Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται

by SF

Διήγημα από το βιβλίο «Κρυφά Ταξίδια» του συγγραφέα

Την έμπνευση δεν τη στέλνουν οι ουρανοί, την προκαλούν τα γεγονότα. Γι’ αυτό ο συγγραφέας παρακολουθεί αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Παρατηρεί ό,τι έχει γι’ αυτόν ζωτική σημασία. Αυτό που θα τον αγγίξει θα γίνει η ιστορία του.
    Ο συγγραφέας λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο. Παίζει με το εφικτό και το αναπόφευκτο. Κυνηγάει το ανέφικτο. Το γραφτό του οφείλει να είναι οδυνηρό και διασκεδαστικό. Ο ρόλος του παιδευτικός. Με το μυθιστόρημά του διδάσκει. Επιζητεί την αποκάλυψη. Ξεσκεπάζει την αθέατη πλευρά, το αόρατο, την ουσία. Ανυψώνει το φθαρτό σε θεό, οδηγεί τον αναγνώστη στη λύτρωση.
    Γίνεται καθημερινός παρατηρητής του μυαλού του. Η ιστορία που θα διηγηθεί είναι μια παραίσθηση του ήδη οραθέντος. Μιλάει με αναφορές στο παρελθόν. Αναζητάει το χαμένο χρόνο. Γι’ αυτό έχει ανάγκη τις μνήμες του. Χωρίς αυτές δεν μπορεί να κάνει βήμα. Το μυθιστόρημά του θα πλημμυρίζει από αναμνήσεις και πάθος. Χρειάζεται το πάθος. Το πάθος είναι μια κόκκινη κηλίδα που απλώνεται. Η τέχνη του λόγου λειτουργεί σαν βίαιη συγκίνηση. Ο συγγραφέας αναζητάει τη συγκίνηση. Η συγκίνηση τον κινητοποιεί. Zει εσωτερικά. Εμπιστεύεται το μυαλό του. Το μυαλό είναι απεριόριστο, είναι παράλογο. Έχει την αυτόματη δυνατότητα να ερμηνεύει τα πράγματα, όπως παρουσιάζονται, τη στιγμή που παρουσιάζονται. Το μεγαλείο του ανθρώπινου μυαλού είναι ότι στο βάθος του περιέχει λογική, αλλά στην επιφάνεια παραμένει παράλογο. Χρειάζεται εκπαίδευση για να μάθει να κρατάει επαφή με το μυαλό του.
    Μόλις του έρθει στο νου μια σκέψη ενδιαφέρουσα την καταγράφει πρόχειρα, όπου βρει. Προσπαθεί να είναι περιεκτικός και σαφής τη στιγμή που καταγράφει τις σκέψεις του. Αν δεν έχει χαρτί για να γράψει, προσπαθεί να θυμάται τη σειρά με την οποία περνάνε οι σκέψεις από το μυαλό του, πώς τον κυριεύει η σύλληψη, πώς ειπώθηκαν οι κουβέντες που ακούστηκαν, με ποια διαδοχή ακολούθησαν τα συμβάντα.
    Η μνήμη είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός και η επαναφορά των αναμνήσεων γίνεται κατά τρόπο άτακτο. Το μυαλό παίζει παιχνίδια, παρουσιάζοντας παραληρήματα εικόνων που δεν έχουν τίποτα το κοινό μετην αληθινή μνήμη. Σκηνές του παρελθόντος ξαναζούν και δεν τις αναγνωρίζει ως δικές του μνήμες. Πρόκειται για θραύσματα μνήμης, αλλοιωμένα, που παρουσιάζονται, όπως και στα όνειρα, με μια αυθαίρετη συμβολική εξιστόρηση.
