Ευγενία Μπογιάνου, Ανάμνηση με κόκκινο πουλόβερ

by SF

 Ακόμη και το βάδισμα θέλει κόπο. Περπατώ και τα πόδια μου δεν με κρατάνε. Λυγίζουν. Θα πέσω. Θα πέσω στο πεζοδρόμιο και θα αφήσω την τελευταία μου πνοή. Η διάγνωση θα είναι κούραση. Μην ακούς τι λένε. Όλα τα άλλα είναι μπούρδες. Από κούραση υποφέρω. Αυτή θα με σκοτώσει. Θα με σκοτώσει και μάλιστα πριν της ώρας μου.
    Ήταν νέος. Έτσι θα πουν. Πενήντα πέντε χρονών. Ακούγεται σαν μέση. Για μένα ίσως είναι το τέλος. Ήταν νέος, θα πουν. Σήμερα είσαι νέος. Παλιά ήσουν γέρος. Εγώ πάλι νομίζω πως είσαι στη μέση. Νέος για θάνατο και γέρος για ζωή.
    Πενήντα πέντε: καλή ηλικία για να αφήσει κανείς τα εγκόσμια.
    Αλλά. Αλλά η ζωή είναι γλυκιά. Κι ο θάνατος μαυρίλα.
    Κοίτα να δεις σκέψεις που κάνω τώρα. Μόνο και μόνο επειδή είμαι κουρασμένος. Επειδή κρατάω αυτές τις δυο σακούλες με τα ψώνια και μου φαίνεται σαν να σηκώνω τόνους βάρος. Ασήκωτο βάρος ζωής. Κι όμως, είναι μόνο λίγα πορτοκάλια και μερικές πατάτες. Τόσο βαριά είναι τα πορτοκάλια; Ή εγώ δεν έχω πια δύναμη;
    Είμαι άρρωστος. Το πόσο άρρωστος δεν το ξέρω. Το ξέρουν οι άλλοι. Μου το κρατούν σαν έκπληξη για το τέλος.
    Προς το παρόν κοιτάζω να τα βγάλω πέρα με τις σακούλες. Θα πάω τα ψώνια στο σπίτι, ο κόσμος να χαλάσει.
    Ζεσταίνομαι. Είναι φυσιολογικό να ζεσταίνομαι τόσο; Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι. Οι ρίζες των μαλλιών μου είναι μούσκεμα. Ο ιδρώτας κυλάει στο μέτωπο και μπαίνει στα μάτια μου. Τυφλός. Σαν τυφλός περπατάω. Φοράω το μπουφάν γιατί μου χρειάζονται οι τσέπες. Πού θα βάλω τα τσιγάρα και το τηλέφωνο; Κι αυτό το αναθεματισμένο χτυπιέται ασταμάτητα σαν δονητής. Σαν μηχανικό γαμήσι. Λες και σε προειδοποιεί πως αυτός που σου τηλεφωνεί θέλει να σε πηδήξει. Δεν το σηκώνω. Δεν προκαλώ άλλο την τύχη μου. Ας χτυπάει όσο θέλει.
    Θα σταματήσω. Δεν χάθηκε ο κόσμος αν αργήσω λίγο. Μήπως με περιμένει κανείς; Θέλω να κάνω ένα τσιγάρο. Μάλλον, για την ακρίβεια, άλλο ένα τσιγάρο. Θα σε σκοτώσει, μου λέει ο περιπτεράς. Τώρα;…, θέλω να του πω, με έχει ήδη σκοτώσει. Αλλά φυσικά δεν λέω τίποτα. Ο άνθρωπος δείχνει ενδιαφέρον. Και πάντα με το χαμόγελο. Έχει σημασία αυτό. Μου λέει ότι είμαι ο καλύτερος πελάτης. Τον πιστεύω. Ποιος άλλος καταναλώνει τόσα πακέτα την ημέρα; Κι εγώ όμως, πιστός. Δεν πάω αλλού. Από αυτόν αγοράζω. Είναι μια σταθερά. Και, δεν ξέρω, έχω ανάγκη από κάποιες σταθερές. Να δω μια γνώριμη φάτσα, να πω μια καλημέρα. Μια καλημέρα είναι κάτι, καμιά φορά. Ο άλλος δεν είναι φίλος σου, μα είναι σαν φίλος. Σου εύχεται να έχεις μια καλή μέρα. Και το εννοεί. Είναι κάτι αυτό.
    Ξέρω κι εγώ; Έχουν νόημα όλα αυτά; Γιατί να μπαίνω τώρα σε τέτοιο συναισθηματικό παιχνίδι με αναφορά τον περιπτερά; Ο άνθρωπος μου δίνει τα τσιγάρα, παίρνει τα λεφτά και από δω πάν’ οι άλλοι. Με έχει ξεχάσει πριν στρίψω στη γωνία. Κι εγώ κάθομαι και λέω…
    Έχουν νόημα όλα αυτά;
   Κάποιο νόημα θα έχουν. Δεν μπορεί να είναι όλα άνευ νοήματος. Αφού τα σκέφτομαι, αφού κάθομαι και τα λέω. Δεν μπορεί.
