Πέτρος Κυρίμης, Μνήσθιτί μου Κύριε

by SF

Αφήνω το μυαλό μου ελεύθερο, να τρέχει πάνω κάτω μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και εκείνο επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60. Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας.
    Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει ανορθόγραφα «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κατουρώ του.
    Μνήσθιτί μου Κύριε, -λέω- δοξασθήτω το όνομα σου.
  Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιός κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Και μετά, όλες οι εικόνες εξαφανίζονται και από το βάθος φαίνεται να έρχεται προς το μέρος μου μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, που καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς και μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
    Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , κάμποσοι ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω ξανά- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά, σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
    Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού. Σε διάφορα βολ πλανέ περνάνε μπροστά μου, ο Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν και παραμένουν καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν, οι εικόνες του Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
    Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι.  Κόσμος πολύς, από κάτω, φαίνεται να χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
    Λίγο πιο πίσω του η Δήμητρα Λιάνη έχει σκύψει και ισιώνει τις ζαρτιέρες της.
    Το πράσινο χρώμα παραμένει παρ ΄ όλο που είναι λίγο ξεθωριασμένο.
    Πεντοχίλιαρα, δεκαχίλιαρα πάνε κι έρχονται, ο Κoσκωτάς τα εκτοξεύει προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα σε κουτιά από πάμπερς.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω πάλι- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
*
©Πέτρος Κυρίμης
– φωτογραφία ανωνύμου -ειδική επεξεργασία: Στάχτες – 
Advertisements