Λεία Βιτάλη, Η κοιλιά της μεταφράστριας (απόσπασμα)

by SF

Το δωμάτιο μύριζε σάπιο. Σαν αίμα που έχει μείνει καιρό σ’ ανοιχτή πληγή, δεν λέει να κλείσει. Το βοη­θούσε και η υγρασία του χώρου, ήταν υπόγειο. Όχι πολλά, έξι-εφτά σκαλιά αλλά έφταναν. Κοίταξα γύρω για παράθυρο, το μάτι μου σκόνταψε σ’ ένα ξύλινο χώρισμα με ύφασμα. Ερχόταν ελάχιστο φως. Το πα­ράθυρο θα ‘ταν απ’ την άλλη μεριά του χωρίσματος, σκέφτηκα. Έλειπε το οξυγόνο από κει μέσα. Περισσό­τερο ήταν η ψυχική μου αναστάτωση που δεν βοηθού­σε. Στριμώχτηκα στη μικρή ψάθινη πολυθρόνα με το ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι, άλλοτε θα ‘ταν πορτοκαλί. Το καφέ του δεν έδειχνε να ‘ναι χρώμα. Ρίγησα με τη σκέψη που τινάχτηκε ξαφνικά στο μυαλό μου. Αίμα; Πάει πολύ. Τίποτα ωστόσο δεν είναι πιο υπερβολικό από την πραγματικότητα.

  Το ‘ξερα από παλιά. Το πιο ευαίσθητο κομμάτι του σώματος μου ήταν τα έντερα. Όταν κάτι πήγαινε στραβά και είχα αγωνία με συντρόφευαν. Άκουγα το γουργουρητό τους και ανησυχούσα πιο πολύ. Ήθελα να πάω στην τουαλέτα ν’ αδειάσω το περιεχόμενο τους αλλά δεν γινόταν τίποτα. Ήξερα και από άλλες φορές. Ύστερα ήρθε ο πόνος. Σουβλιά. Ένιωσα τον ιδρώτα να ποτίζει το μέτωπο. Γλίστρησε στη μύτη μου. Έσφιξα τα χέρια. Έπρεπε να κάνω υπομονή. Τράβηξα την μπλε ποδιά μου και σκούπισα τα χέρια μου πάνω της. Υγροί λεκέδες. Τον άκουσα να μιλά ψιθυριστά στο άλλο δωμάτιο. Πίσω από το πρόχειρο χώρισμα. Σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Σε λίγο θα ‘ταν πολύ αργά. Η σειρά μου πλησίαζε. Άκουσα τα δόντια μου να χτυπάνε. Η πόρτα στο χώρισμα άνοιξε και έκανε όλη την κατασκευή να κλυδωνιστεί επικίνδυ­να. Πήρα βαθιά ανάσα, μου ξέφυγε σαν στεναγμός. Ο χώρος πλημμύρισε έντονη μυρωδιά αντισηπτικού και φάρμακου. Λίγο ακόμη και θ’ αναποδογύριζα το στο­μάχι μου προς τα έξω. Η Φ. το κατάλαβε. Ένιωσα το χέρι της να σφίγγει δυνατά το δικό μου. Την κοίταξα. Το βλέμμα μου κρεμάστηκε πάνω της. Έπλεα μέσα σ’ αυτό. Ήταν ήρεμη. Τα μάτια μελιά. Σχεδόν μου χαμο­γελούσε. Ήξερε απ’ αυτά. Είχε υποταχθεί. Δέκα λε­πτά, το πολύ ένα τέταρτο και έξω απ’ την πόρτα. Ό­μως για μένα ήταν η πρώτη φορά. Κράτησα με το άλλο χέρι την κοιλιά μου, την ένιωθα να σκίζεται από την αγωνία. Μου αποκρίθηκε σφιχτή, τσιτωμένη, γονιμο­ποιημένη.
   Ο γιατρός με πλησίασε αργά τρίβοντας τα χέρια του. Μύριζε ολόκληρος πράσινο οινόπνευμα. Δεν ή­θελα να δει την ταραχή μου. Μπορεί να φοβόταν και να μ’ έδιωχνε. Έδειξε ένα χαρτί να υπογράψω. Το κουνούσε μπροστά στα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα. Τι διάολο σήμαινε αυτό; Η Φ. προθυμοποιήθηκε να το ελέγξει. Πήγανε οι δυο τους παραπέρα. Εγώ κρατιό­μουν όρθια από ένα ξεφλουδισμένο κάγκελο κατά μή­κος του τοίχου. Άκουσα το γιατρό να θυμώνει και μ’ έσφιξε πάλι η αγωνία. Η Φ. ψαχούλευε στην τσάντα της. Ύστερα θυμήθηκε. Της είχα δώσει τα λεφτά σε φακελάκι και τα ‘χε βάλει στην τσέπη της. Χαμογέλα­σε. Ήξερα ότι αν μπορούσε θα τον είχε κιόλας δαγκώ­σει.
Ο γιατρός τα τσέπωσε και τη χτύπησε στην πλάτη φιλικά, να μην ανησυχεί για τη φίλη της. Ύστερα γύ­ρισε προς εμένα. Το βλέμμα του με κοκάλωσε όρθια στον τοίχο. Το κεφάλι μου σουρνότανε στην γκριζό-λευκη λαδομπογιά. Μ’ έσπρωχνε. Τα δόντια του κίτρι­να και μαυρισμένα στις άκρες. Αραιά. Καλύτερα να μη χαμογελούσε.