    Βιώνει την περίεργη ψυχολογική παραίσθηση όπου το παρόν εκλαμβάνεται ως παρελθόν. Το μυαλό του δημιουργεί απατηλές μνήμες και αναμνήσεις, με εικόνες και γεγονότα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για παραισθήσεις του παρόντος που μοιάζουν με τρεμοφέγγισμα του παρελθόντος.
    Το μυθιστόρημα γράφεται για τη στιγμή που φεύγει. Πάνω στη θεώρηση της άδηλης μνήμης. Για εκείνες τις στιγμές που ο συγγραφέας είναι βέβαιος ότι τις έχει ξαναζήσει και τις αναβιώνει σ’ έναν αργό χρόνο. Αυτή η ψευδαίσθηση αναφέρεται όχι μόνο στις αντιλήψεις αλλά και στις εσωτερικές διαθέσεις του, στην ψυχική του κατάσταση, και συνοδεύεται από μια αίσθηση πρόβλεψης γι’ αυτό που θα ακολουθήσει και από μια εντύπωση ονείρου και παράδοξου, που ενίοτε φτάνει μέχρι την Αγωνία.
    Ζει, πηγαινοέρχεται, μιλάει, οι άλλοι γύρω του εκτελούν τις ίδιες γνωστές κινήσεις, και ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι όλα αυτά του είναι εξαιρετικά οικεία, τα πρόσωπα έχουν ξανακάνει τις κινήσεις αυτές, έχουν προφέρει τις ίδιες λέξεις, έχουν ανταλλάξει τις ίδιες φράσεις, με την ίδια σειρά και με τον ίδιο απαράλλαχτο τρόπο, χωρίς να είναι δυνατόν να πει πού και πότε.
    Αισθάνεται ότι ζει κατά τον αυτό ακριβώς τρόπο πράγματα που έχει ήδη ζήσει στο παρελθόν, μολονότι φαίνεται απολύτως αδύνατο να έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.
    Πριν ριχτεί στο μακροβούτι του γραψίματος, ξανακοιτάει τις ονειρικές αναμνήσεις, τις σύντομες σημειώσεις, τις καταγραφές των ονείρων του.
    Καταγράφει τα όνειρά του, γιατί έτσι επικοινωνεί άμεσα με τον εσώτερο κόσμο, διερευνά το άβατο, το απρόσιτο του ανεξερεύνητου εαυτού του. Τα όνειρα επηρεάζουν βαθιά τα κείμενά του. Βλέπει συχνά ανησυχητικά, εφιαλτικά όνειρα, που τον κάνουν να πετάγεται αλαφιασμένος, ν’ ανάβει το φως και να μένει για ώρες ξύπνιος. Συγκρατεί κάποιες φευγαλέες, περασμένες στιγμές, σημειώνει τους νυχτερινούς τρόμους, τις ονειρώξεις, τους ερεθισμούς, προτού διαλυθούν και σβήσουν τα ονειρικά πρόσωπα που κάθε νύχτα συμβιώνει μαζί τους.
   Μέσα σε μια αχλή ονείρου, λίγο θολά, υποβλητικά, παρουσιάζεται άναρχα και επιλεκτικά, υλοποιημένο από κάποιους σκοτεινούς και μυστηριώδεις μηχανισμούς, το παρελθόν…
Η ιχνηλάτηση των παραισθήσεων γυρεύει να βρει το εφιαλτικό μισό του εαυτού του, να το καρφώσει με το μαχαίρι που κρατάει με χέρι που τρέμει αβέβαια στο σκοτάδι, κατεύθυνση νότος, κυνηγώντας τα καλοκαιρινά ηλιοστάσια, τα παιχνιδίσματα των φεγγαρόλουστων κυμάτων στο πέλαγος των επιθυμιών…
    Αυτό που τον ενδιαφέρει στα γραπτά του είναι η αρχή. Πρώτα κάνει ένα σχεδιάγραμμα, αλλά μόλις περνάει στη φάση του γραψίματος διαπιστώνει ότι αρχίζει από το τέλος και ότι είναι ανίκανος να σεβαστεί τα προκαθορισμένα όρια. Γράφει το τέλος του μυθιστορήματος από την αρχή.
