Μαρία Πετρίτση, Ένα βιβλίο Ιστορίας στις σκάλες του μετρό

by SF

Κάθε κάθε άνθρωπος είναι ένα βιβλίο Ιστορίας. Αν θέλεις να μάθεις περισσότερα γι’ αυτόν, το μόνο που χρειάζεται είναι να διαβάσεις προσεκτικά τις σελίδες του. Έτσι εξηγούνται όλα. Μέχρι και τα σχεδόν ανεξήγητα.
    Εδώ και δύο χρόνια, κάθε πρωί παίρνω το μετρό για να πάω στη δουλειά. Κάνω πάντα την ίδια διαδρομή στο κέντρο της πόλης. Μετά από τόσο καιρό είναι αναμενόμενο να αναγνωριζόμαστε με τους ανθρώπους που ζουν ή εργάζονται εκεί και να λέμε μια καλημέρα. Κάπως έτσι γνώρισα την Ίριδα.
    Η Ίριδα είναι εξήντα εννέα χρονών και ζει μόνιμα στο μετρό των Βρυξελλών. Έχει άσπρα μαλλιά, ρυτίδες και ζυγίζει κάπου σαράντα κιλά. Φορά ένα μαύρο παντελόνι κι ένα πουλόβερ με ρόμβους, πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθός της. Καμιά φορά είναι τυλιγμένη με ένα χοντρό σάλι. Τα δύο τετραγωνικά μέτρα που έχει καταλάβει δίπλα στο κράσπεδο για να κάθεται είναι στρωμένα με εφημερίδες. Τις νύχτες σκεπάζεται με έναν υπνόσακο και τα υπάρχοντά της χωράνε σε τρεις τσάντες του σούπερ μάρκετ που τις έχει δεμένες στο κοντάρι της σκούπας που στέκει δίπλα της εκτελώντας χρέη κρεμάστρας.
    Η γωνιά της βρίσκεται κοντά στην δεύτερη έξοδο του Gare Centrale, λίγο πριν τις κυλιόμενες σκάλες που οδηγούν σε μια δεντροφυτεμένη στρογγυλή πλατεία στο κέντρο της πόλης. Γύρω γύρω η πλατεία είναι κλεισμένη από το κυκλικό κτίριο ενός ακριβού ξενοδοχείου όπου συνήθως καταλύουν επιχειρηματίες, υπάλληλοι ή πλούσιοι επισκέπτες. Τα πεζοδρόμια είναι στολισμένα με ευρωπαϊκές σημαίες γεμάτες ρίγες και αστέρια και φωτίζονται εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο από ειδικά σποτ. Η πρόσοψη του ξενοδοχείου είναι φτιαγμένη από σκούρο μάρμαρο και κρύσταλλο. Στην πόρτα με τα μπρούτζινα χερούλια και την ωραία επιγραφή στέκεται ένας γκρουμ με στολή γεμάτη γυαλιστερά κουμπιά και χρυσά σιρίτια. Στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου είναι σταθμευμένες λιμουζίνες και φρεσκοπλυμένα ταξί, που συνήθως εξυπηρετούν τους πελάτες του ξενοδοχείου.
    Τα πρωινά η Ίριδα διαβάζει τα free press του μετρό και πίνει καφέ στο χάρτινο κυπελάκι. Τον καφέ – καμιά φορά και κάνα κρουασάν από την προηγούμενη μέρα – της τα κερνάει το κορίτσι της καντίνας του μετρό, που είναι φίλη της και την συμπαθεί. Οι υπόλοιποι φίλοι της είναι οι άλλοι άστεγοι του μετρό. Ο τσιγγάνος με το ακορντεόν και τα τρία σκυλάκια, ο πρώην γκαραζιέρης που φημολογείται πως είναι πυρομανής και τον πέταξαν στο δρόμο για χρέη και κάτι τζάνκια που κλέβουν τις ζάχαρες από το υπόγειο καφενείο και συνεχώς τους κυνηγάνε.
    Την καθημερινή της τουαλέτα την κάνει στις εγκαταστάσεις του μετρό, που φτιάχτηκαν για τους υπαλλήλους που πουλάνε εισιτήρια και ανανεώνουν τις συνδρομές των τρένων. Εκεί πλένεται. Καμιά φορά βάζει και μπουγάδα στους νιπτήρες. Όταν κρυώνει υπερβολικά πίνει το κονιάκ που την κερνάει ο οργανοπαίχτης και που είναι «καλής ποιότητας». Όταν την ρώτησα πώς το προμηθεύεται μου κούνησε δήθεν μαλωτικά το δάχτυλο. Ακόμα και τα βιβλία Ιστορίας κρατούν καλά κρυμμένα κάποια μυστικά τους. Δεν αποκαλύπτουν όλες τους τις πηγές.
