Ο Μποστ και η γελοιογραφική γλώσσα του

by SF

Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΕΤΣΕΤΙΔΗ

Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου

Έκθεση «Cherchez να φάμ’! Ο Μποστ του Τύπου», Μουσείο Μπενάκη, κτίριο οδού Πειραιώς, 4 Απριλίου έως 19 Μαΐου, ώρες λειτουργίας: Πέμπτη, Κυριακή 10:00-18:00, Παρασκευή, Σάββατο 10:00-22:00, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη κλειστά

Ο Μέντης Μποσταντζόγλου είναι ο Τζέημς Τζόυς της ελληνικής γελοιογραφίας. Με την σατιρική του επίθεση στην μίζερη μικροαστική σοβαροφάνεια, η οποία ως πλημμυρίδα κατέκλυσε και κατακλύζει ακόμη μέχρι σήμερα την κοινωνία μας, ανέδειξε τον τεράστιο πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Άπαντα τα κείμενά του και οι γελοιογραφικές απεικονίσεις που τα συνοδεύουν υπάρχουν και λειτουργούν διαχρονικά, μέχρι τις ημέρες μας όπου οι «Πειναλέοντες» και οι «Ανεργίτσες» περισσεύουν, στηλιτεύοντας την κουφότητα της εξουσίας και την ματαιόδοξη στάση εκείνων οι οποίοι την διαχειρίζονται.
Η δική του ορθογραφία όχι μόνο δεν παραποίησε το εννοιολογικό υπόβαθρο της γλώσσας, αλλά της προσέδωσε βαθύτατα εκπληκτικής καθαρότητας σημασίες, αναδεικνύοντας την μεγάλη διαβρωτική δύναμη της λέξης και το ηφαιστειογενές χιουμοριστικό περιεχόμενο, το οποίο αίφνης εκτινάσσεται από την δήθεν αφελή και δήθεν ανορθόγραφη γραφή του.
«Ἤθελον να εροτήσω – διά νά σᾶς δοροδοκίσω – πόσον πρέπυ νά πλιρόσω – καί τί χρίματα να δόσω;»
Με άκρα αφέλεια, και με πληθυντική ευγένεια, όπως αρμόζει στην υποκριτική μιζέρια του κοινωνικού τοπίου, πλησιάζει ο ύποπτος μυστακοφόρος τον ποδοσφαιριστή της εποχής. Τίτλος του σκίτσου: Ο ΠΟΛΩΝ ΤΗΣ ΜΕΤΡΙΤΗΣ (κατά το όνομα της πρώτης κλίσεως: η μετριτή, της μετριτής!). Αναλογικώς, Ο ΠΟΛΩΝ θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε από τους πλείστους, οι οποίοι διαχειρίστηκαν θέσεις εξουσίας στις μέρες μας.
Δεν αντιστρατεύεται την γλωσσική καθαρότητα της ελληνικής, δεν είναι μαστροχαλαστής. Είναι μάστορας, γλωσσοπλάστης δημιουργός, ακριβολόγος υπονομευτής μιας εκφυλισμένης μικροαστικής νοοτροπίας η οποία καταδυναστεύει την ελληνική κοινωνία, από την τότε μεταπολεμική μέχρι και την σημερινή μεταπολιτευτική εποχή της κρίσεως.
Η γραφή του, η οποία συνοδεύει τα γελοιογραφικά σκίτσα του, προσδίδει πολλαπλώς σημαντικά νοήματα, πλήρη από το υψηλής ποιότητος καταλυτικό του χιούμορ. Και ας μην αμφισβητήσει κανείς ότι δεν ισχύει το 2013 το ρεφρέν εκείνο, το οποίο άδει η «μαμά Ελλάς» την δεκαετία του ’60:
«Κάπου ὑπάρχουν φαγητά,
Άλλοι τα μασάνε.
Κάπου ὑπάρχουν ἀσφαλῶς, μά δέν ξέρει ποῦ.
Κι’ ἔτσι σκαλίζει στά χαρτιά, στόν τενεκέ μέσ’ τ’ ἄστρα.
Κι’ εῖν’ ἰκανό, στ’ ὀρκίζομαι,
τό ὀρφανό, τό λυσσακό, νά φάη καμμιά γλάστρα».
