Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»

by SF

διήγημα

Δημοσίευση: Πόρφυρας, φυλλάδιο 146 σελ. 485, Ιανουάριος - Μάρτιος 2013
Δεν ήθελε να «επισκεφθεί» το σπίτι του. Ήθελε να «επιστρέψει» στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο και αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από ένα μακρινό πλανήτη σε κάποιο μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα -δώρο της μάνας του- που είχε πάρει τιμητικά τ’ όνομά της.

 

   Ο γιος του σεβάστηκε την επιθυμία του και ποτέ δεν τον πίεσε να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι που θα ήταν τόσο οδυνηρό γι αυτόν, μα μια φωνή μέσα του τού έλεγε ότι έπρεπε να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας του και να τον συνδέσει με τις αναρίθμητες ιστορίες που του έλεγε κάθε φορά που τον ρωτούσε.
   Στο σπίτι τώρα, έμεναν άλλοι άνθρωποι, ξένοι που καταδέχτηκαν να ζουν σε σπίτι ανθρώπων που διώχτηκαν με τη βία. Μερικά πράγματα έκαναν το μυαλό του να σταματά. Πώς μπορούσαν να ζουν σ’ ένα σπίτι που δεν τους ανήκε, να το λένε «σπίτι τους» και στους τοίχους να κρέμονται οι φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Τι λογική ήταν αυτή. Ποιο δίκαιο. Αλλά, ποιός ενδιαφέρεται πια για δίκαιο. «Είναι καλοί άνθρωποι, απλοί, που δεν γνωρίζουν από πολιτική και τους έστειλαν εδώ όχι για να επιβιώσουν αλλά για να εξυπηρετήσουν κάποιους δικούς τους σκοπούς». Και τους έφεραν στο δικό μας σπίτι.
Αυτές και άλλες πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς προχωρούσαν στον στενό δρόμο. Ο θείος που τον συνόδευε είπε να σταματήσουν. Το διαισθάνθηκε κι ο ίδιος ότι ήταν κοντά. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν μπροστά στο σπίτι. Ακριβώς όπως του το είχε περιγράψει ο πατέρας του: Η μαυρομάτα έγινε πελώρια. Ο ευκάλυπτος υπήρχε αλλά ήταν λυγισμένος, τα κυπαρίσσια στη θέση τους, δεν υπήρχαν όμως οι μουριές και τ΄ άλλα δέντρα. Ούτε η ακακία. Βγήκαν κάποιοι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και κοιτούσαν με απορία στην αρχή, μα γρήγορα κατάλαβαν για τι επρόκειτο. Ένας γέρος κούνησε τα χέρια του και από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν είχαν εχθρική διάθεση. Χαιρέτησε μα δεν έδωσε σημασία, προχώρησε προς το παράθυρο. Το δωμάτιο του πατέρα κάτω από τη μαυρομάτα. Το σκαλιστό ερμάρι. Η φωτογραφία της εκκλησίας. Απίστευτο: όλα στη θέση τους, το μόνο που φαινόταν αλλαγμένο ήταν η κουρτίνα.
   Και καθώς το βλέμμα του σάρωνε κάθε τετραγωνικό εκατοστό από τον χώρο του δωματίου, καρφώθηκε ξαφνικά σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο: Μεταξύ του τοίχου και του ερμαριού φαινόταν το κεφαλάκι της και ένα μέρος από τον λαιμό της. Φώναξε αυθόρμητα: «η αγγελού» κι έδειξε με το χέρι προς το μέρος που έβλεπε. Ένας μεσόκοπος τούρκος, που είχε μπει λίγο πριν στο δωμάτιο, είδε την κίνηση και χαμογελώντας έβαλε το αριστερό του χέρι, έπιασε την κιθάρα και με το δεξί πέρασε μια φορά τα δάκτυλα πάνω από τις χορδές.
   Αυτό που ακούστηκε, δεν ήταν μουσικός ήχος∙ αναστεναγμός ήτανε∙ και παράπονο. «Η κιθάρα του πατέρα μου», είπε δυνατά. Πόσες ιστορίες είχε ακούσει γι αυτή την κιθάρα. Πρόσεξε στο σώμα της τα αρχικά του πατέρα. Τα χέρια του κινήθηκαν μπροστά, σε μια κίνηση όπως όταν προσμένει κάποιος να πάρει κάτι που του προσφέρουν ή κάτι που του ανήκει.
   «Η κιθάρα είναι δική μου τώρα!», ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο.
   Σαν κεραυνός έπεσε στο κεφάλι του αυτό που άκουσε και πριν συνέλθει από το ξάφνιασμα ήρθε αμέσως ένα δεύτερο: η «κουρτίνα» έκλεισε και μπροστά στα μάτια του, εμφανίστηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε: τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα. Συνήλθε μόνο από τον θόρυβο που έκανε το αυτοκίνητο τους καθώς ξεκινούσε. Ο θείος του ήταν ήδη μέσα και τον περίμενε.
   Στον γυρισμό δεν είπε ούτε μια λέξη. Ούτε-μια-λέξη! Κοιτούσε συνέχεια, ανέκφραστος, στο βάθος του δρόμου, χωρίς να βλέπει τίποτε, σχεδόν χωρίς να αναπνέει.
*
Advertisements