   Ξετυλίγω τη ζελατίνα του δεύτερου πακέτου της ημέρας. Τι ωραίο γνώριμο μικρό μαλακό πακετάκι. Θα κάνω δυο τζούρες και θα το πετάξω. Τι είναι δυο τζούρες, ούτε να το νιώσω δεν προλαβαίνω. Ίσα που το γεύομαι. Καπνίζω σαν κλέφτης. Κρύβομαι. Από τον εαυτό μου, από τους άλλους. Ό,τι αγαπώ να κάνω, απαγορεύεται. Όπως και πριν στο σούπερ μάρκετ. Πλησίασα μια κοπέλα, υπάλληλο, να τη ρωτήσω για έναν αφρό ξυρίσματος που έψαχνα. Έχω κόλλημα με αυτό τον αφρό και δεν τον έβρισκα. Μου μίλησε ευγενικά. Ήταν πρόθυμη να με εξυπηρετήσει, όταν όμως έσκυψε προς το μέρος μου, σχηματίστηκε μια γκριμάτσα στο πρόσωπό της. Με είδε κι αυτή που την είδα και τη μάζεψε. Όμως ήταν αργά. Το κακό είχε γίνει. Μου απάντησε και απομακρύνθηκε. Έφυγε με μικρά μαλακά βήματα σαν της γάτας.
    Μύρισε την ανάσα μου. Αυτό ήταν. Πόσο αξιοθρήνητος είναι ένας άντρας του οποίου η ανάσα μυρίζει αλκοόλ ακόμη και στις δέκα το πρωί; Η ανάσα μου μυρίζει βόθρο. Μυρίζει στεκούμενα νερά.    Μυρίζει μούχλα και ξερατά.
    Κανονικά θα έπρεπε να σε λυπούνται, έτσι δεν είναι; Κι όμως, συνήθως απλά σε κοιτούν αποδοκιμαστικά και σε αποφεύγουν, λες και είναι κολλητικό. Αρρώστια μπορεί να είναι, δεν ξέρω, κολλητική πάντως σίγουρα δεν είναι.
    Τι να πω; Δίκιο θα έχουν. Πρωί πρωί, πώς να αντέξει κανείς τη δυσωδία; Τι φταίνε οι άνθρωποι με την τρέλα του καθενός; Στο κάτω κάτω ό,τι ξεφεύγει από την κ α ν ο ν ι κ ό τ η τ α προκαλεί αμηχανία. Κι είναι όλα τόσο γυαλιστερά και τακτοποιημένα και κανονικά στα σούπερ μάρκετ. Οπότε η ανάσα ενός μεσήλικα που μυρίζει ποντίκια είναι σαν προσβολή. Έρχεται από έναν κόσμο σκοτεινό που δεν αρμόζει εκεί μέσα. Είναι σαν αιμόπτυση πάνω σε λινό τραπεζομάντιλο. Αυτό είναι.
    Μετά, μου φάνηκε πως έπεσε το σύνθημα και με κοιτούσαν όλοι. Ανεπιθύμητος. Σαν να μόλυνα τον αέρα. Είπα να σηκωθώ να φύγω. Να τα παρατήσω όλα και να φύγω. Όμως δεν το έκανα. Συνέχισα δίχως να κοιτάζω γύρω μου. Μόνο που ζαλίστηκα λίγο και μου ήρθε μια ανακατωσούρα στο στομάχι. Άνοιξα ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό και το ήπια μονορούφι. Έβαλα το άδειο μπουκάλι στο καλάθι. Εννοείται πως θα το πλήρωνα, η υπάλληλος όμως με κοίταξε και κάτι πήγε να μου πει. Έμειναν οι λέξεις, η επίπληξη μάλλον, να αιωρείται από πάνω μας. Δεν είπε τίποτα, μόνο που μόρφασε πάλι. Εκφραστικό πρόσωπο, σκέφτηκα και πήγα στο ταμείο.
   Βλέπω την Αραχόβης μπροστά μου και είναι σαν να ανασταίνομαι. Επιτέλους φτάνω. Τόση κούραση νιώθω. Κούραση βαριά σαν μολύβι. Και ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι. Η τσέπη μου αναταράζεται πάλι. Η δόνηση είναι πιο επίμονη. Απειλητική.
    Δεν θα σταματήσουν ποτέ. Θα συνεχίσουν μέχρι να πιουν και την τελευταία σταγόνα από το αίμα μου.
   Κοντοστέκομαι. Βγάζω το κινητό και κοιτώ την οθόνη. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες αναπάντητες κλήσεις έχω. Κι όλες από τον ίδιο αριθμό. Τον μη αριθμό. Απόκρυψη. Τι κρύβουν γαμώ το κέρατό μου; Ένα μήνυμα αναβοσβήνει. Πόσες φορές έχει επαναληφθεί το ίδιο; Μηνύματα. Χιλιάδες μηνύματα. Το εξής ένα: «κύριε Λέκκα, ονομάζομαι τάδε. Σας παίρνω εκ μέρους της τράπεζας.   Παρακαλώ να με καλέσετε σε αυτό το νούμερο. Το μήνυμα είναι επείγον. Μην το αμελήσετε».
    Το μήνυμα είναι επείγον.