Παρά το γεγονός το οποίο, μόνο αυτό, ακούστηκε στη δική μας εποχή ότι «υπάρχουν λεφτά» και τούτο αποδείχθηκε ψεύδος, ίσως εμφιλοχωρεί και η τρομερή απειλή και το «υπάρχουν φαγητά» να αποδειχθεί φενάκη και αντικατοπτρισμός στην έρημο της απωλείας και της οικονομικής εξαθλίωσης στην οποία έχουμε οδηγηθεί.
Ο Μέντης Μποσταντζόγλου διαμορφώνει κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου τον δικό του «γλωσσολογικό κώδικα». Έτσι με ευφυείς αλλαγές στην τυπική ορθογράφηση και στον τονισμό των λέξεων, με ευρηματικές συνηχήσεις, με αναπάντεχες συνδηλώσεις, ακόμη και με παράθεση ξενόγλωσσων λέξεων πετυχαίνει εξόχως απολαυστικά και ταυτοχρόνως καυστικά γελοιογραφικά αποτελέσματα.
Πολλοί θεώρησαν τον κατά κόσμον Χρύσανθο Μποσταντζόγλου, τον ευφυή και ευρηματικόν Μποστ, συνεχιστή της εικονογραφικής εκδοχής, την οποία καλλιέργησε ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. Επειδή το θέμα μικρή σχέση έχει με το αντικείμενο του παρόντος σημειώματος, αφήνω ως εικασία την εξέταση της παραπάνω πρότασης.
Ο Μποστ πάντως, για πρώτη φορά βάζει στο στόμα των σκίτσων του φουσκίτσες με λόγια το καλοκαίρι του 1958 εικονογραφώντας τις Σταυροφορίες του Ν. Τσιφόρου στο περιοδικό Ο Ταχυδρόμος. Και, παραδόξως –αν εδώ δεν με απατά η μνήμη μου– τα λόγια αυτά είναι γαλλικά: «Ζέ βουζέμ τρέ μποκοῦ τούτ λά ζούρ – πούρ λαμούρ ίλ παρλέ λέ σαντούρ», άδει ο σταυροφόρος «Γάλλος τραγουδῶν γαλλιστί», και η καλή του ΑΡΝΤΑ απαντά: «αί μουά ὀσί». Υπογραφή: Bost.
Εν συνεχεία, με αύξουσα πρόοδο τα κείμενα στις γελοιογραφίες του θα μεγαλώνουν, η γλώσσα του, ο γλωσσικός του κώδικας, θα πλουτίζεται και, κάποτε, όταν πλέον το κείμενο θα περισσεύει θα το καταγράψει κυκλοτερώς στην περιφέρεια του σκίτσου του.
Και αυτή η υπονομευτική και χυμώδης γλώσσα του θα γίνει η εν εγρηγόρσει συνείδηση της προοδευτικής μερίδας των πολιτών αυτής της παντοειδώς ταλαιπωρημένης χώρας.
ΥΓ. Τον Μποστ είχα γνωρίσει από τα σκίτσα του στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν δημοσιεύονταν στο περιοδικό: Ελληνόπουλο – Ο θησαυρός των παιδιών. Έκτοτε συνέχισα να παρακολουθώ την πορεία του στα διάφορα έντυπα με τα οποία συνεργάστηκε. Γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τον γνώρισα και προσωπικώς. Μεσούσης της δεκαετίας του ’80 πήρα την παρακάτω επιστολή:
«Ἀγαπητέ συνάδελφε Δ. Πετσετίδη. Εὐχαριστῶ γιά τόν κόπο πού ἔκανες νά φωτοτυπήσεις τά σκίτσα σου (πολλά ἀπ’ αὐτά τώρα πού τά ξαναβλέπω τά θυμᾶμαι). Πετυχημένες κι’ οἱ παρωδίες «Μποστ». Ἀλλά καλά κάνεις καί τά ἐγκατέλειψες, ὅπως κι’ ἐγώ. Μόνον ἐκ τοῦἐμπορίου ἡἄνεσις. Ἔγκαιρα ἀποτραβήχτηκες κι’ ἐσύ, ἀκολουθώντας τό παράδειγμά μου ἴσως. Πιστεύω ὅτι δέν κάναμε ἄσχημα.
Φιλικά
Μποστ
ΥΓ. Συγγνώμη γιά τήν καθυστέρηση. Δουλειές!»
 
*
Advertisements