Γιώργος Ρωμανός, Κινέζικη ιστορία

by SF

Διήγημα
Τα δώρα του γάμου ήρθαν σε δυο εβένινα κιβώτια· τυλιγμένα με λεπτές χρυσοπλεγμένες ψάθες. Ίνα με την ίνα ξεχώριζε το ταπεινό λεπτό καλάμι από την αστραφτερή χρυσή κλωστή.
    Ο μεγάλος άρχοντας της ιερής πόλης Τσαγκ, πάντρευε την κόρη του.
   Οι  υπηρέτες που θα έκαναν την επίδειξη ήταν δύο, ο γηραιότερος και ο νεότερος του παλατιού —ένα παλικαράκι δεκαοχτώ χρονών που τα απλά του ρούχα γίνονταν ακόμα πιο ασήμαντα δίπλα στην πολυτέλεια των δώρων που άνοιγε τελετουργικά. Μόνο τα χέρια και το φιλντισένιο πρόσωπό του έμοιαζαν να φέγγουν περισσότερο από κάθε τι.
   Τα μάτια της νύφης, της δεκαπεντάχρονης Χεναόρ μεγάλωσαν, μόνο και μόνο για να τα χωρέσουν όλα εκείνα τα δώρα. Τα δώρα και τίποτε άλλο! Τα ρουθούνια της πλάτυναν να ρουφήξουν δια μιας όλες τις οσμές που ξεπηδούσαν από κάθε περιτύλιγμα. Σάνταλο και κανέλα. Νάρδος και ρετσίνι. Αλόη και καρυόφυλλο. Μπαχαρικά σε μπάλες, όσο η μικρή της χούφτα, τυλιγμένα σε διάφανο ύφασμα, βαλμένα με τάξη ξεχωριστά μέσα σε κάθε δώρο. Μαζί με τις μυρωδιές ξεχύθηκε και η φαντασία της σε εικόνες πόθου.
    Ήξερε. Ήξερε να διαβάζει τα σύμβολα. Μέσα από το κάθε πράγμα θα μάντευε τον μεγάλο έρωτα που θα ζούσε από δω και πέρα. Την άφατη ηδονή που στη χώρα της ερχόταν μέσα από μια λεπτεπίλεπτη και πολύσημη τελετουργία.
   Πρώτο αντικείμενο, που σηκώθηκε τελετουργικά ψηλά, ήταν ένας λωτός από φίλντισι με ανοιγμένα, αιδοίο, τα πέταλά του. Εκείνη το δέχθηκε σαν ξεκάθαρο μήνυμα, σημάδι του ρόλου της.   Γέλασε σφίγγοντας τα χείλια και βάλθηκε να ερμηνέψει σωστά το νόημα και του κάθε άλλου δώρου.
Ακολούθησε μια σπάνια βεντάλια από φτερά στρουθοκαμήλου, δεμένα με λεπτά φύλλα ιτιάς. Ένα μικρό χαλί από δέρμα κόκκινης αλεπούς. Η Χεναόρ σκέφτηκε πως ίσα που θα χώραγαν τα μικρά της πόδια, όταν θα κατέβαιναν ιδρωμένα απ’ το κρεβάτι.
   Οι υπηρέτες παρουσίαζαν συνεχώς:
   Έναν μεγάλο φιλντισένιο δίσκο, με τα πέντε χρώματα της απόλυτης συζυγικής αρμονίας. Στη μέση είχε το σύμβολο λουανφέγκ, του φασιανού και του φοίνικα που εκφράζανε την τέλεια σαρκική ένωση.
Μια πολύτιμη κασετίνα, που το ξύλο της ήταν βαθιά ποτισμένο με άρωμα λωτού, για να φυλάει τα χτένια της κάθε φορά που θα έλυνε τα μαλλιά της, για να ξαπλώσει δίπλα σ’ εκείνον που η τύχη τής είχε στείλει.
   Δυο κούπες από νεφρίτη λίθο, τόσο διάφανες, όσο το φέγγισμα στις άκρες των δακτύλων της, την ώρα που θα άγγιζε τον άντρα της, δυνατό και στητό όσο το χοντρό καλάμι του μπαμπού.