   Η φωνή απρόσωπη. Αυστηρή. Συνήθως γυναικεία. Όμως καμιά φορά, κατ’εξαίρεση, αντρική. Φωνές νεανικές. Σίγουρες. Ζητάνε. Μου ζητάνε. Μου ζητάνε αυτά που τους οφείλω. Όχι σε αυτούς. Δεν τα οφείλω στις φωνές. Τα οφείλω σε αυτό που αντιπροσωπεύουν οι φωνές. Και με το οποίο ταυτίζονται. Ή νομίζουν πως ταυτίζονται. Ή τους έχουν μάθει να νομίζουν πως ταυτίζονται. Η αλήθεια είναι πως δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του. Το υπηρετούν για να πάρουν τα ψίχουλα που τους δίνουν. Τι άλλο να κάνουν; Για να μπορέσουν να ζήσουν. Αυτές. Οι φωνές. Οι καλά εκπαιδευμένες φωνές. Οι φωνές που έχουν μάθει να κατατάσσουν τους ανθρώπους ανάλογα με το μέγεθος του χρέους τους. Οι σίγουρες νεανικές φωνές.
    Πριν από κάνα δυο ώρες είχα μιλήσει με μια γυναικεία φωνή.
    «Κύριε Λέκκα, ονομάζομαι Μαυρίδου και σας παίρνω εκ μέρους της τράπεζας».
   Μικρή παύση.
   «Με ακούτε, κύριε Λέκκα;».
   «Ναι, ναι, σας ακούω».
    Η φωνή είναι διαπεραστική. Μου τρυπάει το τύμπανο.
    «Έχετε μια οφειλή στην τράπεζα. Βρίσκεται σε καθυστέρηση. Θα πρέπει να το τακτοποιήσετε».
    «Θα το τακτοποιήσω».
    «Μπορείτε να μου πείτε πότε ακριβώς θα το τακτοποιήσετε;».
    Έχω ακούσει αυτήν την επιτακτική ερώτηση δεκάδες φορές. Δεν υπάρχει άλλη περίοδος χάριτος.   Όχι πως υπήρξε ποτέ. Κέρδιζα λίγο χρόνο–χρόνος με το σταγονόμετρο- με τη λογική της αναβολής. Ο χρόνος που κερδίζεται με χρήμα. Όχι πάντα. Μερικές φορές δεν κερδίζεται ούτε με αυτό.
    Χρόνος με το σταγονόμετρο.
    «Δεν έχω χρήματα».
    Ορίστε, έγινε η παραδοχή. Τώρα; Τι γίνεται παρακάτω;
    «Αυτό δεν αφορά την τράπεζα, κύριε Λέκκα».
    Η φωνή εξακολουθεί να είναι ευγενική. Δεν έχει χάσει ακόμη την υπομονή της. Είναι θέμα χρόνου.  Θα τη χάσει στο τέλος. Εκτός αν μπορέσω να τη χειριστώ. Τόσες φορές το έχω κάνει. Άλλη μία.
     Να χειριστώ μία γυναικεία φωνή που σε λίγο θα χάσει την υπομονή της.
   «Όταν απευθυνθήκατε στην τράπεζά μας, εκείνη ανταποκρίθηκε αμέσως. Πρέπει να είστε κι εσείς συνεπής για να συνεχιστεί η συνεργασία μας».
    Ιδού η συμβουλή. Δεν θα αργήσει και η απειλή.
    «Δεν είναι ότι δεν θέλω να είμαι συνεπής. Όμως βρίσκομαι σε αδυναμία».
    «Μήπως θα μπορούσατε να δανειστείτε ένα μικρό ποσό για αρχή, για να αποφύγετε τις δυσάρεστες επιπτώσεις;».
    Πώς δεν το είχα σκεφτεί; Νά η λύση.
    «Ξέρετε, δεν είναι εύκολο».
    «Ε, τότε η τράπεζα, θα προβεί σε μέτρα εναντίον σας».
   Απειλή.
    «Η υπόθεσή σας θα φύγει από μένα και θα πάει στο νομικό τμήμα. Με αυτούς θα μιλάτε από δω και μπρος».
    Δεν έχω να πω τίποτα. Δεν θέλω να μιλήσω με κανέναν. Θέλω λίγο χρόνο ακόμα. Μια μικρή παράταση χρόνου. Αυτό θέλω.
    «Αν μπορούσατε να κάνετε λίγη υπομονή. Περιμένω κάποια χρήματα. Μέσα στην εβδομάδα θα έχω το ποσό που…».
    «Κύριε Λέκκα δεν είναι θέμα υπομονής, είναι η πολλοστή φορά που μας λέτε το ίδιο. Η τράπεζά μας έχει δείξει ανοχή, όμως η κατάθεση θα πρέπει να γίνει άμεσα. Το αργότερο αύριο».
    Αύριο. Το αργότερο αύριο.
    Κι αν αύριο είναι αργά;
    Η φωνή σιγεί. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό μοιάζει ακόμη χειρότερο. Είχα αρχίσει να συνηθίζω τη φωνή. Μου λείπει τώρα. Άφησε ένα κενό πίσω της.
    Θέλω λίγο χρόνο και τη φωνή. Μόνο αυτό.
    Δεν αντέχω το κενό που άφησε πίσω της η φωνή. Δεν μπορεί, άνθρωποι είμαστε, ανθρώπινα όντα, θα τα βρούμε μεταξύ μας. Αρκεί να υπάρχει ο χρόνος.