    Γνωρίζει έτσι, εκ των προτέρων, πού πηγαίνει και δεν κινδυνεύει να χαθεί στη διαδρομή. Μπορεί να γράψει το μυθιστόρημα από το τέλος προς την αρχή κι έτσι ανακαλύπτει την αρχή. Όμως δεν μπορεί να αρχίσει να γράφει ένα βιβλίο, όταν ήδη γνωρίζει το τέλος του. Μπερδεύεται. Το μυθιστόρημα δεν προχωράει.
    Συγκεντρώνει τις σύντομες σημειώσεις που κρατεί, γρηγορογραμμένες σημειώσεις, αποκόμματα από εφημερίδες, βιβλία, ντοκουμέντα, οτιδήποτε αφορά το θέμα του. Για κάθε κεφάλαιο αρχίζει μια ατελείωτη αναζήτηση πηγών. Συγκεντρώνεται στο υλικό του, το σκέφτεται νύχτα και μέρα, κοιμάται και ξυπνάει μαζί με τους ήρωες και τις δυσκολίες που προκύπτουν, ζει στο ρυθμό του βιβλίου. Βυθίζεται σε μια κατάσταση ακραίας ευαισθησίας. Το σώμα περιέρχεται σε υπερδιέγερση, το πνεύμα απλώνεται σαν ιστός αράχνης. Ξεκινάει μια συνεχής και ιδιαίτερα περίπλοκη νοητική λειτουργία, μια διαδικασία όπου αναμειγνύονται αισθητηριακές πληροφορίες με πληροφορίες που αναδύονται από τα έγκατα του μυαλού, όπου βρίσκονται αποθηκευμένες και αφορούν το ζήτημα του μυθιστορήματος που πραγματεύεται. Βυθίζεται στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Ανακαλεί στην ενεργό μνήμη τις αρχειοθετημένες στον εγκέφαλο πληροφορίες για να συνθέσει τους χαρακτήρες των ηρώων, για να κινήσει τα πρόσωπα στο χώρο, για να στήσει συζητήσεις. Δε θέλει να συναντάει ανθρώπους, να βγαίνει έξω, να ακούει συζητήσεις, να βλέπει. Το μυθιστόρημα φτιάχνεται, γράφεται, δημιουργείται σιγά σιγά σ’ ένα κλίμα εμμονής. Το μυθιστόρημα απαιτεί μια επίμονη διαθεσιμότητα…
    Αφήνεται στο γράψιμο και στις καταστάσεις να τον οδηγούν. Εισδύει σε μια κατάσταση διέγερσης του εγκεφάλου και βιώνει ένα είδος στιγμιαίας βουτιάς στο παρελθόν, όπου περιγράφει την κατάσταση μιας προηγούμενης εμπειρίας. Όλα κυλάνε με βάση τις εμπειρίες του, τις γνώσεις του, τις μνήμες του παρελθόντος. Οι αναδρομές στο παρελθόν είναι αναδρομές μνήμης ή μεταφορές στην ίδια την παρελθούσα ζωή.
    Βυθίζεται στην προσωπική αναζήτηση, στις φοβίες, στην ασάφεια για τον προορισμό, έτσι όπως τον συνοδεύει το τραγούδι των σειρήνων που ακούγεται στην πλεύση της ζωής. Το υλικό υπάρχει, κρύβεται μέσα του κι είναι σιωπηλό, πρέπει να το ανακαλύψει, να το κάνει να μιλήσει. Προσπαθεί να θυμηθεί κι είναι σαν να κοιτάζει στην ομίχλη. Το μυαλό ανακαλεί πυρετικά εικόνες και αισθήματα που τον έχουν χαράξει σαν ύπαρξη, σαν ανθρώπινη οντότητα. Η συνεχής ροή εικόνων σταθεροποιείται, δημιουργείται ένα είδος σταματημένης εικόνας, ένα μετείκασμα. Εικόνες που έρχονται κατευθείαν από την κόλαση ή τον παράδεισο του συγκινησιακού πάθους. Κάνοντας μεγάλη προσπάθεια διακρίνει αυτά που αναζητεί, αυτά που τον καθορίσανε και που εισχωρούν το ένα μέσα στ’ άλλο και μετουσιώνονται, όπως στην ποίηση τα ηχοχρώματα, σαν το αντρικό μόριο που εισχωρεί στη θηλυκή σχισμή, σαν το όνειρο που γλιστράει στον ύπνο.
