Γιώργος Πύργαρης, Το δέντρο της Αόρατης Πόλης

by SF

Εκδόσεις Πνοές λόγου & τέχνης

(απόσπασμα)

[…]

Στην ουσία ήμουν ένας περιπλανώμενος, που δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να γυρίζει οπουδήποτε μέσα στη πόλη. Έτσι μια μέρα, χωρίς και γω να καταλάβω καλά καλά πώς, βρέθηκα στο τρίτο όροφο ενός νοσοκομείου για παιδιά. Κάθισα σε μια απ’ τις καρέκλες που υπήρχαν για τους επισκέπτες παρατηρώντας τριγύρω.
    Το βλέμμα μου έπεσε από τη πρώτη στιγμή πάνω της.
    Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι πέντε περίπου ετών. Μα ήταν το πιο φοβισμένο πλάσμα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Όλα πάνω της ανέδυαν φόβο. Καθόταν σχεδόν ακίνητη σε μια μικρή καρέκλα, ακριβώς δίπλα σε μια νέα κοπέλα που διάβαζε αδιάφορα ένα περιοδικό. Δεν ήταν η μητέρα της. Κανένα πλάσμα δε δείχνει τόσο φοβισμένο, όταν βρίσκεται τόσο κοντά στη μητέρα του. Είχε δύο αδύνατα ποδαράκια σα καλάμια, που κολυμπούσαν μέσα σε ένα κίτρινο κοντό παντελονάκι. Έμοιαζε τόσο εύθραυστη και τόσο τρομαγμένη, σαν όλοι εμείς γύρω της, να ήμασταν θεόρατοι γίγαντες που δεν είχαμε καμιά λογική, κανέναν ενδοιασμό και θα μπορούσαμε ανά πάσα στιγμή να της κάνουμε κακό δίχως λόγο. Ένα τέτοιο συναίσθημα τρόμου έβγαζε. Τα μάτια της παίζανε φοβισμένα, κοιτώντας μια τον έναν μια τον άλλον. Σούδινε την εντύπωση, πως το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει για να κρυφτεί σε μια σκοτεινή υγρή τρύπα. Τόσο τρομαγμένη έδειχνε και ειλικρινά μου είναι δύσκολο να σας περιγράψω εδώ πόσο.
    Είχα απομείνει παγωμένος να τη κοιτάζω. Ήταν σαν ένας σκοτεινός ήλιος που εξέπεμπε φόβο.
    ‘’Είναι ορφανό’’ μου είπε σιγανά μια κυρία δίπλα μου, που μάλλον κατάλαβε ότι είχα ταραχτεί    ‘’Δεν έχει γονείς το καημένο. Το φέρανε χθες από ένα ίδρυμα’’
    Και σα να μάντεψε τη σκέψη μου συνέχισε.
    ‘’Η κοπέλα είναι μια απ’ αυτές που τη προσέχουνε. Φοιτήτρια μάλλον. Κάθε οχτάωρο αλλάζουνε.   Τι να σας πω…πέντε χρονών κι ακόμη δε μιλάει!’’
    Το ίδιο βράδυ δε μπόρεσα να κλείσω μάτι στο δωμάτιό μου. Από τη πρώτη στιγμή που την είδα, σα να μου βύθισαν ένα σκουριασμένο καρφί στη καρδιά. Αυτό το παιδί, ήταν ολοφάνερο, δεν είχε κανέναν στο κόσμο. Κανέναν! Μεγάλωνε μέσα σε ένα ίδρυμα, με παγωμένους ανθρώπους γύρω του, που το μόνο που ήθελαν, ήταν να περάσει το οχτάωρό τους και να φύγουν από κοντά του. Του φώναζαν με το παραμικρό, ίσως το χτυπούσαν ακόμη για να κάθεται σε μια γωνιά αμίλητο κι ακίνητο σα να μην υπάρχει. Γιατί αυτό ίσως ήθελαν όλοι. Να μην υπάρχει.
    Να ποιος ήταν λοιπόν, ο πραγματικός ανθρώπινος πόνος.
   Ω πόσο ανόητος μέχρι τώρα υπήρξα! Πόσο ψεύτικα και πόσο πολυτελή μου φαίνονταν τα δάκρυα που είχα χύσει κάτω απ’ το παραμυθόδεντρο…
    Την άλλη μέρα, την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε μεγαλόπρεπος πάνω από τη πόλη, εγώ βάδιζα ξανά για το νοσοκομείο. Ευτυχώς το επισκεπτήριο άρχιζε σχετικά νωρίς, γι’ αυτό δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Ανέβηκα με σφιγμένη καρδιά στο τρίτο όροφο και κάθισα στην ίδια θέση. Σε λίγο φάνηκε το κοριτσάκι με μια άλλη κοπέλα αυτή τη φορά. Το ίδιο αδιάφορη.