    Ξαναβάζω το κινητό στη θέση του. Περπατώ και το νιώθω να χτυπιέται. Νά το, ξαναγύρισε η φωνή. Όλα μπήκαν ξανά στη θέση τους. Όσο αυτό χτυπιέται κι εγώ δεν το σηκώνω παίρνω αναβολή. Κερδίζω χρόνο. Μπορεί κάτι να γίνει έτσι. Ποτέ δεν ξέρεις. Δεν μπορείς να ξέρεις τι θα φέρει μαζί του το αύριο. Το αργότερο αύριο. Κι αν αύριο είναι αργά; Κι αν δεν υπάρχει καν το αύριο; Τότε; Ποιος θα αποζημιώσει ποιον τότε; Κι αν εγώ δεν είμαι πια εδώ και το τηλέφωνο συνεχίσει να δονείται; Αν συνεχίσει να αναβοσβήνει το μήνυμα στην οθόνη και η ευγενική φωνή που δεν θα είναι πια ευγενική συνεχίσει να ζητάει αυτά που δικαιούται να πάρει; Τι θα μπορούσε άραγε να σταματήσει τη φωνή;
    Συνεχίζω το δρόμο μου.
   Στην Αραχόβης θέλω να περάσω απέναντι. Ακούω πρώτα το θόρυβο. Ένα βουητό που θαρρείς κι έρχεται από τα έγκατα της γης. Ίσα που προλαβαίνω να δω το μηχανάκι. Περνάει από δίπλα μου. Παραλίγο θα περνούσε από πάνω μου. Παρά λίγο. Τρομάζω τόσο που τρέμουν τα πόδια μου. Κάνω πίσω και οι σακούλες φεύγουν από τα χέρια μου. Σκορπίζουν τα πράγματα. Ντρέπομαι, γαμώτο. Μετά την τρομάρα, νιώθω ντροπή. Έτσι όπως σκόρπισαν τα πράγματα, νιώθω γυμνός στη μέση του δρόμου. Ούτε καν κοιτάζω γύρω μου από την ντροπή. Κάνω πως δεν βλέπω για να μη με δουν και μένα. Το κεφάλι σκυφτό, κρεμασμένο από το σβέρκο μου σαν σπασμένο. Επικεντρώνω την προσοχή μου στην άσφαλτο. Το μόνο που ακούω είναι τον οδηγό της μηχανής που βρυχάται. Πρόσεχε ρε παλιόγερε, θα σκοτωθείς. Όχι και γέρος ρε φίλε, θέλω να του πω. Μεσήλικας ναι, αλλά γέρος; Αυτό το παλιόγερος μου στοίχισε πιο πολύ από όλα.
    Μαζεύω τα πράγματα. Τα βάζω όπως όπως στις σακούλες. Ευτυχώς που άντεξαν και δεν σκίστηκαν. Τα πορτοκάλια έχουν κυλήσει από δω κι από κει. Θα τα αφήσω και θα φύγω. Σιγά μην κυνηγάω τα πορτοκάλια. Μη σου πω πως θα τα αφήσω όλα όπως είναι και θα εξαφανιστώ.
    Έρχεται μια κοπέλα.
    «Μήπως θέλετε βοήθεια;» με ρωτάει.
   «Όχι, όχι, σας ευχαριστώ πολύ» της λέω. Νιώθω άβολα. Είμαι πράγματι ένας γέρος. Ένας γελοίος γέρος που στέκεται στο πεζοδρόμιο και κοιτάζει αυτούς που τον κοιτάζουν, ενώ εύχεται να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.
    «Είναι όλα μια χαρά, ευχαριστώ».
    Η κοπέλα απομακρύνεται.
   Τη βλέπω να φεύγει και σκέφτομαι τη Δόμνα. Θα έχουν πάνω- κάτω την ίδια ηλικία. Της μοιάζει κιόλας λίγο. Έχουν τα ίδια κυματιστά μαλλιά.
    Παίρνω βαθιά ανάσα και συνεχίζω.
    Ανεβαίνω τη σκάλα της εισόδου με τα πόδια μου βαριά σαν πόδια ελέφαντα. Λίγο ακόμη και θα πέσω κάτω. Στάζω στον ιδρώτα. Θα σκοτωθείς παλιόγερε. Θα πεθάνεις παλιόγερε. Βρωμερέ παλιόγερε.
    Τραβήχτηκα πίσω ενστικτωδώς. Αυτό δεν θα έκανε ο καθένας; Αυτό θα έκανε.
Βάζω το κλειδί στην πόρτα. Μπαίνω στη δροσιά της εισόδου. Ούτε αιρκοντίσιον να είχε. Η ατμόσφαιρα είναι κρύα και υγρή. Καλώ το ασανσέρ. Περιμένω. Είναι στον τέταρτο και κατεβαίνει. Το κόκκινο φωτάκι αναβοσβήνει. Μετράει αντίστροφα τους ορόφους. Μετράει κι ο χρόνος αντίστροφα; Τέταρτος. Τρίτος. Δεύτερος. Πρώτος. Μηδέν. Στο μηδέν ανοίγω την πόρτα και μπαίνω.