    Αγωνίζεται για να θυμηθεί ακόμη και τις πιο ασήμαντες στιγμές της ζωής του. Είναι δύσκολο να επιστρέψει στην παιδική του ηλικία. Η αναπόληση τον οδηγεί στους τρόμους της εφηβείας, σε μυθικά πρόσωπα, ανεβαίνει με δυσκολία σε αμμόλοφους, ακούει το κελάρυσμα ρυακιού, την παλίρροια που φουσκώνει, στα βράχια αλλόκοτα ιερογλυφικά σημάδια, άυλες υποστάσεις και ξωτικά ξεπετάγονται, μια σαλαμάνδρα κολυμπάει στο νερό, χάνεται στο ονειροπόλημα, στ’ αυτιά αέρινοι ήχοι, οι ουτοπίες, τα αινίγματα, η βοή κι ο παφλασμός των κυμάτων, το τιτίβισμα πουλιών-τροβαδούρων, ο αντικατοπτρισμός, η κλεψύδρα, ο ατέρμων κοχλίας, τα αρχαία μυστήρια, το γιάντες, ο κλήδονας, η τηλεπάθεια, το στροβίλισμα, η μετεώριση, η απογείωση, η ανάδυση, η ελικοειδής αναρρίχηση, ο λαβύρινθος…
    Θυμάται την πρώτη του ερωτική εμπειρία. Θυμάται εικόνες, ήχους, μυρωδιές. Μια αίσθηση ανικανοποίητου. Θυμάται την πρώτη του αγάπη.
    Τον έκανε πολύ δυστυχισμένο τότε. Ήταν τόσο δύσκολο να αντιμετωπίσει όλα εκείνα τα αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα, ήταν πολύ νέος…
    Τα πάθη προκαλούν σύγχυση. Αποτυπώνοντας κανείς το πάθος το ξεπερνάει και το απογυμνώνει, και οι φιλόσοφοι γύρευαν πάντα να γιατρευτούν από το πάθος με τη γνώση. Την πρωτοφίλησε με ανοιχτά τα μάτια μια νύχτα δίπλα στον Ιλισό ποταμό κι έβλεπε πίσω από τον ώμο της την Ακρόπολη. Δάκρυσε από ευτυχία, ήταν σαν να φιλούσε τον Παρθενώνα. Τα πρώτα του γραψίματα ουσιαστικά εξαιτίας αυτού του έρωτα ξεκίνησαν. Περιέγραφε τη μοναξιά, τα αδιέξοδα, την αβεβαιότητα.
    Και ήταν μια πολύ καταθλιπτική γραφή.
   Είναι γεμάτος ένταση, προσπαθεί όμως να κρατιέται σε κάποια απόσταση από το υλικό του. Δε νιώθει ικανοποιημένος από το συμβατικό τρόπο της μυθιστορηματικής αφήγησης γι’ αυτό προσπαθεί να αναπτύξει μια νέα ρυθμική καταγραφή των συναισθημάτων, αυθόρμητη, συνεχή, ένα γράψιμο δίχως διορθωτικές επεμβάσεις, μ’ ένα γρήγορο και ασθματικό ρυθμό που περιέχει την αίσθηση ότι έχει ειπωθεί με μια ανάσα. Όπως στη βουδιστική φιλοσοφία, που αντιλαμβάνεται τη ζωή σαν ένα ποτάμι που κυλάει χωρίς σταματημό.