    Περίμενα αρκετή ώρα, προσπαθώντας να μη εξωτερικεύω το ενδιαφέρον μου για τη μικρή. Κάποια στιγμή κάθισαν κάπου απέναντί μου, ενώ η κίνηση στον όροφο, άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ένα σωρό επισκέπτες έρχονταν για να δουν τα άρρωστα παιδιά, κρατώντας δώρα και παιχνίδια στα χέρια. Γιατροί και νοσοκόμες άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα γραφεία και τα δωμάτια. Όποτε μπορούσα όμως, κοίταζα τη μικρή που έδειχνε το ίδιο, αν όχι περισσότερο τρομαγμένη.
    Μονάχα μια στιγμή ένοιωσα να υποχωρεί κάπως ο φόβος της. Όταν ξεχάστηκε για λίγο και τα μάτια της έπεσαν πάνω σ’ ένα παιχνιδάκι που κρατούσε ένα άλλο κοριτσάκι. Δεν ήταν κάποιο σπουδαίο παιχνίδι. Μια μικρή μαϊμουδίτσα ήταν που έκανε κούνια. Μα η μικρή για λίγες στιγμές, έριξε τα μάτια πάνω του και δε μπορούσε να τα πάρει από κει. Και όλες αυτές τις στιγμές, λες και έγινε ένα θαύμα. Εξαφανίστηκε προσωρινά κάθε φόβος από πάνω της και παραλίγο να ζωγραφιστεί ένα χαμόγελο στο αδύνατο και χλωμό προσωπάκι της.
    Δεν έχασα καιρό. Σηκώθηκα αμέσως και κατέβηκα στο προαύλιο του νοσοκομείου. Δε μπορεί, κάποιο μαγαζί εδώ γύρω, κάποιο περίπτερο, θα πουλάει ένα ίδιο παιχνίδι. Έψαξα αρκετή ώρα και τελικά το βρήκα. Το αγόρασα και ανέβηκα βιαστικός τα σκαλιά για το τρίτο όροφο, μ’ έναν αδικαιολόγητο φόβο μήπως η μικρή δεν ήταν ακόμη εκεί.
    Όμως εκεί ήταν. Μόνο που ο φόβος είχε επιστρέψει ξανά. Κάθισα πάλι στη θέση μου, κρατώντας το παιχνίδι στα χέρια μου. Η κοπέλα που την πρόσεχε, είχε βγάλει μια μικρή λίμα και περιποιόταν αδιάφορα τα νύχια της.
    Άρχισα με τα δάχτυλα να κουνάω πέρα δώθε τη μαϊμουδίτσα κοιτάζοντας συνάμα και τη μικρή που μετά από λίγο κατάλαβε επιτέλους ότι τη κοιτούσα και άφησε για λίγο τα μάτια της πάνω στα δικά μου. Της χαμογέλασα. Ταράχτηκε λες και της έριξα χαστούκι. Κοκκίνισε και στράφηκε αμέσως αλλού μα ήμουν σίγουρος πως θα ξανακοιτούσε. Έσπρωξα με περισσότερη δύναμη τη μαϊμουδίτσα πάνω στη κούνια, έτσι ώστε να κάνει λίγο θόρυβο. Πράγματι, μετά από λίγο ξανακοίταξε. Έτεινα προς το μέρος της το παιχνίδι και με ένα νεύμα μου, την προέτρεψα να έρθει να το πάρει. Κοκκίνισε ακόμη περισσότερο και έριξε τα μάτια στη κοπέλα . Δεν αποφάσιζε να σηκωθεί. Ποιος ξέρει πόσο ακατόρθωτο έμοιαζε γι’ αυτήν κάτι τέτοιο. Σηκώθηκα όμως εγώ. Πλησίασα και στάθηκα από πάνω τους. Η κοπέλα σταμάτησε να λιμάρει τα νύχια της και με κοίταξε ερωτηματικά.
    ‘’Μπορώ να χαρίσω στη μικρή αυτό το παιχνιδάκι;’’ ρώτησα.
     Η κοπέλα δε μου απηύθυνε καν το λόγο.
   ‘’Πάρτο!’’ είπε αδιάφορα και ψυχρά και έσκυψε πάλι στα νύχια της.
    Πλησίασα το παιχνίδι στη μικρή, που έμοιαζε λες και ήθελε να άνοιγε η γη και να τη καταπιεί. Πέρασαν μερικές στιγμές που φάνηκαν αιώνες κι έπειτα σήκωσε αργά αργά το κοκαλιάρικο χεράκι της που έμοιαζε με καλαμάκι, πήρε το παιχνίδι χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της και τόκρυψε στην αγκαλιά της.
    Ίσως ήταν το μόνο αληθινό δώρο που έπαιρνε στη ζωή της. Θα είχε πάρει κι άλλα βέβαια μα απ’ αυτά που τα πηγαίνουν απρόσωπες οργανώσεις κάθε Χριστούγεννα για να τραβήξουν φωτογραφίες. Μα ένα δώρο αγάπης που προοριζόταν ειδικά γι’ αυτήν πρώτη φορά μάλλον έπαιρνε. Και τόδειχνε ο τρόπος που το κρατούσε. Δεν άρχιζε να παίζει απ’ ευθείας μαζί του, μα το κρατούσε σφιχτά, σα να κρατούσε κάτι πολύτιμο. Σαν αυτό, να ήταν μια ζεστή καρδιά, που παλλόταν ολοζώντανη στην αγκαλιά της.
*
Advertisements