Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό

by SF

MADE IN VIETNAM…

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ 1

Διάδρομος φυλακής. Μισοφωτισμένος. Στα πλάγια κελιά.

Ένας πανύψηλος ρασοφόρος σταματάει μπροστά στην πόρτα ενός κελιού.
Δίχως να γυρίσει περιμένει σιωπηλός. Ο φρουρός δίπλα βιάζεται να ανοίξει.
Ο ρασοφόρος μπαίνει.
Ελάχιστος φωτισμός. Ένας άντρας έχει ανασηκωθεί στο στρώμα του. Παραμένει ήρεμος. Ο ρασοφόρος στέκεται όρθιος μπροστά του. Μιλάει και η φωνή του είναι σιγανή, φιλική, σχεδόν τρυφερή.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί κάνει η αγαπούλα μου;

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν με ξεχνάς ποτέ. Κάθε νύχτα. Την ίδια ώρα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ναι, αγαπούλα… έτσι δεν με ξεχνάς και συ…

ΑΝΤΡΑΣ – Σα να έχουμε ραντεβού.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – (Βγάζει τσιγάρο και δίνει και στον άλλο. Του δίνει φωτιά και μετά ανάβει και εκείνος.) – Ναι, σα να έχουμε ραντεβού (κάθεται δίπλα του) σα να πηγαίνω σε γκόμενα.

ΑΝΤΡΑΣ – Είχες ποτέ;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί;

ΑΝΤΡΑΣ – Γκόμενα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Πολλές.

ΑΝΤΡΑΣ (φυσάει τον καπνό) – Άρα καμία…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τι καμία, αφού σου λέω πολλές…

ΑΝΤΡΑΣ – Πολλές ίσον καμία. Μία ίσον πολλές…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Πώς τα καταφέρνεις και με φτιάχνεις αγαπούλα…και κει που λέω να έρθω να κάνω ένα τσιγάρο να τα πούμε λιγάκι, εσύ μου ανάβεις τα λαμπάκια και με πιάνει εκείνη η φαγούρα στις παλάμες…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, ξέρω.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τι ξέρεις;

ΑΝΤΡΑΣ – Σε πιάνει εκείνη η φαγούρα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ωραία τα λες αγαπούλα… συνέχισε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και μετά με αρχίζεις στη φάλαγγα…

Ο ρασοφόρος ήσυχα πετάει το αποτσίγαρο κάτω και το πατάει να σβήσει. Μετά πάει στη γωνιά και βγάζει κάτω από το ράσο του μια μεγάλη ξύλινη κασετίνα. Πολύ προσεκτικά λες και ήταν εύθραυστα βγάζει και απλώνει πάνω στο περβάζι του παραθύρου τα εργαλεία του…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (γυρνάει και κρατάει στα χέρια του μια τανάλια) – Φοβερό εργαλείο… συμφωνείς;..

ΑΝΤΡΑΣ (σβήνει κι αυτός το τσιγάρο χωρίς να πάρει τα μάτια από τον άλλο) – Ξεπερασμένο σαν μέθοδο… από τον Μεσαίωνα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Το ήξερα ότι ξέρεις.. Θέλω να μου πεις ένα όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ – Πάλι τα ίδια;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όχι, δεν με κατάλαβες αγαπούλα… για το παιδί…

ΑΝΤΡΑΣ – Πιο παιδί;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Το δικό μου… θα το βαφτίσω…

ΑΝΤΡΑΣ – Α!

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Και θέλω ένα όνομα… από… τους αρχαίους…

ΑΝΤΡΑΣ – Αγόρι;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Αγόρι… το πρώτο… γιατί θα κάνω κι άλλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Κι άλλο εννοείς…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όχι, κι άλλα… θέλω πολλά…

ΑΝΤΡΑΣ – Θα τα αγαπάς πολύ τα παιδιά φαίνεται…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Καρφί δεν μου καίγεται αγαπούλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν καταλαβαίνω…

Ο Ρασοφόρος ξετυλίγει ένα άλλο εργαλείο και το δείχνει με καμάρι στον άλλον.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Βλέπεις τι πολλά καλώδια έχει;

ΑΝΤΡΑΣ – Προηγμένη τεχνολογία… από την Αμερική σας ήρθε;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Από την Αμερική;.. Τώρα που το λες… για να δω, πρέπει να γράφει… (το περιστρέφει στα χέρια του και προσπαθεί να διαβάσει) …να, γράφει (συλλαβίζει) …Made in Vietnam…

ΑΝΤΡΑΣ Α, θα είναι μεταχειρισμένο…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ξέρω εγώ αγαπούλα;.. εγώ πρώτη φορά θα το μεταχειριστώ… έχει και οδηγίες αλλά δεν τις διάβασα…

ΑΝΤΡΑΣ (Λίγο ανήσυχος) Τουλάχιστον θεωρητικά πρέπει να ξέρεις…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Μη φοβάσαι αγαπούλα, θα τα μάθουμε όλα στη… πράξη…

Ετοιμάζει τα εργαλεία του με μεγάλη φροντίδα. Ο άντρας φαίνεται πια ότι αρχίζει και φοβάται.