   Ακούγαμε και οι δυο τους θορύβους της κοιλιάς μου. Σχεδόν ντράπηκα. Η μυρωδιά του φαρμάκου γι­νόταν όλο και πιο έντονη. Με ζάλιζε. Ο γιατρός μ’ έσπρωξε στο άνοιγμα του χωρίσματος. Το βλέμμα μου στην άσπρη σχεδόν γκρίζα ποδιά του. Στο μανίκι στα­γόνες αίμα. Δεν είχα ωστόσο περιθώριο εκλογής. Χτυ­πούσε κιόλας το κουδούνι. Ερχόταν η επόμενη. Μια γριά με μαύρο τσεμπέρι και γκρίζα ρόμπα ξεπήδησε πίσω από κάτι κρεβάτια. Κρατούσε σφουγγαρόπανο, έσταζε ακόμη. Πέρασε από μπροστά μου σαν αστραπή και βγήκε ν’ ανοίξει. Δεν τολμούσα να κοιτάξω. Εκεί, στη γωνία δεξιά, κάτω απ’ το παράθυρο που έβλεπε το τζαμωτό του σε αυλή, ήταν τρία κρεβάτια. Στα δύο ξαπλωμένες – κίτρινες μέχρι λευκές – αναίσθητες κο­πέλες. Η μια βογκούσε. Ελαφριά. Σαν να ‘βλεπε ε­φιάλτη. Το βλέμμα μου έψαξε το βλέμμα του γιατρού. «Ξυπνάει» ψιθύρισε μ’ επαγγελματική σιγουριά. Του­λάχιστον δεν πεθαίνει σκέφτηκα. Ύστερα είδα το ά­δειο κρεβάτι δίπλα τους. Δεν ήθελε πολύ να καταλά­βω. Περίμενε εμένα. «Μη χασομεράμε παιδί μου.» Εί­χε δίκιο. Δεν είχε νόημα να το τραβάμε. Έμοιαζαν όλα τόσο απλά άλλωστε. Και ήταν. Λίγο πριν έρθω.
   Ο γιατρός μ’ έσπρωξε προς το χειρουργικό κρεβάτι. «Την κιλότα σου» είπε. Κι άρχισε να σκουπίζει με οινό­πνευμα μια σύριγγα. Το κεφάλι μου χτυπούσε. Ένιωθα μεθυσμένη. Άφησα την κιλότα μου στο μικρό σκαμνί μαζί με τις άλλες. Ο γιατρός μου ‘κανε νόημα ν’ ανέβω στο τραπέζι του χειρουργείου. Τα βήματα μου δεν ήταν και τόσο σταθερά. Κλυδωνιζόμουν αλλά προσπαθού­σα. Σκόνταψα ωστόσο πριν ανέβω σε κάτι σκληρό δί­πλα στο χειρουργικό τραπέζι. «Πρόσεχε παιδί μου.» Είχε έναν τρόπο ήρεμο. Ήξερε αυτός. Κοίταξα κάτω. Ακόμη το αντικείμενο τραμπαλιζόταν. Ήταν κόκκινο, σχεδόν καφετί. Υγρό με κομμάτια πηχτά που τρεμόπαι­ζαν εντός του. Σ’ έναν τσίγκινο κουβά με σκουριασμέ­νες άκρες. Δίπλα στα πόδια του τραπεζιού. Και μύριζε σάπιο.
   Ένιωσα πως ήθελα να κλάψω. Είχε μαζευτεί πολύ σφίξιμο τις τελευταίες μέρες μετά την απόφαση. Δεν μπορούσα φυσικά να το κρατήσω. Ήταν όλα πολύ διάχυτα. Το ‘χαμε συμφωνήσει από κοινού. Ήταν εντελώς ξαφνικό. Πολύ πρόωρο. Δεν υπήρχε η δυνατότητα. Εκείνος με είχε κοιτάξει απεγνωσμένα. Η μάνα μου είχε κρύψει με τη σειρά της το πρόσωπο της στις παλάμες. Θα ‘κανα παιδί στην ώρα μου, να μη βιαζόμουν. Μικρό κορίτσι, ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως είχα σχέσεις. Πού τα ‘μαθα αυτά; Χάλασε ο κόσμος. Εκείνη έπρεπε πρώτα να παντρευτεί, που να μην έσωνε, κι έκανε εμένα για να τη βασανίσω. Έχει αγωνίες ένα παιδί. Εκείνη ποτέ δεν είχε μιλήσει έτσι με τη μάνα της. Τι να ‘λεγε άλλωστε; Τόσα παιδιά. Εκείνη το τελευταίο. Μια ζωή τελευταία. Έτσι την πέρασε. Έλπιζε πως με το δικό της παιδί θα ‘ταν αλλιώς. Δεν είχε άλλωστε και κανένα άλλο. Όλη της η ζωή εγώ. Και η ανταπόδοση; Σκατά. Μια ωραία μέρα της λέω: γκαστρώθηκα.
   Είχα πιστέψει πως έπρεπε να της το πω. Φυσικά αμέσως μετά το είχα μετανιώσει. Δεν υπήρχε κανείς ωστόσο που να μπορούσε να μου βρει ένα γιατρό. «Δεν γίνεται να σε στείλω στον δικό μου» είχε πει. Χωρίς να μου εξηγήσει καταλάβαινα. Η ξαδέλφη μου της σύστησε κάποιον. Έκανε χρόνια αυτές τις δου­λειές. Σε κάτι στενά του Πειραιά. Στην Κοκκινιά. Σί­γουρος. Λίγα λεφτά. Σημασία έχει να κάνει καλά τη δουλειά του, είχε πει η μάνα μου. Εγώ επέζησα της είχε απαντήσει η ξαδέλφη μου, δέκα χρόνια πιο μεγά­λη από μένα. Ο δικός μου κι εγώ μοιραστήκαμε τα λεφτά. Τα γαμήσια και ο έρωτας – κομματιασμένα έμ­βρυα μπροστά μου. Δεν ήξερα αν αυτό που ανακάτευε το στομάχι μου ήταν μια σιχασιά ή αγωνία ή μια απε­ριόριστη θλίψη. Ίσως όμως να ‘ταν και το ξάφνιασμα απ’ την αποκάλυψη της πορείας μου. Η πεπατημένη. Πάντα είχα την ψευδαίσθηση πως ζούσα συγκλονιστι­κές ιδιαίτερες καταστάσεις. Εγώ, άτομο ξεχωριστό απ’ άλλα. Προσωπική μοίρα. Δυνατότητα επιλογής. Σκα­τά. Ήμουν κιόλας στο κανάλι. Με το κεφάλι χωμένο βαθιά στα περιττώματα. Ανέπνεα ήδη την αποσύνθε­ση.