    Προσπαθεί να διατηρήσει με τη γραφή του την αυθόρμητη έκφραση, όπως κάνει κι η τζαζ. Προσπαθεί να αυτοσχεδιάσει, να γράψει με τον τρόπο που χτυπάει ο τυμπανιστής το τύμπανο στο τρέμολο των τυμπάνων.
    Προχωράει τελείως αντίθετα από τους συγγραφείς που παραμένουν στην αρχή της ραφιναρισμένης επεξεργασίας του κειμένου. Επιχειρεί τυχαία δεσίματα στα κείμενά του και ανακαλύπτει ότι τα γραφτά αυτά συνεχίζουν να έχουν ένα ρυθμό κειμένου. Διαβάζει δυνατά το κείμενο. Προσπαθεί να αναπαραγάγει ένα διάλογο. Αλλάζει τη φωνή του, δίνει τόνο, χρώμα, υποδύεται τους ήρωές του, το ζει. Δε σταματάει να μιλάει ούτε στιγμή.
    Προσπαθεί να μπει στο πετσί των ηρώων. Μιλάει με λεπτή γυναικεία φωνή, απαντάει με χοντρή μπάσα φωνή.
   Αν στο μυθιστόρημα τηρείται ενότητα χώρου και χρόνου ο χρόνος πρέπει να αφήνει την αίσθηση της κανονικής ροής του. Ούτε υπερβολικά λίγος ο χρόνος για πράγματα και συμβάντα ούτε και εκτενής, ώστε η ιστορία να δοθεί με αδρομέρεια. Η ενότητα του τόπου διατηρείται αδιάλειπτη.
Το μυθιστόρημα γράφεται στο πρώτο πρόσωπο κι αυτό σημαίνει ότι ο συγγραφέας έζησε μια ιστορία και τώρα την αφηγείται. Το πρόσωπο αυτό είναι υπαρκτό, δεν είναι πλαστό, είναι το ίδιο το πρόσωπο του συγγραφέα.
    Το πρώτο πρόσωπο είναι ο χώρος της πνευματικής αγωνίας του. Μπορεί ο συγγραφέας να δοκιμάσει να κρυφτεί ή να μεταπλαστεί έστω και λίγο, να δημιουργήσει αμφιβολίες. Όμως η ταύτισή του με το μυθιστορηματικό «εγώ» θέτει όρια που και να θέλει να τα υπερβεί, στην εξέλιξη του κειμένου, δεν μπορεί. Θέτει όρια κυρίως στην ψυχολογική ανίχνευση και στις εξομολογήσεις του πρώτου προσώπου. Πρέπει να παραμείνει συνεπής με τη ζωντανή ως τότε εικόνα του. Μπολιάζει την αλήθεια με άλλα περιστατικά και άλλες στιγμές, μα οπωσδήποτε από τον ίδιο βιωμένα.
    Πρόκειται για μια λογοτεχνία βιωματική. Η βιωματική αυτή ύλη, εμπειρική κατά μέγα μέρος, μπορεί να μεταπλαστεί λίγο ή πολύ.
   Αν δουλευτεί και γίνει ένας άλλος κόσμος, αν τοποθετηθεί σε άλλη βάση, πάλι παραμένει βιωματική λογοτεχνία, όμως διαφορετικά διαβαθμισμένη.
     Μπορεί στη διάρκεια της εξιστόρησης να αποσύρεται από τις ζωντανές συζητήσεις προσώπων και να κλείνεται στον κόσμο της προσωπικής, ηθικής-υπαρξιακής αγωνίας. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν βρίσκεται μόνος, όταν δηλαδή δεν κουβεντιάζει ή δεν πράττει, σκέπτεται.
