Μανώλης Μεσσήνης, «Οι ιδέες τραβιούνται σαν λαστιχένια φίδια» -Ποίηση

by SF

 
Δέηση

Γεννήθηκα σε μια χώρα με βαθύ ουρανό και λαμπερό ήλιο
κι όμως, είδα
μάτια θολά να τρέμουν πίσω απ’τα κλειστά παράθυρα,
μάτια να λαχταρούν ζωή,
μάτια να ιστορούν τη μοναξιά της γης μου·

κι έγινε ο λόγος μου άυλος ψίθυρος
και το κορμί μου διάφανο σύνορο,
αδύνατο ν’αντέξει τ’ανθρώπινα που σείονται
Ποια μέτωπα να ξεπλύνω
και ποια στήθη να γυμνώσω;
Σε ποια χέρια τα χέρια μου να τρίψω
και σε ποια σπλάχνα το πάθος μου να βυθίσω;
Από ποια μάγουλα να πάρω το δάκρυ να το διαλύσω
στη συνείδηση της γης μου;

Δεν αντέχω πια να ξοδεύω την οδύνη μου
πλέκοντας το ένδυμα κάποιας υψηλής αλήθειας,
μακάρια συνομιλώντας με την ατελεύτητή μου πτώση

Μια έκρηξη αναμένω, μια έκρηξη που θα’ναι αρχή,
σαν φτεροκόπημα πουλιού,
σημαίνοντας τον θάνατο ενός ξεπερασμένου κόσμου

Μια έκρηξη
που να μπορεί να γίνει στάλα στοχασμού
που να μπορεί ν’ανάβει τους κόρφους της γης και τ’ανοικτά της σκέλη
που να μπορεί να δίνει φωτιά στον άνθρωπο να πιει σε ψηλό ποτήρι

Μια έκρηξη αναμένω, κι έναν κόσμο έφηβο
να με ξαναγεννήσει

***
Εδώ θα σταθώ

Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου

Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά

Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για του ανθρώπου τις ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση, κι ανάβοντας φωτιές

Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη – σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες

Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές

Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο
έξω απ’τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν

Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε

***
Αδιέξοδο

Οι ιδέες τραβιούνται σαν λαστιχένια φίδια
Φάρδυνα τον ουρανό και είναι άδειος

Κραυγάζω, σαν τους τρελούς που ξαπλώνουν πάνω στην άσφαλτο
και ζητούν να φυτέψουν δέντρα μεσοστρατίς
Παραπατώ, σαν τους μεθυσμένους που ζητούν να γεμίσουν το κενό,
το τεράστιο καζάνι του χρόνου

Φοβάμαι την τοποθέτησή μου
σαν ένα κουρέλι πάνω στην παλάμη της γης

***

Copyright©Μανώλης Μεσσήνης
Photo©Gary Schneider, “John In Sixteen Parts”, 1997

Advertisements