   Ο γιατρός είπε στη γριά ν’ αδειάσει τον κουβά. Είχε ξεχειλίσει απ’ το πρωί. Τον σήκωσαν κι έσταζε. Μαύ­ρο αίμα στο δάπεδο. Δεν ήθελα να δω άλλο. Έκλεισα τα μάτια. Το λάστιχο έσφιξε δυνατά το αριστερό μου μπράτσο. Το δάχτυλο του γιατρού πίεσε τη φλέβα. Ένιωσα το τσίμπημα της βελόνας. Το ξένο σώμα εισχώρησε μέσα μου. Η φωνή του γιατρού αντήχησε κιόλας μακρινή στ’ αυτιά μου. «Πώς σε λένε;» Ίσα ίσα πρό­λαβα να ψιθυρίσω Μαρία. Το μούδιασμα άρχισε από τα πόδια κι ανέβαινε πάνω. Έμοιαζα να ‘μαι μονάχα η μισή. Η κοιλιά μου πέταξε στην ανυπαρξία. Το μυα­λό ακόμη εντούτοις σε λειτουργία. Είχε μια γλύκα αυ­τή η φυγή. Κατάλαβα το χέρι του γιατρού, ξεκούμπω­νε την ποδιά μου μέχρι πάνω. Έπρεπε να την είχα βγάλει. Αν τη γέμιζε αίματα πως θα πήγαινα αύριο σχολείο. Δεν είχα τη δύναμη να το πω. Η νάρκωση ανέβαινε. «Πώς σε λένε;» Το χέρι του ζουλούσε τα στήθια μου. Ακόμη ένιωθα κάτι απ’ ό,τι γινόταν. Έ­τριβε τις ρώγες με μανία. Η νάρκωση ανέβαινε. Οι ήχοι ακούγονταν θολοί, μακρινοί, σαν απ’ το βάθος ενός άπατου πηγαδιού. Μπερδευόμουν προσπαθώντας να καταλάβω. Κι έφευγα. Ίσως έτσι να ‘ταν ο θάνατος. Μια μικρή κραυγή. Να ‘ταν του γιατρού; Μια ανάσα βαριά στ’ αυτί μου. Επιτέλους ο εγκέφα­λος μου βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να πονάνε έτσι όρθια και τεντωμένα. Πόσες ώρες καθόμουν μπροστά στο παράθυρο να κοιτάζω τη λασπουριά των δρόμων; Η μνήμη ποτέ δεν λησμονεί. Έπιασα την κοιλιά μου γυρεύοντας απάντηση. Μ’ αποκρίθηκε ζωντανή, τσιτωμένη, τεράστια. Κινήθηκα αργά προς το μικρό γραφείο του καθιστικού. Εκεί κλειδωμένο ένα κομμάτι του εαυτού μου. Έψαξα με χέρια που έτρεμαν. Και νάτος. Ο κίτρινος φάκελος. Με τις εξετάσεις. Είχαν ημερομη­νία πριν τρία χρόνια. Τέτοια εποχή. Φλεβάρης ήταν και τότε θυμάμαι. Το ‘λεγαν καθαρά. Δεν μπορούσα να συλλάβω πια. Το λευκό υγρό δεν είχε περάσει τις σάλπιγγες. Με πονούσε άδικα. Έμενε πίσω. Τα όργα­να είχαν σφαλίσει για τα καλά. Ατέλειωτες συμφύσεις από μολύνσεις. Ο γυναικολόγος με είχε κοιτάξει ερω­τηματικά. Παραδέχτηκα όλες τις μαλακίες που είχαν συμβεί εκεί κάτω μου. Μίλησα για τρεις εκτρώσεις, ήταν πέντε. Στον ίδιο γιατρό. Ήμουν δεκάξι την πρώ­τη φορά. Ένα κομμάτι κρέας που ‘σταζε στο χειρουρ­γείο την ψυχή του. Φοβόμουν πως θ’ αδειάσω. Μετά από χρόνια έμαθα ότι ο γιατρός πέθανε. Την τελευ­ταία φορά κόντεψα να πεθάνω κι εγώ. Τόσα αντιβιο­τικά δεν θυμάμαι να είχα πάρει ούτε με την αμυγδαλίτιδα και τις άλλες αρρώστιες μου μαζί. Ήταν η χαρι­στική. Έτρεμε το χέρι του πολύ όταν βύθιζε την ένε­ση. Σχεδόν δεν είχε ζητήσει καν τα λεφτά προκαταβο­λικά. Του τα ‘χα δώσει από συνήθεια, τα πήρε αφηρη­μένος. Καταλάβαινα πως δεν ένιωθε καλά, τον είχα πιέσει. Η γριά είχε πάει στο χωριό της. Το χειρουρ­γείο άδειο. Δεν δούλευε πια. Μόνο κάτι παλιές γνω­στές. Για χάρη πιο πολύ. Έκτακτες περιπτώσεις. Ο γιος του σπούδαζε γιατρός στο Λονδίνο. Αν προλά­βαινε θα του άνοιγε ο ίδιος το ιατρείο κάπου στο Κο­λωνάκι. Ούτε συζήτηση για την Κοκκινιά. Φυσικά γυ­ναικολόγος. Έπαψα να τον ακούω. Η νάρκωση κου­κούλωσε ξανά τις αισθήσεις. Φεύγοντας ταλαιπωρή­θηκα πολύ να βρω ταξί. Βγαίνοντας, στο γκρίζο κάθι­σμα είδα μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα. Έκλεισα την πόρτα γρήγορα μη δει ο ταξιτζής. Η αιμορραγία δεν σταμάτησε παρά δεκαπέντε μέρες μετά. Στο μεταξύ ο χασάπης μου είχε πεθάνει. Δεν πρόλαβε να μου συ­στήσει αντιβιοτικά. Τα πήρα μόνη μου από το φαρμα­κείο.