    Παλιά η Ίριδα δούλευε στην καντίνα ενός σχολείου σε κάποιο προάστιο των Βρυξελλών. Δεν ήταν σχολείο για μικρά παιδιά, ήταν νυχτερινό σχολείο ενηλίκων. Οι μαθητές ήταν «εργάτες, κομμώτριες και παρεξηγημένοι φιλόσοφοι». Δίπλα ακριβώς υπήρχε ένα κέντρο αποκατάστασης για οροθετικές πόρνες που λειτουργούσε ολόκληρο το εικοσιτετράωρο. Στο προάστιο υπήρχαν πολλοί οίκοι ανοχής και οι γυναίκες δεν έλειπαν ποτέ από τα πέριξ. Η Ίριδα πλήρωνε μια ασφάλιση που δεν της κάλυπτε όλα της τα ιατρικά έξοδα. Όταν χρειάστηκε να εγχειριστεί στο στομάχι, το νοσοκομείο αναγκάστηκε να το πληρώσει εξ ολοκλήρου από την τσέπη της. Τα φάρμακα επίσης. Από εκείνη την εποχή και μετά σταμάτησε να πληρώνει ασφάλιση και με κάποιο ανορθόδοξο τρόπο κατάφερε να παίρνει λίγα ψιλά πάρα πάνω στο χέρι. Το αφεντικό της δεν της φέρθηκε τίμια. Λίγους μήνες αφότου αρρώστησε για δεύτερη φορά την πέταξε στο δρόμο.
    «Ούτε ένσημα μου κόλλαγε, ούτε αποζημίωση μου έδωσε, να σκεφτείς. Κι όταν πήγα να διεκδικήσω τα νόμιμα, με απείλησε πως θα με κάρφωνε και θα πήγαινα φυλακή. Εγώ, όχι αυτός, γιατί με είχε βάλει να υπογράψω κάτι χαρτιά και με κράταγε στο χέρι».
      Η έξωση από το νοικιασμένο διαμέρισμα δεν άργησε να έρθει και η Ίριδα βρέθηκε στο δρόμο από τη μία μέρα στην άλλη. Δυστυχώς δεν έχει συγγενείς. Αν υπάρχει κάποιος μακρινός στη βέλγικη επαρχία, δεν έχει ιδέα ποιος είναι. Οι φίλοι της δεν της στάθηκαν. Πάνω στην κρίσιμη στιγμή όλοι έκαναν πως δεν έβλεπαν. Κανένας δεν έβαλε το χέρι στην τσέπη, ούτε στην καρδιά.
    «Όχι πως είχαν και δεν μου έδιναν. Πλούσιος κανείς δεν ήταν. Ένα πιάτο φαγητό και ένα στρώμα πάντως, κάνα δυο μπορούσαν να μου το δώσουν για λίγο. Δεν δέχτηκαν, δεν πειράζει. Είναι δύσκολα αυτά, σε αγριεύουν. Ο καθένας έχει τα δικά του προβλήματα. Δεν χρειάζεται και τα δικά μου».
    Όταν πάω κάτι να ψελλίσω για κρατική μέριμνα με κοιτάζει και βάζει τα γέλια. Χωρίς καμία πικρία. Το χαμόγελό της είναι εφιαλτικό. Αποτελείται από ένα και μοναδικό δόντι σκεπασμένο από μαλακά κίτρινα ούλα. Παρόλα αυτά το πρόσωπό της φωτίζεται από τη λάμψη του ελεύθερου ανθρώπου, εκείνου που νιώθει πιο δυνατός από τις περιστάσεις και αγαπά τη ζωή. Του ανεξάντλητου.
    Στην αρχή η Ίριδα έμενε σε πάρκα και πλατείες. Χειμώνα καλοκαίρι στα παγκάκια και στα κατώφλια των μαγαζιών, που έκλειναν τη νύχτα και φώλιαζε κάτω από τις τέντες τους.
    «Δεν ήταν ζωή αυτή. Τις νύχτες μεθούσαν και μαχαιρώνονταν με σπασμένα μπουκάλια και σουγιάδες. Ακούγανε δυνατά μουσική, έκλεβαν και γέμιζε ο τόπος αστυνόμους. Ούρλιαζαν και βλαστημούσαν, δεν άντεχα. Καμιά φορά ερχόντουσαν και με κατουράγανε, μου ρίχνανε κλωτσιές για να γελάνε. Όλο το βόρειο κομμάτι της πόλης γύρισα. Ξέρεις, εκεί που έχει πολλούς στο δρόμο.   Γυναίκες και άντρες ψωνιζόντουσαν πάνω απ’ το κεφάλι μου, κοιμόμουν πάνω στις σύριγγες και στις λερές καπότες. Οι νταβατζήδες έμοιαζαν με τέρατα. Φοβόμουν μέχρι και να τους κοιτάξω. Οι γυναίκες ήταν άσχημες, ταλαιπωρημένες. Έβλεπα τα αυτοκίνητα που σταματούσαν και τις έφτυναν κι έκλαιγα για κείνες».
    Τα τελευταία χρόνια το σπίτι της Ίριδας είναι το μετρό. Θυμάται τα παιδικά της χρόνια στην Αρλόν, τους γονείς της και τη γειτονιά της. Ο πατέρας της είχε φούρνο και κάθε μέρα έτρωγαν μπισκότα, κουλούρια και ζυμωτό ψωμί. Η μητέρα της την έμαθε να ράβει και να πλέκει. Το σχολείο δεν το συμπάθησε ποτέ. Ένα γυμνάσιο και με το ζόρι.