   Ένα μεταξωτό μαντίλι ηδονής, που θα δενόταν γύρω στην ολόγυμνη μέση της, την κατάλληλη στιγμή.
   Ένα κηροπήγιο στο σχήμα ηφαίστειου, για αρωματικό κερί.
   Τέσσερα παραπετάσματα κρεβατιού από λαζούρι και μαύρη μίκα.
   Μια ασημένια λεκάνη ηδονής, διακοσμημένη με ολόχρυσα τα φτερά της Αλκυόνας, προορισμένη για να κάθεται επάνω της, ερεθιζόμενη συνεχώς η πρώτη και επίσημη παλλακίδα τους, τις ατέλειωτες ώρες που ο άντρας της θα μπαινόβγαινε αδιάκοπα στον «μυρωμένο κήπο» της Χεναόρ.
   Ένα μικρό σκληρό μαξιλάρι, που για φούντες είχε στρογγυλές κεχριμπαρένιες χάντρες. Μ’ αυτό κάτω απ’ τη μέση της, θα πρόβαλλε ορθάνοιχτη «η καρδιά του λουλουδιού της» κάτω από τα «ιδρωμένα χόρτα της αυλής της».
   Οι υπηρέτες συνέχιζαν να παρουσιάζουν όλο και πιο γρήγορα τα δώρα. Εκείνη, μέσα από αυτά, προσπαθούσε να φανταστεί τον άντρα της, που για πρώτη φορά θα έβλεπε αμέσως μετά.
Συνέχισε να κοιτάζει με τα μάτια υγρά, όχι μόνο από θαυμασμό αλλά από κύματα διέγερσης.
   Στα χέρια των υπηρετών εναλλάσσονταν το ένα μετά το άλλο: Ένα ζευγάρι γιγάντια κοχύλια μυροδοχεία λουτρού, με πλατινένια πώματα, σαν αιδοία φαλλοφόρα. Ένα μικρό άγαλμα της θεάς Κι, από ξύλο μανδραγόρα, που τα ελάχιστα ξύσματά του αρκούσαν να εξουδετερώσουν και το φριχτό δηλητήριο από το κέρατο μαύρου τράγου, αν κάποιος επιβουλευόταν την ευτυχία τους. Τον από πάλλευκο ελεφαντόδοντο φαλλό του θεού Παν Κου, του Πανός των Ελλήνων, προορισμένο να συμπληρώνει τη συζυγική της αρμονία, αθέατο όμως απ’ όλους σε σχήμα και μέγεθος, αφού ήταν τυλιγμένος σε πάπυρο με ιδεογράμματα όπου τα στροβιλιζόμενα σύννεφα και η δυνατή βροχή κατέγραφαν τα σύμβολα της ένωσης του αντρόγυνου.
   Για λίγο οι υπηρέτες σταμάτησαν προκειμένου να σηκώσουν και οι δύο ένα μεγάλο χρυσοΰφαντο ύφασμα, με κουμπιά από κέρατο ρινόκερου, προορισμένο να τους τυλίγει σαν αντίσκηνο όταν θα ήθελαν να σμίξουν ερωτικά και γύρω τους υπήρχαν ανέραστα μάτια.
   Αργά τελετουργικά συνέχισαν με μικρά αλλά πολύτιμα δώρα: Εικοσιοκτώ, όσες οι μέρες της σελήνης, δαχτυλίδια. Εφτά, όσες οι μέρες της εβδομάδος, φορέματα, διακοσμημένα με κεντητά άνθη βερικοκιάς και άλλα επίχρυσα λουλούδια. Ένας μανδύας σε σχήμα χελιδονιού, σύμβολο του αιωνίου δρόμου Ταό. Μια κάπα με κεντημένους γερανούς, σύμβολο μακροζωίας. Ένα φρεσκοκομμένο κλαρί βερικοκιάς, σύμβολο κάθε πασίγνωστης όμορφης κοπέλας και τέλος το μαργαριτάρι της αιώνιας λάμψης, που όποια το φόραγε κέρδιζε τη λάμψη του για πάντα.