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν μοιάζει με το συνηθισμένο ηλεκτροσόκ…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Καμία σχέση αγαπούλα… το ηλεκτροσόκ βάζεις το βύσμα στις πατούσες…

ΑΝΤΡΑΣ – Αφού τις βρέξεις πρώτα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ναι, αγαπούλα, το ξέρεις καλά το μάθημα…

ΑΝΤΡΑΣ – Τριάντα έξι νύχτες …

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Λοιπόν, θα μου πεις το όνομα;

ΑΝΤΡΑΣ – Πάλι τα ίδια…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ένα όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όνομα αρχαίο… για το παιδί…

ΑΝΤΡΑΣ – Α!.. (θέλει να κερδίσει χρόνο)…δεν μου είπες γιατί θα κάνεις πολλά παιδιά, αφού δεν τα αγαπάς…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – (πλησιάζει κρατώντας τα καλώδια) – Από γυναίκες ξέρεις αγαπούλα;

ΑΝΤΡΑΣ – Ψυχολόγος είμαι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Α, ναι, το ξέχασα αγαπούλα… έλα κατέβασε τα πόδια… βγάλε και τις κάλτσες… ο μόνος τρόπος για να μην σε κερατώσει η γυναίκα, ξέρεις ποιος είναι αγαπούλα;

ΑΝΤΡΑΣ – Να την σέβεσαι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ξέρεις πότε σε σέβεται η γυναίκα;

ΑΝΤΡΑΣ – Ξέρω τι θα μου πεις, αλλά δεν συμφωνώ. Θα μου πεις ότι η γυναίκα σέβεται μόνο όταν φοβάται…

Καθώς μιλάνε ο ρασοφόρος του κολλάει τα καλώδια στις πατούσες και ο άντρας τον διευκολύνει απλώνοντας ή τραβώντας τα πόδια του.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Την γκαστρώνεις αγαπούλα… μια ζωή γκαστρωμένη… άντε να σε κερατώσει μετά… γι αυτό θέλω πολλά παιδιά… έλα πάμε για το πρώτο τσάμικο αγαπούλα…

Ενώνει κάτι καλώδια και ο άντρας ουρλιάζει από τον πόνο. Συνεχίζει όμως την κουβέντα.

ΑΝΤΡΑΣ – Άρης…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Μπα, πολύ εύκολα ομολόγησες… φοβερό το καινούργιο μηχάνημα… Ώστε Άρης ε;.. (πατάει πάλι, ο άντρας ουρλιάζει) …Και το επίθετο αγαπούλα… θέλω και το επίθετο…

ΑΝΤΡΑΣ – Άρης, δεν έχει επίθετο… είναι γνωστός σαν θεός του πολέμου…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (πατάει με μεγαλύτερη διάρκεια και ο άντρας σφαδάζει από τον πόνο.)…Έτσι αγαπούλα… με δουλεύεις ε;..

ΑΝΤΡΑΣ (μορφάζοντας από τους πόνους) …Για το παιδί… μου είπες να σου πω ένα όνομα για το παιδί σου…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τόσα αρχαία ονόματα, εσύ μου είπες… του Βελουχιώτη…(σφίγγει πιο πολύ, ο άντρας ουρλιάζει) …επειδή μαγάρισα το στόμα μου αγαπούλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Κόψε αυτό το «αγαπούλα» δεν το αντέχω…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (ψιθυριστά) Ναι, αγαπούλα… όπως θες…

Τα φώτα χαμηλώνουν αργά, καθώς ο άντρας ουρλιάζει πάλι.

*

ΣΚΗΝΗ 2

Στο ίδιο κελί. Ο άντρας μόνος του. Ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στο ράντζο κοντανασαίνει για να χαλαρώσει. Με κόπο γυρνάει στο πλευρό και μαζεύει τα πόδια σε στάση εμβρύου. Δεν βολεύεται και γυρνάει από την άλλη μεριά του τοίχου. Σε λίγο γυρνάει πάλι ανάσκελα και καρφώνει τα μάτια στο ταβάνι. Φαίνεται να είναι σε παραλήρημα.