    Γιατί έκανα πίσω;
     Να ξεφορτωθώ τις ρημάδες τις σακούλες. Μόνο αυτό θέλω. Τις πετάω σε μια γωνιά και ανασαίνω.   Ακούω ένα κρακ. Κομμάτια γυαλιού που θρυμματίζονται. Έσπασε το μπουκάλι της μπύρας. Σώθηκε πριν, στο δρόμο και έσπασε τώρα, μέσα στο σπίτι. Δεν βαριέσαι. Ποιος νοιάζεται για την μπύρα; Πηγαίνω στην κουζίνα. Ανοίγω το ντουλάπι. Αυτό πάνω από το νεροχύτη. Βγάζω ένα ποτήρι. Έχει ένα λεκέ στο χείλος αλλά δεν με πειράζει. Τίποτα δεν με πειράζει. Παίρνω το μπουκάλι με το ουίσκι. Είναι γεμάτο σχεδόν ως τη μέση. Περίεργο. Πότε άδειασε; Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε το άδειασα, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας. Το μόνο που θέλω είναι να αδειάσω και το υπόλοιπο και μάλιστα ει δυνατόν αμέσως. Γεμίζω το ποτήρι κατά τα δύο τρίτα. Συμπληρώνω με παγωμένο νερό. Το πίνω στην υγειά μου.
     Ακούω το κουδούνισμα. Ο ήχος ακούγεται από το μέσα δωμάτιο. Αρχικά νομίζω πως είναι η πόρτα. Όμως όχι. Το τηλέφωνο είναι. Δεν μπορεί να μη μ’αφήνουν ήσυχο ούτε εδώ. Η τσέπη μου αναταράζεται. Φοράω ακόμη το μπουφάν. Παρ’ όλη τη ζέστη και τον ιδρώτα δεν πρόλαβα να το βγάλω. Ή μάλλον το ξέχασα. Ξέχασα την προστατευτική πανοπλία μου. Είμαι ακόμη σε ετοιμότητα. Χωρίς την πανοπλία είμαι γυμνός.
    Η τσέπη μου δονείται λίγο ακόμη και μετά σταματάει. Το κουδούνισμα συνεχίζεται. Δεν ξέρω αν θέλω να το σηκώσω. Ποιον να αντιμετωπίσω και πώς; Με τι δυνάμεις; Προχωρώ και τρεκλίζω. Σαν μεθυσμένος. Αλλά, μα την αλήθεια, δεν είμαι μεθυσμένος. Όχι ακόμα. Όχι σήμερα. Είναι αυτή η κούραση που μου αποδιοργανώνει το περπάτημα. Μαζί με το μυαλό μού γαμάει και το περπάτημα. Κάθομαι στην ψάθινη πολυθρόνα δίπλα στο τραπεζάκι με το τηλέφωνο. Το νούμερο αναβοσβήνει πάνω στην οθόνη. Μου είναι γνωστό. Είμαι βέβαιος πως έχω δει πολλές φορές αυτό τον αριθμό, όμως δεν θυμάμαι ποιανού είναι. Πρέπει κάποτε να καταχωρίσω τα ονόματα στις επαφές. Θα το κάνω κάποτε. Προς το παρόν και μόνο η σκέψη με κουράζει.
     Σηκώνω το ακουστικό.
    Ακούω τη φωνή της.
    «Έλα, μπαμπά, εγώ είμαι. Πώς είσαι σήμερα;»
     Θέλω να κατεβάσω όλο το ποτήρι. Μόνο αυτό θέλω. Η μόνη αληθινή μου επιθυμία είναι αυτή.
    Δεν το κάνω γιατί δεν θέλω να το καταλάβει. Και είναι ικανή να το καταλάβει. Πάντα το καταλαβαίνει. Γιατί όμως να με νοιάζει; Γιατί θέλω ξαφνικά να είμαι αρεστός; Καημένε Χριστόφορε, είσαι ένας καλός και υπάκουος μαθητής. Έλα άφησε το ποτήρι και μίλα στην κορούλα σου όπως αρμόζει σε έναν πατέρα.
    «Καλά είμαι, πώς να είμαι; Όπως συνήθως», της λέω.
    «Σε ακούω λίγο ανήσυχο».
     Ανήσυχο. Με ακούει λίγο ανήσυχο. Έτσι μου είπε.
    Και μετά παύση. Τόσο μεγάλη παύση που νομίζω πως έπεσε η γραμμή. Κενό. Εκκρεμότητα. Η σχέση μας καθορίζεται από τα κενά της. Πάντα έτσι ήταν.
     Θέλω να κλείσω το τηλέφωνο. Δεν θέλω να πω άλλη κουβέντα.
     Γιατί να περιγράψω από το τηλέφωνο αυτό που μου συμβαίνει;
    Ακούω την ανάσα της. Η ανάσα της μου χαϊδεύει το αυτί. Είναι το ίδιο κορίτσι;
    Η ανάμνηση έχει ως εξής: ένα κορίτσι ίσα με δέκα χρονών, με έναν πλούσιο σγουρό θύσανο στο κεφάλι, ποζάρει με φόντο τα χαλάσματα. Φοράει κόκκινο πουλόβερ. Ένα κόκκινο φωτεινό, θρασύ. Κρατάω μια παλιά Nikon. Είναι παλιά και για τότε. Ένα από τα πρώτα μοντέλα που δεν το χρησιμοποιώ πια στη δουλειά. Φωτογραφίζω. Απανωτά και ασταμάτητα. Φωτογραφίζω σαν να πυροβολώ. Το πρόσωπο της Δόμνας είναι όλο ένα χαμόγελο.