   Η μικρή Χεναόρ ένιωθε τρελαμένη. Είχε διεγερθεί τόσο με τις εικόνες που γέμισαν το μυαλό της, που θα ήθελε να χρησιμοποιούσε αμέσως το μεταξωτό μαντίλι και την ασημένια λεκάνη. Είδε όμως τα ανέκφραστα πρόσωπα των δικών της που απαριθμούσαν θαυμάζοντας βουβοί τα δώρα και έμεινε ακίνητη, αμίλητη, όπως ήταν και το τυπικό. Με κόπο συγκρατούσε τον πυρετό των ματιών της που ανέβαινε από χαμηλά.
   Την ίδια στιγμή ανήγγειλαν τον γαμπρό. Ήρθε. Μαύρο χιόνι λιωμένο από τις ροδιές των κάρων. Τον βαστούσαν δύο υπηρέτες. Η Χεναόρ πέρασε γρήγορα τη ματιά της από την άσπρη χιλιορυτιδωμένη μάσκα του προσώπου του, σ’ αυτά που ήθελε να βλέπει. Ψηλά στο κεφάλι του, στο υπέροχο καπέλο των μορφωμένων Ταγκ. Στον ολοκόκκινο χρυσοκεντημένο μανδύα της τάξης του, στα πολύτιμα καλύμματα των χεριών του με τα μυτερά μαλαματένια νύχια .
   «Πρέπει να είναι απ’ τους πιο πλούσιους της χώρας», σκέφτηκε, «μ’ αυτόν μια γυναίκα θα έχει, όλα όσα χορταίνουν όλες τις γυναίκες του κόσμου μαζί».
   Όταν προχώρησε η νύχτα, οι ξένοι έφυγαν. Φανάρια και κεριά έσβησαν. Τα λαζουρένια παραπετάσματα του κρεβατιού έπεσαν. Ξάπλωσαν κι εκείνος έμενε ακίνητος. Αργά αργά η Χεναόρ κύλησε κοντά του. Άπλωσε το χέρι της στο κάτω μέρος της κοιλιάς του. Έπιασε κάτι που είχε το μήκος του κάστανου. Μες στο σκοτάδι για πρώτη φορά, άκουσε καθαρά την ανάσα του. Σφυριχτή. Ένιωσε δίπλα της ένα σχεδόν ψόφιο φίδι, που ετοιμαζόταν να αφήσει την τελευταία του πνοή. Ακίνητος ο γέρος άντρας της, στο τέλος του δρόμου της ζωής. Καλάμι, άχυρο ξεραμένο.
   Κι η νύχτα πέρασε έτσι. Κι η επόμενη. Οι ερεθιστικές εικόνες που είχαν ξεπηδήσει από τα μπαούλα μαζί με τα δώρα, είχαν χαθεί για πάντα. Η Χεναόρ δεν καταλάβαινε πιο μήνυμα δώρου είχε διαβάσει λάθος. Πιο κρυμμένο νόημα δεν είχε εννοήσει.
   Το μυαλό της, άδειο δωμάτιο πια, πλημμύρισε από μια ψυχή Ε γκι. Ένα περιπλανώμενο φάντασμα, δαιμόνιο της βουδιστικής κόλασης, καταδικασμένο σε αιώνια δίψα. Το δικό της Ε γκι είχε πανέμορφο κορμί. Ωραία χαρακτηριστικά προσώπου. Το στόμα του, όμως, ήταν μικρό. Χίλιες φορές πιο μικρό από την τρύπα της βελόνας. Και γύρω του έτρεχαν ρυάκια, ποτάμια, θάλασσες, γάργαρο γλυκό νερό.
Και ξαφνικά θυμήθηκε. Το πρώτο πράγμα που είχαν δει τα μάτια της, δεν ήταν ο λωτός από φίλντισι με ανοιγμένα, αιδοίο, τα πέταλά του. Ήταν οι ψάθες που τύλιγαν τα μπαούλα των δώρων. Η χρυσοκλωστή ήταν· τής είχε κάνει εντύπωση.
   Η χρυσοκλωστή! Που όσο κι αν έστριβε κι αγκάλιαζε σφιχτά το ξεραμένο καλάμι, εκείνο ξερό και πεθαμένο έμενε.
*
Advertisements