    Πολιορκείται από τα προβλήματά του, τις επιθυμίες, τον εσωτερικό του, τέλος πάντων, κόσμο. Και κάνει έναν εσωτερικό μονόλογο. Μιλάει μόνος μέσα στο σκοτάδι. Είναι μια χαμηλόφωνη αφήγηση, που κυλάει σαν να μην υπάρχει ακροατής, αυτί άλλο που να μπορεί να τη συλλάβει και να την καταλάβει. Ο εσωτερικός μονόλογος στρέφεται κυρίως γύρω από τις εντυπώσεις, τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τα όνειρα, που δημιουργούν τα πράγματα και τα γεγονότα μέσα του. Μια συνεχής αυτοανάλυση, μια διείσδυση, μια ειλικρινής παρουσίαση της εσωτερικής του κατάστασης, είναι τα όνειρα του «εγώ», και είναι ακόμη τα βάθη του ασυνείδητου στα οποία αρκετοί σύγχρονοι συγγραφείς προσπαθούν να κατέβουν.
    Ανιχνεύει την ύλη του μυθιστορήματος, ψηλαφίζει τα δεσίματά του και το ρυθμό που το διέπει, την ατμόσφαιρα, τη γλώσσα, τις λέξεις, τη σύνταξη, τον τόνο με τον οποίο τα είπε, τα άκουσε, τα έζησε ή τα έχει φανταστεί…
    Τα άλλα πρόσωπα, σε δεύτερο πλάνο, προσφέρονται, όχι βέβαια άμεσα, σε διαπιστώσεις και διεισδύσεις του ίδιου του συγγραφέα στο μυστικό κόσμο τους, άλλα πάντα έμμεσα, με περιγραφές και ομολογίες των ίδιων των προσώπων, με όση δυνατότητα αυτογνωσίας και ειλικρίνειας διαθέτουν. Δε διεκδικεί το δικαίωμα του να παρίσταται σε όλες τις στιγμές των προσώπων, εάν αυτά δεν είναι συγκεντρωμένα. Όταν φεύγουν μακριά, αλλά και όταν αποσύρονται στα δωμάτιά τους, ο συγγραφέας παύει να τα βλέπει.
    Γιατί το πρώτο πρόσωπο ταυτίζεται απόλυτα με το πρόσωπο του συγγραφέα. Και μόνο αυτού του προσώπου οι στιγμές μπορούν να αποτυπωθούν και να καταγραφούν όλες. Όλα όσα συμβαίνουν μακριά από το χώρο των ηρώων, και κυρίως του πρώτου προσώπου, τα μαθαίνουμε από γράμματα, αγγελιαφόρους και, γενικά, περιγραφές τρίτων. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να είναι πανταχού παρών και να παριστάνει το θεό ή το διάβολο. Όταν δημιουργεί έναν κόσμο μπορεί να τον κινεί όπως ο θεός, όχι μόνο στο χώρο αλλά και στο χρόνο. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι μπορεί να βλέπει και ν’ ακούει τα πάντα και να βάζει τον αναγνώστη να παρακολουθεί ακόμη κι από την κλειδαρότρυπα. Από ένα σημείο και μετά οι ήρωες παίρνουν πρωτοβουλίες και μπορεί με τις πράξεις τους να αλλάξουν τη ροή και να τελειώσουν εκείνοι κατά πως θέλουν το έργο…
    Το γράψιμο είναι ένα συνεχόμενο παιχνίδι μεταξύ του αληθινού και του πλασματικού. Σκηνές και περιγραφές που επαναλαμβάνονται, κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, η αμφιβολία και η αβεβαιότητα που συνοδεύουν τις περιγραφές δημιουργούν μια ατμόσφαιρα συνομωσίας μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη.