   Ο γυναικολόγος κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του και συμπλήρωσε κάποιες ακόμη παρατηρήσεις στα χαρτιά. Ίσως κάτι μπορούσε να γίνει με εγχείρηση στο εξωτερικό, αλλά και αυτό με πιθανότητες επιτυχίας κάτω από 40%. Η περίπτωση μου ήταν πολύ άσχημη. Τα γεννητικά μου όργανα είχαν γίνει αδιαπέραστα. Σαν να τα ‘χανε χτίσει με μπετόν. Τελεία και παύλα.
Άναψα το φως, είχε σκοτεινιάσει πια. Η βροχή εξακολουθούσε να σημαδεύει το λασπωμένο δρόμο. Επτά και μισή. Το ρολόι είχε ξανά σταματήσει. Φθαρμένη μηχανή, δούλευε πότε πότε σαν από θαύμα. Το είχα κι εγώ ταλαιπωρήσει πολύ με μικροεπισκευές, τις αναλάμβανα προσωπικά. Είχα πάθος με τα ρολόγια. Πολλά παλιά ρολόγια ένα γύρω. Δεν δούλευαν. Χρό­νος σταματημένος. Τ’ αγαπούσα πιο πολύ. Όταν έκα­ναν ακόμη ένα γύρο. Κι ύστερα πέθαιναν. Κι εγώ πάλι τ’ ανάσταινα. Για δυο τρεις μέρες, ή για πέντε ακόμη λεπτά.
   Πονούσα πάλι – κάθισα στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο. Τύλιξα προσεκτικά τις εξετάσεις, τις έκρυψα στο φάκελο, το συρτάρι κατάπιε ξανά την πληγωμένη φύση μου. Αργότερα είχα αποφασίσει να υιοθετήσω παιδί. Η δικαιολογία της ύπαρξης με ροκάνιζε. Κάτι έπρεπε να κάνω κι εγώ στη ζωή μου. Σχεδόν είχα αρ­χίσει να νιώθω διαλυμένη σαν σκόνη. Αναστήθηκα με την ιδέα. Το να αποκτήσεις ένα παιδί είναι αυτοσκο­πός. Δεν ρισκάρεις. Δεν ψάχνεις. Δεν αναλώνεσαι. Τ’ αφήνεις κι έρχεται. Κυλάς μαζί του. Κέρδισες. Δεν σου ζητάει κανείς τίποτ’ άλλο. Είναι ο υπέρτατος σκο­πός. Κλείνεις τα μάτια ευτυχισμένη. Έκανα το καθή­κον μου. Ωστόσο κάποιο λάθος θα έχει γίνει και το θηρίο εξακολουθεί να δαγκώνει παρ’ όλ’ αυτά.
   Σε λίγο ο μικρός Παναγιώτης θα τρέχει πάνω στο παλιό χαλί αυτής της κάμαρας. Κλείνω τα μάτια. Χα­μογελώ . Το ρολόι δουλεύει ξανά. Γίνονται θαύματα. Κρατώ την κοιλιά μου. Ποιος θα το πίστευε; Εγώ η Μαρία που κάνω θαύματα με τα ρολόγια έκανα ένα και στον εαυτό μου. Όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόμουν πως εκεί κάτω στη μεγά­λη μου κοιλιά αναπτυσσόταν ο μικρός Παναγιώτης. Το τρίχρονο μυωπικό παιδί που το βρεφοκομείο απο­φάσισε να ξεφορτωθεί. Δεν τολμούσα βέβαια ακόμη να μιλήσω σε κανένα για όλα αυτά. Ιδιαίτερα στον Λύσιο. Θα ‘ταν ικανός να με βγάλει τρελή και θα του το χρωστούσα και χάρη. Έτσι έκανε πάντα όταν δια­φωνούσε σε κάτι. Η κοιλιά μου όμως ήταν προσωπικό μου θέμα και απαιτούσε ιδιωτικό χειρισμό. Ακόμα, ευτυχώς, μπορούσα να τα κρατώ μυστικά όλα αυτά. Μ’ ευχαριστούσε τόσο πολύ που είχα επιτέλους ιδιω­τική ζωή. Έπαιρνα στα μάτια μου άλλη αξία. Χώρια που η ιδιωτική μου αυτή ζωή θα έφερνε στον κόσμο ένα παιδί. Δεν θα ‘μουν πια η οποιαδήποτε Μαρία. Αλλά η μητέρα του Παναγιώτη. Όπως η δική μου. Δεν ήταν απλά η Ελένη. Ήταν η μητέρα της Μαρίας. Διαπερνούσε το χρόνο μ’ αυτό. Γινόταν αθάνατη. Άφηνε πίσω της έργο. Άξιζε που είχε υπάρξει στη ζωή.
   Η ζαλάδα ήταν έντονη αυτή τη φορά. Δεν πρόλαβα να κρατηθώ. Ένιωσα να πέφτω. Νομίζω άκουσα μια μικρή κραυγή. Ήταν δική μου.
   Τον είδα να ‘ρχεται κατά πάνω μου. Λασπωμένα παπούτσια πάνω στο χαλί. Ανέπνεα βρεγμένο χώμα. Ένιωσα έναν πόνο βαρύ στην κοιλιά μου. Την βρήκα σφηνωμένη ανάμεσα στον καναπέ και το τραπεζάκι μπροστά του. Τραβήχτηκα. Ο Λύσιος με βοήθησε να σηκωθώ. Καθίσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ. Με κοί­ταξε σχεδόν τρομαγμένος. Στα ρούχα του στέγνωνε η βροχή. Μ’ έπαιρνε στο τηλέφωνο όλη μέρα. Δεν ήμουν ούτε στο γραφείο. Ανησυχούσε. Τον κοίταξα έκπλη­κτη. Είχα από καιρό την εντύπωση πως για ‘κείνον δεν σήμαινα πολλά. «Κάνεις λάθος», με φίλησε. Η κοιλιά μου εμπόδιζε την απόλυτη επαφή.