    Άραγε θυμάται τίποτα από κείνο το ταξίδι ή είναι σαν να μην έγινε ποτέ;
    Δεν είναι ερώτηση. Μάλλον με διαπίστωση μοιάζει. Ίσως γι’ αυτό μου προκαλεί πόνο.
    Τι περιμένει να της πω;
    «Μπαμπά, δεν θα μπορέσω να περάσω σήμερα».
     Δεν της ζήτησα να περάσει. Ποτέ δεν της το ζήτησα.
    «Δεν σου ζήτησα να περάσεις».
    «Έχω πολλά μαθήματα και θα είναι δύσκολο».
     Δικαιολογείται. Γιατί μπαίνει στον κόπο να δικαιολογηθεί;
    «Θα είσαι εντάξει;».
     Τι θα πει εντάξει;
    «Σου είπα πως είμαι καλά».
    «Αν θελήσεις κάτι πάρε με τηλέφωνο».
   Επιμένει. Και μετά; Μετά πάλι η ίδια αμήχανη παύση. Δεν μιλά μα είναι εκεί, πίσω από το τηλέφωνο, δίπλα στο αυτί μου και περιμένει κάτι να της πω.
    «Πάρε με όποτε θέλεις».
    Δεν θα την πάρω ποτέ. Ποτέ δεν της ζήτησα τίποτα. Ούτε και τώρα θα το κάνω.
    «Εντάξει».
    «Σε φιλώ».
    Χαμηλώνει την ένταση της φωνής σαν να ντρέπεται.
    Κλείνω το τηλέφωνο. Πού να είναι άραγε εκείνο το παλιό μοντέλο της Nikon; Κάπου θα είναι παραχωμένη. Σίγουρα κάπου εδώ μέσα θα είναι. Νιώθω μια τρελή επιθυμία να τη βρω και να την κρατήσω στα χέρια μου. Θέλω να την ανοίξω. Να κινήσω το φωτοφράχτη με τα χέρια μου. Να ακούσω τους ήχους της. Πιο πολύ από όλα μου έχουν λείψει οι ήχοι της. Να τη μυρίσω. Να βρω τα ψήγματα εκείνου του ταξιδιού. Να ξαναβρώ την παλιά ερωμένη. Τη γριά, την πεθαμένη ερωμένη. Ίσως να σώσω κάτι έτσι.
    Θυμάμαι τα τρία πακέτα τσιγάρα που αγόρασα πριν από λίγο. Τα βγάζω από την τσέπη του μπουφάν. Τα αφήνω στην άκρη του τραπεζιού. Να τα κοιτάζω. Να μπορώ να τα βλέπω. Βγάζω και το κινητό. Θα το κλείσω. Δεν θα το αφήσω να μου κουνιέται άλλο. Κάθομαι και αποτελειώνω το ποτό μου.
    Όταν ξυπνάω βλέπω το μπουκάλι με το ουίσκι πεταμένο στο πάτωμα. Άδειο. Το στόμα μου στεγνό και πικρό. Σηκώνομαι και πηγαίνω στο μπάνιο. Κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Αυτά τα γένια που πετάγονται σαν αγκάθια δικά μου είναι; Κι αυτό το πρόσωπο; Κι αυτά τα μακριά και γκρίζα μαλλιά; Τα μαζεύω προς τα πίσω. Τα τραβάω πίσω να μη φαίνονται. Τα εξαφανίζω. Σαν έφηβο κοριτσάκι που κάνει σκέρτσα μπροστά στον καθρέφτη. Προσπαθώ να φανταστώ το κεφάλι μου χωρίς μαλλιά. Βλέπω το γυμνό κρανίο μου. Μια στρογγυλή γυαλιστερή μπάλα. Θα σπάσω τον καθρέφτη. Μια ριπή παγωμένου αέρα. Είμαι παιδάκι και κάποιος κλείνει το φως του δωματίου βυθίζοντάς το στο σκοτάδι. Αυτό το ίδιο σκοτάδι. Έμπηγα τις φωνές και γλίτωνα τότε. Τώρα;
     Να το πάλι το τηλέφωνο. Ντριν ντριν από το μέσα δωμάτιο. Όλα τα κακά νέα από το τηλέφωνο τα μαθαίνω. Απανωτά ντριν και να τη η συμφορά. Το κλείνεις το γαμημένο και είσαι άλλος.
     Αυτή όμως πρέπει να είναι η Δόμνα. Είμαι σχεδόν βέβαιος πως είναι αυτή.