    «Όταν ήμουν νέα μου άρεσε ένας από τη γειτονιά αλλά δεν ευοδώθηκε το αίσθημα. Άλλα ήθελε εκείνος και άλλα εγώ. Ήμασταν και από διαφορετικές θρησκείες και καταλαβαίνεις. Εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο. Έφυγα στα είκοσι. Γνώρισα αρκετούς άντρες μετά, κανέναν της προκοπής όμως».
    Η Ίριδα άλλαξε κάμποσες δουλειές μέχρι να καταλήξει στην καντίνα του νυχτερινού σχολείου. Υπάλληλος σε μπακάλικο, καθαρίστρια, μπέιμπι σίτερ, βοηθός μανικιουρίστας, σερβιτόρα σε φαστ φουντ. Σε καμία δεν φτούρησε για πολύ. Από όλες έφευγε για διαφορετικούς λόγους.
    «Η πιο αστεία δουλειά ήταν στην είσοδο της τουαλέτας, στο καφενείο του σταθμού υπεραστικών λεωφορείων. Περνούσαν οι κυρίες μπροστά από το τραπεζάκι μου, μου άφηναν τα ψιλά και τους έδινα δύο κομμάτια χαρτί. Μετρημένα. Έτσι ήθελε το αφεντικό. Αν κάποια ήθελε περισσότερο έπρεπε να πληρώσει έξτρα. Οι κύριοι ήταν πιο βολικοί. Όταν έβγαιναν κοιτούσα τα χέρια τους και σιχαινόμουν λίγο. Όλα τα ανέχομαι, τη βρωμιά όμως δεν την αντέχω».
    Όταν χαμογελάει το πρόσωπό της γίνεται σχεδόν παιδικό. Αναπολεί τα περασμένα με μια υπέροχη, αγνή νοσταλγία. Είναι όμορφη με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που ομορφαίνει τους ανθρώπους που δεν νιώθουν μίσος ή κακία. Όσους τα έχουν καλά με το παρελθόν.
    «Το παρόν είναι αυτό που είναι. Είμαι καλά εδώ. Δεν αποκαρδιώνομαι. Έχω και τα παιδιά από απέναντι και κάνουμε παρέα. Ξέρεις τι γέλια ρίχνουμε μαζί; Τι ιστορίες λέμε; Τώρα με την κρίση ο κόσμος που μπαινοβγαίνει δεν είναι σπάταλος, όμως κάτι γίνεται. Για ένα σάντουιτς φτάνουν. Όταν έρχονται οι φύλακες κάνω πως φεύγω και μετά ξανάρχομαι. Με ξέρουν πια, δεν με κυνηγάνε στ’ αλήθεια».
    Μου υπόσχεται πως έχει κι άλλα να μου πει, αρκεί να της φέρνω τσιγάρα. Να έχει απόθεμα – είναι η μόνη της ανασφάλεια. Πιο πολύ και από το φαγητό, η Ίριδα νοιάζεται για τα τσιγάρα. Την ρωτάω τι άλλο θα ήθελε και αν χρειάζεται κάτι. Είναι πολύ αξιοπρεπής και προσεκτική σε όσα λέει. Δεν έχει σχεδόν τίποτα κι όμως δείχνει να τα έχει όλα.
    «Θέλω εκείνο το γιαούρτι, στο πλαστικό, που το πίνεις και μυρίζει μπανάνα», μου λέει με τα πολλά, αφού αρνείται να πάει λεφτά από μένα. «Γνωριστήκαμε τώρα πια, δεν θέλω να με πληρώνεις. Θα σου τις λέω τζάμπα τις ιστορίες που θες. Κέρνα με κάνα γάλα».
    Κάθε πρωί, εδώ και κάμποσους μήνες, καλημερίζω την Ίριδα και της αφήνω ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα γιαουρτόγαλο με άρωμα μπανάνα. Σκύβω μπροστά της και της χαμογελώ. Με καλημερίζει και μου χαμογελάει κι εκείνη, με το μοναδικό της δόντι και τα κίτρινα ούλα της. Με την αγέρωχη ομορφιά της. Της έχω ζητήσει να μη λέει ευχαριστώ, γιατί στεναχωριέμαι. Το μόνο που λέει είναι μια φράση στα γαλλικά.
    «Que Dieu me protège!», που στα ελληνικά θα μπορούσε να έχει διττή σημασία. Δεν ξέρω αν ζητά να την προστατέψει κάποιος Θεός ή αν τον ευχαριστεί για την άφθονη φροντίδα που της προσφέρει ήδη. Δεν θέλω να ρωτήσω. Ούτε τολμώ. Εξάλλου δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία.
***
Τα βιβλία της Μαρίας Πετρίτση:
– Μιράντα, εκδόσεις Κέδρος
– Όλα λάθος, εκδόσεις Κέδρος
– Lemon, εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική
***
Copyright© Μαρία Πετρίτση –ιστότοπος 
Advertisements