   Φορούσα ακόμη το παλτό. Ο Λύσιος πέρασε το χέρι του από μέσα ψάχνοντας την κοιλιά μου. Την άγγιξε. Έμεινα ακίνητη. Περισσότερο το μάντευα παρά το αισθανόμουν. Την πασπάτευε. Άνοιξε το παλτό μου. Το χέρι του τριγύριζε ακολουθώντας το σχήμα της. Την έπιασε και με τα δύο. Δεν ήταν εύκολο να τη ζουλήξει. Μου ξέφυγε φωνή. Είχα πονέσει. Την ψαχούλε­ψε καλά και ύστερα σταμάτησε. Έμεινε για λίγο σκε­πτικός και ύστερα με κοίταξε. Δεν προσπάθησα να τον βγάλω από τη δύσκολη θέση. Καλύτερα να γευτεί όλο το μεγαλείο του θαύματος σκέφτηκα, αφού έτσι κι αλ­λιώς το ανακάλυψε. Περίμενα. Και η ερώτηση ήρθε. Όχι δεν είναι φούσκωμα. Ναι είμαι γκαστρωμένη. Φυσικά και το ξέρω αφού έχω κοντά τρεις μήνες καθυ­στέρηση. Το τσεκάρισα σήμερα.
   Ο Λύσιος αποτραβήχτηκε, άναψε τσιγάρο. Τον έ­νιωθα να γίνεται μακρινός. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια κοντά. Καθένας βουτηγμένος στον εαυτό του. Προχω­ράμε παράλληλα. Δίπλα. Πάντα ωστόσο μια απόστα­ση. Τόση που να μην καίγεσαι στην ίδια τη φωτιά. Να μη σε ταράζει η ίδια τρεμούλα. Ό,τι ζητάει ο ένας απ’ τον άλλον το προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του. Είναι η ψευδαίσθηση της σχέσης. Ο Λύσιος δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτ’ από μένα. Ο καθένας ήξερε το ρόλο που έπρεπε να παίζει για τον άλλο. Το δεχόταν αδιαμαρ­τύρητα. Μας είχαν πει πως αυτά είναι δοσμένα απ’ τη φύση. Πάει και τέλειωσε. Νομίζαμε πως αγαπιόμα­σταν. Δεν είχαμε ανακαλύψει ακόμη την μπλόφα. Η παγίδα μάς είχε γραπώσει και τους δυο. Ο ένας νόμιζε πως ο φταίχτης ήταν ο άλλος. Ο ένας γαμούσε για να τιμωρήσει. Ο άλλος γαμιόταν για να εξιλεωθεί. Ο Λύ­σιος όμως σήμερα μυρίζεται έναν κίνδυνο μεγαλύτερο από ποτέ. Με κοιτάζει σαν να τον έχω κιόλας κοροϊδέ­ψει. Νιώθω μια απειλή να πλησιάζει. Δεν μιλά. Βγά­ζει το παλιό του μοντγκόμερι και τινάζει τις ελάχιστες σταγόνες βροχής που δεν έχουν ακόμα στεγνώσει. Κά­νει κρύο εδώ μέσα χωρίς καλοριφέρ. Ακόμη δεν έφε­ραν πετρέλαιο. Μίλησε στη διαχειρίστρια, την είδε στο ασανσέρ. Αύριο της υποσχέθηκε το βενζινάδικο πως θα μας στείλει. Ξέρω η Τοτάλ εδώ δίπλα. Ναι. Πάντως το κρύο κάνει καλό. Σκοτώνει τα μικρόβια. Άσχετες συζητήσεις για ν’ αποφύγουμε την ουσία. Πάντα μιλάγαμε πολύ. Και για όλα. Έλεγε ο καθένας τα δικά του. Από το ένα θέμα στο άλλο. Δεν είχε ση­μασία αν μιλούσαμε και οι δύο για το ίδιο. Αν συμφω­νούσαμε ή διαφωνούσαμε. Αν άκουγε καν ο ένας τον άλλον. Απλά θέλαμε να νιώθουμε μια ακόμη παρου­σία πέρα απ’ τη δική του ο καθένας σ’ αυτό το δωμά­τιο. Νιώθαμε τότε πως είχαμε μια δικαιολογία της ύπαρξης μας. Ακόμη και η απειλή σου έδινε τη διαβεβαίωση πως υπάρχεις. Πίστευα πως έτσι ήταν και για τους δυο μας. Αργότερα κατάλαβα πως ο Λύσιος στήριζε πολύ περισσότερο την ισορροπία του σε μένα απ’ ότι εγώ σ’ αυτόν. Άλλωστε ίσως να μην είχα στηριχθεί στ’ αλήθεια ποτέ εγώ πάνω του. Να ήταν έμμεσα το στήριγμα μου, μέχρι που αποφάσισα να πάω στο ίδρυ­μα. Και τώρα με το θαύμα της κοιλιάς μου νιώθαμε και οι δυο πως κάτι θ’ άλλαζε την ήδη υπάρχουσα ισορροπία ανάμεσα μας.
