Απόστολος Θηβαίος, «Ο άνθρωπος των ρεμβασμών»

by SF

Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη,
Τον Οικουμενικό και τον Ερωτικό.

Τον αναγνώρισα με κάποια δυσκολία, καθώς στεκόταν σε μια μακρινή πια απόσταση. Έφερε απλά σημάδια γήρατος, ο χρόνος είχε διανύσει ήδη ολόκληρες εποχές. Ήταν καλοντυμένος, με ένα από εκείνα τα βρετανικά κοστούμια τύπου london cut που τόση εντύπωση προξενούν με την κομψότητά τους. Κάθε τόσο, με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο που δεν θα μαρτυρούσε ποτέ την ενόχλησή του από την τόση θερμή ημέρα, εκκινούσε το καπέλο του, τύπου παναμά, κίτρινου, ανοιχτού χρώματος. Φανέρωνε την εντύπωση ενός πολύ αριστοκρατικού ανθρώπου με ανάλογες καταβολές. Δεν θα μπορούσες με τίποτα να φανταστείς ένα τέτοιο τύπο μες σε τούτα τα καφενεία με τους ύποπτους νεαρούς, τους χαρτοπαίκτες, τις ύποπτες συναλλαγές. Ετούτα τα μέρη προσελκύουν μονάχα την έξαψη και την αισχρότητα παράξενων ανδρών, πλάι στο λιμένα με τα παλιά, πορφυρά συντρίμμια ενός φάρου που λέγεται πως κάποτε ανεγέρθηκε σε αυτόν τον τόπο υπάρχουν παραπήγματα με μια απρόσμενη κοσμοσυρροή. Ο ηλικιωμένος, κομψός άνδρας τους παρατηρούσε, κάποτε το ενδιαφέρον του διέγειρε κάποιο από τα νεανικά αγόρια που πουλούν μαστίχα ή τάχα εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες στις ανυπόφορες, θερμές αναμονές τους.

 

    Έπειτα ανασηκώθηκε από τη θέση του. Ήταν μεσημέρι, αργά πολύ, οι εργαζόμενοι της εταιρείας υδρεύσεως τέτοια ώρα περπατούν νωθροί στην προκυμαία, ψωνίζουν καπνό και έπειτα χάνονται σε δρόμους με σιδηρουργεία και ταβέρνες κλειστές. Ανασηκώθηκε, άφησε το αντίτιμο της παραγγελίας του και πλησίασε αργά, αιώνιο το βήμα του ανθρώπου εκείνου καθώς περιφερόταν τάχα άσκοπα μα εποφθαλμιούσε πια με έκδηλο τρόπο εκείνο το αγόρι στη μέσα σάλα. Ήταν ένα αγόρι, σχεδόν ποιητικό, με πρόσχημα και πόζα ακαδημαϊκή. Μα σε τέτοια μέρη δεν συχνάζουν παρά διψασμένοι και φορτισμένοι άνθρωποι και το αγόρι ετούτο φέρει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά που είναι της νεότητος. Με τι ανεπαίσθητο και διακριτικό τρόπο ο άνδρας εκείνος πλησιάζει το αγόρι, πώς του μιλά, με τι τρυφερότητα περιεργάζεται τα βιβλία του, τα ακουμπά με δύναμη γιατί είναι πριν πιασμένα από τα σφιχτά, τα παρθένα χέρια του παιδιού. Έπειτα η σιωπή και ο καπνός που τους κρύβει καθώς καίγονται και λιώνουν τα κάδρα, οι φωτογραφίες στους τοίχους, πέφτει βαριά, υπέροχη σκιά, καθώς πεθαίνει το μεσημέρι στην Αλεξάνδρεια. Τώρα οι Αγριάνες τοξότες, παιδιά από τα βουνά του Άτλαντα, με τατουάζ και εκδορές εγκαταλείπουν το χαμαιτυπείο και έτσι ο άνδρας με το παιδί μιλούν χαμηλόφωνα, εκείνος του υποδεικνύει τα βρώμικα δωμάτια πάνω από την ταβέρνα και ύστερα αποχωρούν και οι δυο, με τόση, Θε μου ενοχή! Και είναι λησμονημένα πια τα βιβλία και η σχολή και ο τόσος ακαδημαϊσμός, είναι λησμονημένος και αυτός και εξαντλημένος και όλες του κόσμου οι ελπίδες, διαψευσμένες και αυτές και να βρέχει τώρα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εκείνοι οι δυο πώς δένονται και αφήνονται και τα σημάδια, τα δυνατά χέρια, λείο, γλυπτό της νεότητος το σώμα. Τους είδα που φύγαν, αραιά, σαν να μην γνωρίζονται και να ’ναι τυχαίο το συναπάντημά τους. Οι εργάτες τους κοίταξαν βέβαια με υποψίες, μα και εκείνων τα σώματα ποιος ξέρει σε τι κλίνες έχουν κυλησθεί. Δίστασε να φύγει. Ξυπνούσε η πόλη τώρα, ξανά οι ίδιες, τρωικές μορφές, οι βάρβαροι ξανά στα σύνορα, τώρα που ο έρωτας σκοτώθηκε σε εκείνα τα δωμάτια, τώρα τίποτε, κανένα σημάδι από το μυστικό, εκείνο θίασο που μας μεθά. Τίποτε. Ο κομψός, ηλικιωμένος άνδρας συνέχισε αργά το βήμα του. Απομακρύνθηκε και έπειτα με τον πιο διακριτικό τρόπο, καθώς, ας πούμε μια καταιγίδα που έχει ένα αδιάφορο ξεκίνημα, πέρασε μες στην ιστορία, έγινε ορίζοντας. Το καπέλο τύπου παναμά τώρα πετά ψηλότερα, η κορδέλα του πώς ανοίγει και εκείνο το όνομα του ένδοξου πλοίου που πιάνεται στα πιο ψηλά σημεία, φτάνει σε εξώστες και τελικά αποκαλύπτεται για πάντα. Μιλώ για εκείνο το στίχο που σημαίνει ταξίδι και ανήκει στις τάξεις των ιδεών. Ο κομψός, εκείνος άνδρας έγραψε, λένε με όλο του το σώμα, με τα δάκρυα και τις ακαθαρσίες και τα αμαρτήματά του. Ο άνδρας εκείνος, μες στον κοσμοπολιτισμό και την πλούσια αύρα της πόλεως του αρνήθηκε το χρυσάφι και έτσι σοφός και πικραμένος αντίκρισε τον κόσμο, ευρύτερο από τις πιο πλατιές φυλακές. Της ψυχής και της ανθρώπινης ιστορίας σκληρά δεσμά. «Έτσι, πολύ ατένισε…» ο άνθρωπος αυτός.
*
©Απόστολος Θηβαίος
Advertisements