    Προηγουμένως, για μια στιγμή μόνο, είχα σκεφτεί να της ζητήσω δανεικά. Να ζητήσω λεφτά από το παιδί μου. Πώς το σκέφτηκα; Και να πεις ότι δεν ξέρω τις δυσκολίες που περνάει. Κανονικά εγώ θα έπρεπε να τη βοηθήσω. Πάλι καλά που δεν μπορεί να διαβάσει τη σκέψη μου. Κάτι είναι κι αυτό.    Σκέψη που δεν τη μοιράζεσαι είναι σαν να μην έγινε. Έτσι δεν λένε;
    Το τηλέφωνο επιμένει. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να το σηκώσω. Δεν θέλω να επαναληφθεί μια κουβέντα αμήχανη σαν τη μεσημεριανή. Αυτή η αμηχανία μού προκαλεί τόση παραπάνω αμηχανία που θέλω να ξεφωνίσω. Και η επιμονή της με τα τηλεφωνήματα; Οίκτο δεν φανερώνει; Με λυπάται. Αυτό είναι όλο. Δεν βρίσκει χρόνο να με δει. Έτσι δεν είπε; Και λοιπόν; Θα καταλαγιάσει τις τύψεις της τηλεφωνώντας μου; Και γιατί να νιώθει τύψεις; Ποιος τις γαμεί τις τύψεις;
     Δεν θα της κάνω τη χάρη. Δεν θα παίξω το παιχνίδι της. Ένα παιχνίδι ενοχών και μεταμέλειας. Ένα παιχνίδι χαμένο από χέρι.
     Άσ’ τη να βουρλίζεται.
    Όμως πάλι… Δεν ξέρω. Θέλω να την ακούσω. Η επιθυμία μου να την ακούσω είναι μεγαλύτερη από τη δυσαρέσκεια που μου προκαλεί ο τρόπος της. Η παρουσία της είναι συγκαταβατική. Αυτό με πειράζει. Συγκαταβατική παρουσία ή καθολική απουσία; Ιδού το δίλημμα. Κι εγώ καλούμαι να επιλέξω.
     Γιατί όμως να μην είναι δίπλα μου το παιδί μου; Γιατί όλοι αυτοί οι ελιγμοί και οι ευγένειες και οι σιωπές; Τι της έχω κάνει Θεέ μου και αρνείται ακόμη και τώρα να τα βάλει όλα στην άκρη και να είναι εδώ; Αυτό θα ήθελα. Να είναι εδώ. Και, κατά βάθος, νομίζω πως δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία που δεν είναι. Αν περιμένει να της το ζητήσω δεν θα το κάνω ποτέ. Το ξέρει. Με ξέρει. Κι εγώ νομίζω πως την ξέρω. Αυτό με βασανίζει πιο πολύ από όλα. Που είναι τόσο δική μου κι ακόμη δεν το καταλαβαίνει. Και που ίσως να είναι αργά όταν και αν το καταλάβει.
     Το κουδούνισμα επιμένει. Θα το προλάβω;
     Ξαφνικά, τρελαίνομαι στην ιδέα μήπως δεν το προλάβω.
    Κάθομαι στην ίδια ψάθινη πολυθρόνα. Δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Σκύβω και βλέπω ένα κομμάτι ουρανού. Ένα γκρίζο κομμάτι ουρανού. Το κεφάλι μου βαρύ. Σαν να έχω ένα σακί με τσιμέντο πάνω στο σβέρκο μου. Σηκώνω το ακουστικό.
    «Λέγετε;»
    «Έλα, Χριστόφορε, η Βήλμα είμαι».
    Πρώτη σκέψη, να το κλείσω δίχως να πω κουβέντα. Αστραπιαία, περνούν από μπροστά μου σαν σε κινηματογραφική ταινία, μια σειρά αμίλητων, νεκρών χρόνων συμβίωσης. Η φωνή της. Ο άκαμπτος, ευθύς, σίγουρος τόνος της. Ρίγος. Μια ανατριχίλα σαν κακό προαίσθημα. Από το στόμα μου δεν βγαίνει κουβέντα.
     «Η Δόμνα μου είπε πως σε άκουσε ανήσυχο».
     «Ιδέα της είναι».
     «Χριστόφορε, δεν είναι κακό να μου πεις πώς νιώθεις».
     «Νιώθω μια χαρά».
     Σιωπή. Η Βήλμα αναστενάζει. Ένας αναστεναγμός που με διαπερνά.
     «Ξέρω πως αύριο είναι μια ιδιαίτερη μέρα για σένα».
    Εισβάλλει στο σπίτι μου. Μπαίνει απρόσκλητα στην κρεβατοκάμαρά μου. Ανακατεύει τα πράγματά μου. Θέλω να της πω πως το ενδιαφέρον της μου φέρνει ναυτία. Νιώθω στ’ αλήθεια ναυτία. Όχι απλώς ναυτία, θέλω να βγάλω τα σωθικά μου.
     Πάλι η ίδια σκέψη.
    Λεφτά. Να της ζητήσω λεφτά. Να πάρω παράταση. Λίγο χρόνο παραπάνω. Δεν ξέρεις τι μπορεί να φέρει ο χρόνος.
     «Χριστόφορε, είσαι εκεί…».
    Είναι μια ιδιαίτερη μέρα. Για σένα. Είναι μια ιδιαίτερη μέρα για σένα. Το «για σένα» το λέει κάπως; Έτσι μου φαίνεται.
    «Είναι μια μέρα σαν τις άλλες» της λέω.
    «Θέλω να ξέρεις πως αν χρειαστείς κάτι…».
    Την προλαβαίνω. Δεν την αφήνω να συνεχίσει.