   Τον ένιωθα ταραγμένο. Όσο περνούσε η ώρα πιο πολύ. Ζήτησε ένα ποτό. Το κονιάκ βόλευε πιο καλά με τέτοιο κρύο. Η μικρή ηλεκτρική σόμπα περισσότερο φώτιζε παρά ζέσταινε το χώρο. Ήπια και γω μαζί του. Τον ρώτησα για φαγητό. Δεν είχε φάει αλλά δεν ένιωθε και πείνα. Το ίδιο κι εγώ. Αργότερα σκέφτηκα το μωρό στην κοιλιά μου. Δεν θα ‘πρεπε να μένω νη­στική. Το έμβρυο θα ‘τρωγε τότε απ’ τις σάρκες μου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που γκαστρωμένες γυ­ναίκες έχαναν τα δόντια τους ή τα μαλλιά τους. Σκέ­φτηκα να βράσω δύο αυγά και τα φάγαμε με λίγες φρυγανιές και τυρί. Προγραμμάτισα μάλιστα το βρά­δυ πριν πέσω να πιω κι ένα ποτήρι γάλα. Δεν θα ‘κανα άσχημα αν το εφάρμοζα κάθε μέρα αυτό. Το γάλα έχει ασβέστιο και χρειάζεται για τα κόκαλα του παι­διού, είχα ακούσει σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή.
Άναβε το τρίτο τσιγάρο μετά το αυγό. Βάλαμε κι άλλο κονιάκ. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από συναι­σθήματα. Με ρώτησε τι είχα σκοπό να κάνω. Κούνησα τους ώμους. Το ‘βλεπα απλά σαν ένα καθημερινό γε­γονός και τίποτ’ άλλο, είπα ψέματα. Δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα τη ζωή μας. Ήπιε μια γουλιά κονιάκ χωρίς να μιλήσει. Δεν πίστευε κουβέντα. Ξέραμε ο ένας τον άλ­λο πια, από συνήθεια. Έσβησε το τσιγάρο του με μι­κρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αυτό το έκανε ό­ταν ήταν αναστατωμένος πολύ. Κανείς μας δεν διέκο­πτε τη σιωπή. Είχε σφηνώσει ανάμεσα μας. Κάτι σαν πάλη, ποιος θα φανεί πιο ψύχραιμος στον πανικό του άλλου.
   Ο Λύσιος σηκώθηκε. Ήταν πια εννέα. Ήθελε να προλάβει τα νέα στην ΕΡΤ. Μια ωραία δικαιολογία να κοπάσει η ένταση ανάμεσα μας. Περισσότερο τον ενδιέφερε ο καιρός, είπε. Αύριο είχε πολλές διαδρομές να καλύψει με το αυτοκίνητο. Το καθίκι ο Παπαδάκης θα διάλεγε πάλι αυτόν να βγάλει το φίδι απ’ την τρύ­πα με τέτοιο καιρό. Γεννήθηκε το θέμα της σόμπας αυτομάτως. Ποιος θα την κρατούσε απ’ τους δύο. Με­ταφέρθηκα λοιπόν και γω στον καναπέ μαζί του και δίπλα μας μπήκε η σόμπα. Έκλεισα το φως στην κου­ζίνα μην καίει άδικα και πήρα μαζί το κονιάκ. Αύριο θα ξέπλενα τις αυγοθήκες και τα κουταλάκια. Με τέ­τοιο καιρό που να βάλω τα χέρια μου στα νερά. Το θερμοσίφωνο της κουζίνας δεν τ’ ανάβαμε σχεδόν πο­τέ για οικονομία.
   Κάθισα δίπλα του. Ο Τέρενς Κουΐκ είχε αρχίσει κιόλας τα δικά του. Το θέμα της ημέρας οι βροχές σ’ όλη τη χώρα. Έμοιαζε να είναι το πιο σημαντικό γε­γονός που μας συνέβαινε την τελευταία βδομάδα κα­θώς άδειαζαν και τα αποθέματα των τροφίμων μας στις λαϊκές και στα σούπερ μάρκετς. Λίγο ακόμη και η χώρα θα ‘μοιαζε σαν να ‘βγαινε από πόλεμο. Ο καιρός δεν μας είπε κάτι καλύτερο. Ο παρουσιαστής ανάγγει­λε άλλον μετεωρολόγο και μεις είδαμε άλλον στο γυα­λί . Καλύτερα γιατί αυτόν τον καραφλό τον συμπαθώ περισσότερο. Μοιάζει να χαμογελά ακόμη κι όταν μι­λάει για κατακλυσμούς. Η κακοκαιρία συνεχίζεται λοιπόν και αύριο για όγδοη μέρα. Ανταλλάξαμε βλέμ­ματα. Ίσως μπορούσα ν’ αποφύγω σκέφτηκα και πάλι το γραφείο. Θα ‘κανα κάποιες μεταφράσεις στο σπίτι. Θα ‘φτιαχνα και ρεβύθια σούπα, ταίριαζαν στον και­ρό . Σχεδόν χάρηκα. Περισσότερο μου άρεσε η σκέψη πως θα μέναμε οι δυο μας, εγώ και η κοιλιά μου, μόνοι μας. Είχαμε πολλά να σκεφτούμε. Το κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Το είδα όμως ότι το κατάλαβε. Έπαιξε τα μάτια και κοίταξε αλλού. Κλείσαμε την τηλεόραση. Είχε ένα ελληνικό αστυνομικό. Σαχλαμάρα. Δεν πετύ­χαινε η συνταγή ποτέ όταν προσπαθούσαν να μιμη­θούν τα ξένα. Ουαί. Μου ‘ρχόταν πάλι εμετός και δεν έφταιγε η εκπομπή τώρα γι’ αυτό. Αναλογιζόμουν το κρεβάτι. Η σκέψη τριβέλιζε το μυαλό μου. Μ’ αυτή τη κοιλιά φοβόμουν το γαμήσι. Τριών μηνών βέβαια κα­νένας δεν σου λέει να μην το κάνεις. Δεν μοιάζει διό­λου επικίνδυνο, αλλά η δική μου η κοιλιά τόσο απότο­μα που είχε μεγαλώσει έδειχνε σαν επτά. Και την ένιωθα να τσιτώνει κι άλλο.
