αγριμολόγος: Flatus Vocis

by SF

Του Στράτου Φουντούλη

Ποιος ήταν ο Παντελάου, του οποίου στο μπαούλο υπάρχουν πολλές επιστολές και ένα προσχέδιο περιγραφής των ουρανίων και αστρικών του οράματος; (Ή μήπως οι επιστολές αυτές δεν γράφτηκαν ποτέ από αυτόν; ) Ποιος ήταν ο Πέρο Μποτάλιου, δημιουργός ενός φιλοσοφικού διηγήματος με τον τίτλο O Vencedor do Tempo που δημοσιεύτηκε πρόσφατα; Ποιος ήταν ο Σ. Πατσέκο, δημιουργός μιας μεγάλης ποιητικής σύνθεσης στα απόνερα της αυτόματης γραφής; Και ο Σήζαρ Σηκ; Και ο δόκτωρ Νάμπος; Και ο Φέρντιναντ Σούμαν; Κι ο Τζάκομπ Σατάν; Και ο Εράσμους; Και ο Μίστερ Ντέαρ; Ποια ήταν αυτά τα πρόσωπα με τα απίθανα ονόματα, όπως ο κύριος Καπ του Μοντάλε; Ατομικότητες που περιμένουν, στο σκοτάδι ενός μπαούλου, να βγουν στο φως για να ζήσουν, ή μήπως απλά ονόματα που σκάλωσαν για πάντα σε κάποιο σημειωματάριο, χαμένες υπογραφές, εκτοπλάσματα του πιο φανταστικού ληξιαρχείου της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα; (*)

Η ετερωνυμία του Πεσσόα, δηλαδή έγινε ένας «άλλος από τον εαυτόν του» όπως λέει ο Tabucchi που συνεχίζει λέγοντας ότι, δεν κινείται στον χώρο μιας καθαρής περιπλάνησης […] η προσποίηση του Πεσσόα είναι πάντα μια προσποίηση υπερβατική, είναι λόγος, αλλά με την έννοια του εν αρχή ην ο λόγος• κι αυτός ο λόγος σίγουρα δεν είναι το λογοτεχνικό «κείμενο». Η ετερωνυμία του –προσθέτω εγώ- αχρηστεύει την αυθεντία της υπογραφής κάτω από οποιοδήποτε κείμενο. Τι σημασία και βάρος μπορεί να κουβαλά ένα οποιοδήποτε όνομα μπρος στην ουσία του κειμένου, η χρήση οποιουδήποτε ψευδώνυμου είναι ζήτημα έλασσον, πρωτεύει πάντα, μα πάντα, το ίδιο το κείμενο, αυτό ταξιδεύει με σκαμπανεβάσματα μέσα στο χρόνο. Με «τον τρόπο του», του ανθρώπου με τα «χίλια πρόσωπα», ο Πεσσόα, και σε αυτό συμφωνώ με τον Tabucchi, απαιτεί αναγνώσεις ικανές να απορρίπτουν κάθε αλαζονική ερμηνεία, ενώ αντίθετα επιζητεί αναγνώσεις ικανές να τον ακολουθήσουν σε έναν υποθετικό χώρο επιβεβαιώνοντας τον Μπόρχες που κάποτε σε μια διάλεξη τόνισε ότι «Ένας άνθρωπος έλεγε μια ιστορία• την τραγουδούσε• και οι ακροατές του δεν τον έβλεπαν ως έναν άνθρωπο που επιχειρούσε δύο πράγματα, αλλά ως κάποιον που επιχειρούσε ένα πράγμα που είχε δύο όψεις, Ή ίσως να μην αισθανόταν ότι είχε δύο όψεις, αλλά το σκέφτονταν ολόκληρο ως ένα ουσιώδες πράγμα».(**)
Ο Μπόρχες αναφερόμενος στον Whistler συμπληρώνει: « Η Τέχνη συμβαίνει». «Δηλαδή, υπάρχει κάτι μυστηριώδες στην τέχνη. Θα ήθελα να διαβάσω τη φράση του με ένα νέο νόημα. Θα έλεγα: Η τέχνη συμβαίνει κάθε φορά που διαβάζω ένα ποίημα». (***), και προσθέτω, Τέχνη δεν συμβαίνει μαθαίνοντας αποκλειστικά και μόνο το όνομα του δημιουργού.
Ο δικός μας Εμμανουήλ Ροΐδης στον καιρό του, χρησιμοποίησε ουκ ολίγα ψευδώνυμα, το γεγονός αυτό έχει μήπως άλλη σημασία πέραν του ότι δεν θα υπήρχε Τέχνη χωρίς το παιχνίδι του δημιουργού;
Εξ ου κι η μεγάλη πίκρα του έντυπου κατεστημένου λόγου σήμερα, ο κάθε πικραμένος ιστολόγος υιοθετώντας ένα ψευδώνυμο έχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιεί (τι θράσος) –μέσω διαδικτύου- κείμενα ποιότητας (δωρεάν) με αποδέκτες μερικές χιλιάδες αναγνώστες.
Το παιχνίδι συνεχίζεται.

.
.

.

(*) Antonio Tabucchi «Η Νοσταλγία του Πιθανού», γραπτά για τον Πεσσόα. Εκδόσεις Άγρα.
(**) Χόρχε Λούις Μπόρχες «Η τέχνη του στίχου» Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
(***) Στο οπισθόφυλλο του ιδίου βιβλίου.

*
© α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς

Advertisements