    «Σ’ ευχαριστώ, δεν θα χρειαστώ τίποτα».
    «Εγώ και το παιδί…».
    «Σ’ ευχαριστώ. Καλύτερα να το κλείσουμε τώρα γιατί είμαι λίγο κουρασμένος».
    «Εντάξει, Χριστόφορε, ό,τι θελήσεις εδώ είμαι».
    Τι να θελήσω από σένα, θέλω να της πω. Κι αυτό που θέλω σιγά μη μου το δώσεις. Αυτό που κατάφερε είναι να κάνει το στομάχι μου σμπαράλια. Θέλω καθαρό αέρα. Να βγω στο μπαλκόνι να αναπνεύσω. Το δωμάτιο μου φαίνεται μικρό. Μικρό και σκονισμένο. Οι τοίχοι έρχονται καταπάνω μου. Αν δεν βγω από δω οι τοίχοι θα συνθλίψουν το κρανίο μου. Το πάτωμα είναι σαθρό. Όλα στριφογυρίζουν. Αέρα. Θέλω αέρα. Να αναπνεύσω. Να πιω. Αυτό θέλω. Ένα ποτήρι. Ακόμα ένα ποτήρι.
    Πηγαίνω στην κουζίνα κι ανοίγω ένα καινούργιο μπουκάλι. Ένα ολοκαίνουργιο γεμάτο μπουκάλι. Με ωραίο ωχροκίτρινο χρώμα. Με μυρωδιά που σπάει τα ρουθούνια. Η μυρωδιά ξεχύνεται μόλις το ανοίγω. Κατακλύζει το χώρο και τον μεγαλώνει. Του δίνει αέρα. Τον αέρα που χρειάζομαι.
Γεμίζω το ποτήρι. Τρία τέταρτα ουίσκι. Το υπόλοιπο παγωμένο νερό. Το κατεβάζω σχεδόν μονοκοπανιά.
     Ακούω πάλι το κουδούνισμα.
    Αποκλείεται να το σηκώσω αυτή τη φορά. Θα το αφήσω να σκούζει όσο θέλει. Δεν θα το σηκώσω. Τελείωσε.
    Κι αν είναι κάτι επείγον; Αν είναι η Δόμνα και θέλει να μου μιλήσει; Αν είναι από την τράπεζα και χάσω την ευκαιρία να πάρω παράταση;
   Δεν είναι κι εύκολη ιστορία να μην το σηκώσεις. Θέλει κότσια να μη σηκώσεις ένα τηλέφωνο που χτυπάει. Το τηλέφωνο χτυπάει μέσα σε ένα άδειο διαμέρισμα. Είσαι μόνος στο διαμέρισμα και αύριο. Αύριο…
    «Λέγετε;».
    «Καλησπέρα, Πέτρος Θεοδώρου».
    «Καλησπέρα».
    Ανησυχία. Ανησυχία που πλανιέται σαν σκιά από πάνω μου.
   «Συμβαίνει κάτι κύριε Θεοδώρου;».
    Αγωνία.
   «Απολύτως τίποτα δεν συμβαίνει κύριε Λέκκα. Πήρα να σας υπενθυμίσω το αυριανό ραντεβού».
   «Ναι, ναι, γιατρέ, το θυμάμαι, φυσικά και δεν το έχω ξεχάσει».
    Περιμένω κι ακούω την καρδιά μου να χτυπά. Χτυπά σαν να ουρλιάζει. Ο άλλος δεν μπορεί να την ακούσει. Έτσι δεν είναι; Όπως οι σκέψεις έτσι και οι καρδιές: δεν τις ακούει κανείς.
    Θα ήθελα να μπορώ να δω το πρόσωπό του. Να μεταφράσω το ύφος του. Αδιάφορο; Ανήσυχο; Καθησυχαστικό; Η απάντηση για όλα κρύβεται μέσα σε αυτό το ύφος.
    Χρόνο. Θέλω λίγο χρόνο ακόμα.
    «Είναι η πρώτη θεραπεία και θα πρέπει να είμαστε λίγο ακριβείς στην ώρα. Εννιά ακριβώς, έτσι;».
    «Ναι γιατρέ, εννιά ακριβώς».
  Αβεβαιότητα. Απαντώ με την ίδια αβεβαιότητα που απαντάει ο αδιάβαστος μαθητής στον παντογνώστη δάσκαλο.
    «Άντε, τα λέμε αύριο, Χριστόφορε. Γεια σου τώρα».
    Πώς με αποκάλεσε; Γεια σου Χριστόφορε. Έτσι είπε. Ποτέ ξανά δεν με έχει πει με το όνομά μου.   Ούτε στον ενικό μου έχει μιλήσει ξανά. Εντάξει. Αυτό είναι. Κατάλαβα. Κανένα ύφος δεν χρειάζεται να μεταφράσω. Η απάντηση για όλα βρίσκεται μέσα σε αυτή την οικειότητα.
***
*
Διήγημα από τελευταίο βιβλίο της
Ευγενίας Μπογιάνου «Κλειστή πόρτα«
από τις εκδόσεις Πόλις
*
Copyright © Ευγενία Μπογιάννου
photo© Jasanský/Polák 1994/96
You might also like:
Advertisements