Ο Λύσιος με κοίταξε περίεργα ενώ γδυνόμουν τουρτουρίζοντας μπροστά στο σομπάκι – το μεταφέραμε στην κρεβατοκάμαρα. Πρόσεξε και ‘κείνος ό,τι είχα επισημάνει κι εγώ. «Σίγουρα λες μόνο τριών μηνών;» Τον διαβεβαίωσα, γιατί στ’ αλήθεια θυμόμουν ότι πριν είχα περίοδο. Ήταν άλλωστε και σημειωμένο στο ημερολόγιο μου. Με κοίταξε στα μάτια σχεδόν απελ­πισμένος. Ήθελε πολύ να το πιστέψει. Είπε: «Υπάρ­χουν ξέρω περιπτώσεις που είναι γκαστρωμένες και έχουν περίοδο.» Αυτό ήταν. Πώς δεν το είχα κι εγώ σκεφτεί τόσες ώρες. Με τόση μεγάλη κοιλιά δεν ήταν δυνατόν να ήμουν μόνο τριών μηνών. Τι μαλακίες κά­θομαι και λογαριάζω. Θα ‘μουν επτά σίγουρα, μπορεί και οκτώ. Σκέφτηκα την υπόθεση μου που θα πέρναγε την άλλη βδομάδα από το συμβούλιο του ιδρύματος και ρίγησα. Σήμερα ήταν Πέμπτη. Μπορεί να ‘μουν κιόλας στον ένατο. Γι’ αυτό και οι πόνοι. Μπορεί σε τέσσερις πέντε μέρες να γεννούσα.
   Έκλεισα τα μάτια. Μια ταραχή ξεκινούσε πάλι από τα σωθικά μου και απλωνόταν σ’ όλο το σώμα. Ένιω­σα τα πόδια και τα χέρια μου να τρέμουν. Το μυαλό μου σφίχτηκε. Ήταν μέσα μου όλα τόσο μπερδεμένα. Κρατήθηκα από την καρέκλα μην πέσω. Παλιότερα για τις ζαλάδες ο παθολόγος μου είχε συστήσει ηρεμι­στικά, τα ‘παιρνα κατά καιρούς, παρ’ όλο που δεν κα­ταλάβαινα πως μπορούσαν να θεραπεύουν τις ζαλά­δες. Τώρα δεν τα ‘θελα. Φοβόμουν μήπως πειράξουν το παιδί. Το ‘χα διαβάσει στις οδηγίες, αν θυμάμαι καλά.
   «Κρυώνεις.» Άκουσα τη φωνή του. Γιατί όχι; Μπο­ρεί να ήταν από το κρύο που έτρεμα. Φόρεσα το φανε­λάκι μου και χώθηκα κάτω απ’ το πάπλωμα. Ήταν ζεστά. Το σώμα του Λύσιου είχε θερμάνει το κρεβάτι. Δεν έσβηνε το φως. Κοιτούσε μονάχα έξω απ’ την τζαμόπορτα του μπαλκονιού. Είχε σταματήσει να ρί­χνει αλλά περιμέναμε να ξαναρχίσει όπου να ‘ναι. Μακριά φώτιζαν τις στέγες αστραπές.
   Το σκεφτόταν πολλή ώρα και τέλος το ρώτησε. Για τον μικρό Παναγιώτη. Το ‘ξερα πως τον απασχολού­σε. Αν ήμουν γκαστρωμένη θα ‘πρεπε να σταματήσω τη διαδικασία με τον Παναγιώτη. Τον κοίταξα στα μάτια. Με ψάρευε. Κρεμόταν απ’ αυτή την απάντηση. Αναρωτήθηκα γιατί. Δεν το ρώτησα. Είχε στηρίξει πολλά στη σχέση μας έτσι όπως ήταν μέχρι τώρα. Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω. Είπα μόνο, ναι, θα το σκεφτώ. Δεν ξέρω αν ησύχασε. Εγώ όμως άρχισα να καταλα­βαίνω πόσο είχε μπερδευτεί η κατάσταση. Ο Λύσιος είπε πως έτσι έπρεπε να κάνω. Να πω στο ίδρυμα ότι είμαι έγκυος. Όλοι θα προτιμούσαν το δικό τους παι­δί από ένα ξένο. Ωστόσο ο καθένας θα το καταλάβαι­νε. Το θέμα δεν ήταν εκεί. Να διαλέξω δηλαδή το δικό μου – δικό μας παιδί.
   Τον κοιτούσα ακόμη προβληματισμένη. Ο Λύσιος απέφυγε το βλέμμα μου. Σφάλισε τα μάτια του γρήγο­ρα σαν να ‘θελε να διώξει κάποιον εφιάλτη από μέσα του. Πώς δεν το ‘χα αμέσως καταλάβει; Άρχιζε τώρα κάτι να ξεκαθαρίζει στο μυαλό μου. Ζούσα σε τέτοια ένταση, σχεδόν εξωπραγματική. Αυτό με βοηθούσε να συλλάβω ιδέες και καταστάσεις που μπορεί ποτέ άλλο­τε να μην το κατάφερνα. Ο Λύσιος πριν δυο χρόνια είχε δεχτεί την πρόταση μου για υιοθεσία γιατί το παι­δί δεν θα ‘ταν δικό του. Δεν το ‘βλεπε σαν μια αληθινή κατάσταση και γι’ αυτό δεν είχε αρνηθεί. Στ’ όνομα μου είχα ζητήσει από το ίδρυμα την υιοθεσία. Εγώ θα έπαιρνα το παιδί. Και σαν άγαμη που ήμουν δεν είχα δικαίωμα να διεκδικήσω κάποιο νεογέννητο και υγιές. Γι’ αυτό μου έδιναν τον Παναγιώτη. Ο Λύσιος δεν θα ‘χε καμία συμμετοχή. Ο Παναγιώτης θα ήταν γι’ αυτόν απλά ένας συγκάτοικος. Τώρα το πράγμα βέβαια άλ­λαζε. Αν έβγαινε κάτι απ’ την κοιλιά μου θα ‘ταν και δικό του αφού είχαμε αποκλειστικότητα στο σεξ. Η σχέση μας λοιπόν έπαιρνε άλλη τροπή.
