσα του είχεν έναν άντρα τυλιγμένο σ’ ένα σεντόνι κι ενώ πρέπει να ‘ταν ολόλευκο, είχε βαφτεί κατακόκκινο από το αίμα, να περνά κορνάροντας συνεχώς και δίπλα του το Γιάννη, το μεγάλο αδελφό του Μίμη. Όταν ελευθερώθηκε ο δρόμος και περάσαμε, είδα τη διαλυμένη «φλορέτα» στο πλάι και κατάλαβα ποιος ήταν εκείνος, που ‘τανε τυλιγμένος στο σεντόνι και που δε μπορούσα ν’ αναγνωρίσω!
   Αργότερα έμαθα πως είχε ξεψυχήσει, μόλις εικοσιτριών ετών, πριν καν φτάσει στο νοσοκομείο. Είχε πάρει τη στροφούλα κλειστότερα κι εκείνη τη στιγμή, -εκείνη ακριβώς τη στιγμή-, έτυχε να περνά -παρόλο που δεν ήτανε τόσο πυκνή η κυκλοφορία τότε και μάλιστα τόσο πρωί- έν’ άλλο αυτοκίνητο. Ο Μίμης καρφώθηκε με τη «φλορέτα» του, ακριβώς πάνω στη κόψη της στροφής, στον αριστερό προβολέα του άλλου, πετάχτηκε σκίζοντας υπογάστριο και γεννητικά όργανα, πάνω στο τιμόνι του και καρφώθηκε πάνω στο παρμπρίζ, σπάζοντάς το και σκίζοντας, λίγο-πολύ και το υπόλοιπο κορμί του.
   Αυτή την εικόνα: το Μίμη ξαπλωμένο κι αιμόφυρτο πάνω στο φορτηγάκι, την έβλεπα για πολλές νύχτες στον ύπνο μου. Μια φορά μάλιστα τον είδα να ‘ρχεται, ντυμένος μ’ ένα ολόλευκο σεντόνι, καθαρός κι ακέριος, να σιγοτραγουδά: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς», να σταματά, να με χαιρετά και να ξαναγκαζώνει τη «φλορέτα» με το δεξί χέρι και τη γκαζοκραυγή του, φεύγοντας.
   Τη κυρά-Σοφία έκανα πάρα πολύ καιρό να τη δω, μα σα την είδα τρόμαξα να τηνε γνωρίσω. Είχαν ασπρίσει τα κατάμαυρα μαλλιά της κι είχε ρυτιδιάσει στο πρόσωπο. Είχεν αδυνατίσει πάρα πολύ…
Αχ κυρά-Σοφία… Συγγνώμη που δεν ήμουνα στη στάση μου κι εκείνο το πρωί, όπως όλα τ’ άλλα. Θα τον είχα καθυστερήσει με τις καλημέρες και με τη μικρή καθημερινή μας κουβεντούλα τόσον, όσο θα χρειαζότανε…
   Λυπάμαι κυρά-Σοφία… Γιατί ‘κει που πήγε, μήτε γράμμα του μπορώ να σου διαβάσω, μήτε και να του γράψουμε μπορούμε…
{+ΝΟΕΜΒΡΗΣ ’77} ΓΕΝΑΡΗΣ 2002
Copyright©Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου –Περί γραφής
 
Advertisements