ΑΝΤΡΑΣ – Μάνα, μάνα… βοήθεια…

ΜΑΝΑ (σκοτεινή φιγούρα στη γωνιά. Σε όλη την διάρκεια δεν θα κουνηθεί) – Εδώ είμαι γιε μου… εδώ είμαι…

ΑΝΤΡΑΣ – Μάνα, δεν αντέχω άλλο…

ΜΑΝΑ – Θα αντέξεις γιε μου… θα αντέξεις… θυμάσαι τότε με τον πατέρα σου;…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν θυμάμαι μάνα… τα πόδια μου μάνα… οι πατούσες μου…

ΜΑΝΑ – Τότε με εκείνο το βιβλίο… στα δεκατέσσερα πρέπει να ήσουνα…

ΑΝΤΡΑΣ – Θυμάμαι, θυμάμαι… αχ, τα πόδια μου μάνα…

ΜΑΝΑ – Πως το λέγανε;

ΑΝΤΡΑΣ – «Οδός Αβύσσου, Αριθμός μηδέν»

ΜΑΝΑ – Ο πατέρας σου το πήρε και το πήγε στον Γυμνασιάρχη…

ΑΝΤΡΑΣ (έχει λίγο ηρεμήσει) – Ακροδεξιός μάνα…

ΜΑΝΑ – «Βασιλικότερος του Βασιλέως» έτσι έλεγε…

ΑΝΤΡΑΣ – Θέλανε να τους μαρτυρήσω ποιος μου το έδωσε…

ΜΑΝΑ – Εσύ όμως δεν τους είπες…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν τους είπα μάνα… πήρα μια αποβολή τρεις μέρες…

ΜΑΝΑ – Θυμάμαι που όταν γύρισε σπίτι ήτανε να σκάσει «φίδι ζέσταινα στο κόρφο μου» όλο αυτό μουρμούραγε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και έσκασε στα αλήθεια μάνα…

ΜΑΝΑ – Δεν πρόφτασε το όνειρό του, να δει το στρατό να σώζει την Ελλάδα…

ΑΝΤΡΑΣ – Και μένα στη σχολή Αστυνομίας…

ΜΑΝΑ – Ναι, αυτά τα δυο όνειρα είχε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και τα δυο δεν του βγήκανε…

ΜΑΝΑ – Είχε ετοιμάσει όλα τα χαρτιά για να πας στην Αστυνομία, όμως εσύ δυο μέρες πριν…
ΑΝΤΡΑΣ – Έφυγα μάνα, πήρα το καράβι από το Πέραμα… ένα μήνα ταξίδι…

ΜΑΝΑ – Και πήγες στην Αμερική γιε μου…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα κι όταν γύρισα μετά δυο μήνες, είχε πεθάνει…

ΜΑΝΑ – Του είχες αγοράσει πιτζάμες, θυμάσαι;

ΑΝΤΡΑΣ – Και παντόφλες μάνα…

ΜΑΝΑ – Δερμάτινες, όμως δεν τον πρόφτασες…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν τον πρόφτασα μάνα…

ΜΑΝΑ – Όμως τότε δεν μαρτύρησες ποιος σου έδωσε το βιβλίο…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι μάνα…

ΜΑΝΑ – Και εσύ μεγάλωνες και διάβαζες, διάβαζες πολύ…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα… οι πατούσες μου μάνα, πονάνε, όλο μου το σώμα πονάει και αύριο θα έρθει πάλι… και την άλλη μέρα και την άλλη. Κάθε που νυχτώνει μάνα, κάθε που νυχτώνει…

ΜΑΝΑ – Και εγώ σε καμάρωνα γιε μου…

ΑΝΤΡΑΣ – Πονάω μάνα…

ΜΑΝΑ – Θυμάσαι λίγο πριν πεθάνω γιέ μου; Έσκυψες και με ρωτούσες και τα μάτια σου κατακόκκινα, που θα πάω, πως θα με ξαναβρείς;..

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν πρόλαβες μάνα, έκανες λίγο το κεφάλι σου στο πλάι και έφυγες…

ΜΑΝΑ – Όμως τώρα ξέρεις, όποτε πονάς γιε μου, όποτε με φωνάζεις… τότε θα με ξαναβρίσκεις…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα, είσαι εδώ κοντά μου…

ΜΑΝΑ – Κλείσε τα μάτια… κοιμήσου… θα σε νανουρίσω… θυμάσαι;..

ΑΝΤΡΑΣ (γυρνάει στο πλάι) Ναι, μάνα…

ΜΑΝΑ (τραγουδάει σιγά) Έλα, ύπνε και πάρε το και γλυκό κοίμισε το…(όλο το νανούρισμα)

Ο άντρας δείχνει ότι κοιμάται ησυχασμένος. Τα φώτα της σκηνής σβήνουν αργά.

***
Copyright © Πέτρος Κυρίμης

photo © pxleyes.com

Advertisements