   Το φως ήταν ακόμη αναμμένο. Και ‘κείνος με τα μάτια κλειστά. Ένιωθα την κούραση να με τυλίγει ολοκληρωτικά. Έπρεπε να πάψω επιτέλους να σκέφτο­μαι. Έπρεπε να μετρήσω πάλι προβατάκια και να κοι­μηθώ . Η σημερινή μέρα είχε πολλά συσσωρεύσει. Ή­μουν από τα χαράματα ξυπνητή. Γύρισα πλευρό κι έ­κλεισα τα μάτια. Κλικ και σκοτείνιασε. Ο Λύσιος έ­σβησε το φως. Σιωπή. Ένιωσα ν’ αρχίζει το ταξίδι. Βυθιζόμουν. Και τότε άκουσα πάλι να με φωνάζει. Δεν κοιμόταν. Δεν τον άφηνε η αγωνία να χαλαρώσει. Ο Λύσιος πίστευε πως μ’ αγαπούσε. Μπορεί να ‘ταν κι έτσι. Η αγάπη ήταν το όπλο του. Εγώ ήμουν το θύμα αυτού του όπλου. Ο Λύσιος με ήθελε όλη δική του. Κι αγωνιούσε για το τι περιείχε η τεράστια κοιλιά μου. «Μαρία, πρέπει να πας για τεστ.» Κατάλαβα πόσο μια θετική απάντηση θα ‘ταν για κείνον οδυνηρή. Έβλεπα πως δεν ήθελε παιδί. Εκείνη όμως την ώρα δεν μπο­ρούσα να καταλάβω τη βαθύτερη αιτία που τον έκανε όχι μόνο ν’ αντιδρά στην ιδέα ενός τρίτου προσώπου ανάμεσα μας, αλλά να φοβάται στην κυριολεξία την ύπαρξη του παιδιού.
   Του πέταξα ένα «εντάξει» μόνο και μόνο για ν’ απαλλαγώ απ’ τις συζητήσεις και να κοιμηθώ. Το μυα­λό μου όμως δούλευε πυρετικά προσπαθώντας ν’ ανα­λύσει τις αιτίες της τόσο μεγάλης του ταραχής. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε παιδιά. Ήταν ότι είχε ένα παιδί. Με ‘κείνην. Την άλλη. Την πρώην. Ένα κορίτσι. Δικό του. Ήταν ήσυχος. Τα είχε κάνει όλα. Είχε το έπαθλο του τελειωμένου καθήκοντος. Μια καλή δουλειά. Είχε κάνει οικογένεια. Έγινε πατέρας. Μετά βέβαια χώρι­σε. Πλήρωνε όμως ότι μπορούσε για διατροφή. Δεν είχε τίποτα από το προσχέδιο παραλείψει όταν έφτασε στην εκτέλεση. Ήταν κερδισμένος. Κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Πλήρης. Το διάτρητο θνητό σώμα βουλωμέ­νο καλά παντού με συναισθήματα. Δεν στάζει. Δεν εκρέει. Δεν αιμορραγεί. Στηρίζεται. Έχει ολοκληρω­θεί . Τα βήματα σταθερά. Διαγραμμένα με προϋποθέ­σεις επιτυχίας. Κι όμως. Κλυδωνιζόμενα. Σε κάθε βή­μα ο κίνδυνος μια τρύπα να πετάξει το βούλωμά της. Κι η ανασφάλεια να χυθεί. Σχεδόν ένιωθα μια έντονη λύπη γι’ αυτόν, εγώ, με τα χιλιάδες ανοίγματα που αφοδεύουν την ψυχή μου μετά βδελυγμίας. Όσο και να σκέφτομαι δεν κατορθώνω να καταλάβω τι είναι εκείνο το ιδιαίτερο που τον φοβίζει σ’ αυτό το παιδί.
   Ο Λύσιος δεν κοιμάται. Νιώθει τον κίνδυνο να πλησιάζει. Δεν μιλά. Δεν μιλώ. Κάνω πως κοιμάμαι. Η ώρα περνά. Η νύχτα βαθαίνει. Η νύχτα ξασπρίζει. Ο Λύσιος πονά. Και με πονά. Το φως του φεγγαριού έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιο. Χτυπάει αλύπητα το πρόσωπο του. Τον κοιτάζω. Τα μάτια του ανοιχτά. Το στόμα του ακόμα μια σχισμή σφιγμένο. Δεν μιλάμε. Ξέρουμε και οι δυο, οι λέξεις δεν εκφράζουν τις καταστάσεις. Αλλοιώνουν μόνο τα γεγονότα, κρύβουν τα συναισθήματα. Η επικοινωνία δεν γίνεται με λόγια.
   Γέρνω στο δικό μου πλάι. Η κοιλιά μου διαγράφει το ημικύκλιο μαζί μου. Υπάρχει πάντα. Το ξέρουμε και οι δύο. Για διαφορετικό λόγο ο καθένας μας νιώ­θει φόβο. «Αύριο να πας κιόλας.» Το περίμενα. Κι ακόμα ξέρω πως πρέπει να το κάνω. Να μάθω επιτέ­λους. Δεν πιστεύω να κοιμηθώ. Σφαλίζω όμως τα μά­τια. Λίγες ώρες με χωρίζουν απ’ το αύριο. Και αύριο θα μάθω την αλήθεια. Αυτό που κουβαλάω εντός.

   Στριμώχνομαι στην άκρη άκρη του κρεβατιού προσπαθώντας να μην τον ακουμπήσω καθόλου. Έτσι ελπίζω να μην του περάσει καθόλου απ’ το μυαλό η επιθυμία να γαμηθούμε απόψε. Η ένταση όμως είναι πο­λύ πιο δυνατή για να πιστέψει και ο ίδιος πως μπορεί να κοπάσει με έναν οργασμό. Δεν μας παίρνει απόψε για τέτοια.

***
Κριτικές για το βιβλίο —-> ΕΔΩ
©Λεία Βιτάλη 

You might also like:
Advertisements