    Το έργο που έχει γράψει θα μπορούσε, αν ήθελε, να το έχει δουλέψει ακόμη λίγο. Δεν πιστεύει ότι έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Σταματάει, γιατί από κάποια στιγμή και μετά έχει το αίσθημα ότι, αν επέμβει, θα καταστρέψει κι αυτό που έχει κάνει μέχρι τώρα. Τον πιάνει ανασφάλεια.
Ενώ ξέρει ότι το βιβλίο δεν είναι τέλειο, χρειάζεται κι άλλη δουλειά, νιώθει αδύναμος να το δουλέψει άλλο. Φοβάται ότι θα χαλάσει αυτό που έφτιαξε.
    Προτιμάει το έργο του να τελειώνει λίγο πριν γίνει τέλειο. Πιστεύει ότι η τελειότητα έχει ένα ελάττωμα. Αν την αγγίξεις, έστω και για μια μόνο στιγμή, σε παγιδεύει. Δύσκολα ξαναδημιουργείς μετά από ένα τέλειο δημιούργημα.
    Με το δακτυλόγραφο ανά χείρας πηγαίνει στον εκδότη. Συζητούν για την υπόθεση του έργου. Ευγενέστατος ο εκδότης τον παρακαλεί να του εμπιστευτεί το έργο του για ένα μικρό διάστημα, ώστε να ρίξει μια ματιά, τυπικά βεβαίως, αφού το έργο φαίνεται σημαντικότατο και θα εκδοθεί ούτως ή άλλως. Ο συγγραφέας γυρίζει στο σπίτι του και περιμένει. Τώρα δεν μπορεί να ξαναρχίσει να γράφει. Βρίσκεται στη «Μεταβατική Ζώνη».
    Πρέπει πρώτα να τακτοποιηθεί το ζήτημα της εκκρεμότητας της έκδοσης.
   Ένα μήνα μετά τηλεφωνεί στον εκδότη. Ο εκδότης του εξηγεί ότι σήμερα γράφεται η απαντητική επιστολή που θα σταλεί την επαύριον. Πράγματι, μετά από δύο ημέρες λαμβάνει την ακόλουθη επιστολή:

Αγαπητέ κύριε,

Διαβάσαμε με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον το μυθιστόρημά σας. Αρκετά εντυπωσιακή η δύναμη της παρατήρησης, υποβλητική η χαρτογράφηση, γοητευτική η αποτύπωση της εποχής και των ηρώων της – ανθρώπων που αναζητούν το αδύνατο για να συνθλιβούν από το μέγεθος και το ανέφικτο της προσπάθειας. Όμως η εμφανώς αυτοβιογραφική πλευρά του μυθιστορήματος αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, και τη βασική αδυναμία του έργου. Η προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι τόσο έντονη, που δεν επιτρέπει στο υλικό του να χειραφετηθεί, για να λειτουργήσει πέρα από την ατομική εμπειρία και την κατάθεσή της. Με δυο λόγια: μοιάζουν οι εμπειρίες να έχουν ριχτεί ανεπεξέργαστες στο χαρτί, να μην έχουν περάσει απ’ αυτή την ιδιαίτερη διαδικασία που θα τους προσέδιδε λογοτεχνικότητα. Κατά τη γνώμη μας αυτό που αδυνατίζει την κατά τα άλλα ενδιαφέρουσα σύνθεσή σας είναι το ότι ταλαντεύεται ανάμεσα στη μαρτυρία και το μυθιστόρημα, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ωστόσο, η δύναμη της εικονοπλασίας, η ωμή ειλικρίνεια της γλώσσας, το βιωματικό στοιχείο της γραφής σας αποτελούν ισχυρή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα μυθιστόρημα. Και μολονότι δεν είμαστε σε θέση να εκδώσουμε αυτό το μυθιστόρημα, μένουμε ανοιχτοί σε άλλες προτάσεις σας.

Με εκτίμηση
Ο Εκδότης

***
Copyright©Τέος Ρόμβος

Advertisements