Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα»

by SF

 
ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια.
Ανατριχίλα!
Μπορεί και αναγούλα – ανάλογα τα κέφια του μάγειρα.
Ο χρόνος σαν κι εμάς είναι ναυλωμένος.
Δεν φαίνεται κάπου στεριά.
Ο χρόνος κι αυτός είναι σκλάβος εδώ.
Τα μάτια θυμούνται
τα βήματα θυμούνται
το πλήρωμα έχει ξεχάσει
δεν πρέπει να θυμάται.
Το βαπόρι περπατάει στο νερό
με τα πόδια του να πλατσουρίζουν
σαν μικρού παιδιού στις διακοπές.
Μικρή ζωή!
Πιο πολύ ζωή
έχουν τ’ απόβλητα του βαποριού.
Θυμίζουν ανθρώπους πάνω…

***
ΑΙΩΝΑΣ

Ακέφαλα κορίτσια
Εσύ χωρίς φίλους
Λάθος απαντήσεις
Κύκλοι παντού.
Τηρουμένων των αναλογιών,
ονομάστε το:
Πρώτη
Μοναδική
Παρουσία.

***
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

«Τι δουλειά κάνεις;»
«Πουλάω… παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω».
Σ’ ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού,
πολύ μικρή για μεζές
πολύ – πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, έφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
«Όλοι θέλουν
ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι – οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες».
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο-
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι’ αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
«Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου».

***
ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΩΜΙΚΟ ΔΡΟΜΟ
στην Πελαγία Μπότση———————–

Οργισμένες εφημερίδες στο πάτωμα.
Ποιό πάτωμα; είναι δρόμος.
«Ω, μη θεωρείτε την εξαθλίωση καθαυτή,
υπάρχει κυρίως η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής».
Δεν ψέκασαν για αρουραίους, αλλά δεν δάγκωσαν ακόμη.
Παραίσθηση είναι να κρυώνεις στον καύσωνα
να ιδρώνεις το καταχείμωνο
ίσως και να ’ναι βλάβη του εσωτερικού θερμόμετρου
– όλα τα μηχανήματα είναι ψεύτικα, πια.
Κάποιος διηγείται ιπποτικές ιστορίες,
βάζει στην πλοκή «τη δύναμη του καλού».
Προφυλακτικά πεταμένα,
τα πιο πολλά άδεια.
Είναι που ο έρωτας στις μέρες μας λέγεται πείνα.
Κάποιους τους βρίσκει ξανά η πλειοψηφία, στο θάνατό τους:
Πεθαίνουν από ανακοπή.
Πετάς πάνω απ’ τους βρώμικους δρόμους,
έχεις βάλει την οργή σου να γλυκάνει τη χαρμάνα στα πρεζάκια,
ακούς την πιο βαριά ροκιά σου:
Casta Diva… μάλλον το ’58,
κατεβαίνεις,
φτάνει η επίλεκτη καταστολή:
Νομίζω λέγεται ηλιθιότητα και δεν έχει χείλη.
Τελικά δάγκωσε κάποιους ο αρουραίος.
Έχεις την βεβαιότητα πως πήγε να τους φιλήσει.
«Πόσοι μένουν σ’ αυτό το σπίτι; Είμαστε από τη στατιστική αρχή».
«Πριν ένα λεπτό 21.865, ξέρετε αλλάζει συχνά το νούμερο».

***
ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα,
το πάει για ύπνο.
Ασβεστωμένη γειτονιά για τον Τρανταχτό.
Στην υγειά και στη μνήμη των αγριμιών που καλπάζουνε,
σε κήπους περιφραγμένους!
Τα παιδιά, οι έφηβοι, εκεί…
Σοβαροί όλοι, λίγο σφιγμένοι.
Ένας ξεμάκρυνε για ν’ αυνανιστεί στα χόρτα:
Η σπονδή του.
Από το ξενοδοχείο το τρανταχτό καμάρι
μίλησε στη μάνα του, παραπονέθηκε:
« Με βάζουν να τρώω όλο μου το πρωινό.
Χάνω τη μέρα, έτσι».
Μετά, η μητέρα των ακατέργαστων διαμαντιών
έκατσε στη θέση της μάνας του.
Όταν πάει ταξίδι αγαπημένος,
πονάει το φευγιό…
Δεν προσκυνήθηκε ποτέ από κάποιον.
Τον βλέπαν έτσι, «Τρανταχτέ» λέγαν.
Οι κοπέλες της γειτονιάς στη σειρά
βαμμένες σαν πουτάνες όλες και σιωπηλές.
Τόσος σεβασμός:
«Έτσι, δεν θα τον ερεθίζαμε ποτέ».
Μετά κατέβηκε ένα κόκκινο μπαλόνι και των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα
το κατάπιε.
Μετά απογειώθηκε. Μέσα της, πολύς αέρας βλέπεις.
Πετάει τώρα από πάνω μας.
Πάνω απ’ τη πλατεία μας. Όχι την εκκλησία.
Κρατάει κάτι.
Είναι και πολύ ψηλά για να δεις.
Ο καπετάνιος που ’ρθε καθυστερημένος, το βλέπει:
«Είναι λίγο δενδρολίβανο, ένα παντελόνι, ένα γιλεκάκι».
Μετά, ένας φαλακρός, μόνος μέσα στο σπίτι του
θα ρίξει μια στροφή ζεϊμπέκικο:
«του Μικρού»

***

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ »ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ» , ΕΚΔΟΣΕΙΣ ARS POETICA

*
Copyright©Νίκος Κυριακίδης
Photo©Dorothea Lange, Thirteen Million Unemployed Fill the Cities in the Early Thirties, 1934

Advertisements