Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι

by SF

Ετών 43. Άγαμος. Εργάζεται σ’ ένα ραφείο. Το ραφείο το ’χει ένας εβραίος με τ’ όνομα κι είναι στο βάθος μιας παλιάς στοάς, δεξιά. Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα, έξι μέρες τη βδομάδα. Κάθε μέρα, στις 11, διακόπτει για να φάει το κολατσιό του. Το κολατσιό του είναι ένα σάντουιτς που το φέρνει από το σπίτι του. Το σπίτι του είναι ένα διαμέρισμα δύο δωματίων. Το ένα δωμάτιο βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που κατεβαίνει απ’ το σταθμό, περνάει μπροστά απ’ τη Βιβλιοθήκη και, πέντε τετράγωνα πιο κάτω, αλλάζει όνομα. Το όνομα του ανθρώπου είναι κοινό. Κοινός είναι κι ο τρόπος που περνάει τα βράδια του. Τα βράδια, το χειμώνα, έρχονται γρήγορα, μα αυτός τα προτιμάει απ’ το να μπαίνει σπίτι του ιδρωμένος και να φέγγει. Μπαίνει στο σπίτι του, κι αν πρέπει, ανάβει φως• κάθεται στη μοναδική του πολυθρόνα, μπρος απ’ το παράθυρο του ενός από τα δύο δωμάτια, αυτού που βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που ξεκινάει απ’ το σταθμό αλλά το είπαμε. Ο σταθμός είναι ένα γκρίζο σιδερένιο κτίριο όπως όλα τα γκρίζα σιδερένια κτίρια που είναι σταθμοί. Σ’ αυτόν κατέβηκε πριν τριάντα χρόνια. Τα χρόνια πέρασαν.
   Δε γνώρισε έρωτα. Πηγαίνει ακόμα στην οδό των κοριτσιών, δυο Κυριακές το μήνα, τώρα είναι η Νίνα, σ’ εκείνο το μεγάλο σπίτι με το τρίσκαλο στην είσοδο και την κουτσή. Η Νίνα ξέρει. Η Νίνα γδύνεται μπροστά του και τον λέει αγόρι μου. Ύστερα, ο δρόμος, οι άλλοι άνθρωποι, ο γοργός βηματισμός, η εφίδρωση, τρία λαχανιαστά πατώματα, το κλειδί που τρέμει, το κρύο νερό που φεύγει απ’ την μπανιέρα και τρέχει να ποτίσει την πόλη. Το κρύο νερό που παίρνει από πάνω του τις επαφές και τρέχει να ποτίσει την πόλη. Η πόλη μεγαλώνει.
Στην Αστυνομία μού είπανε δεν έχω κάνει τίποτα αλλά να προσέχω. Έχει γεμίσει ανώμαλους η πόλη λέει. Τους είπα εγώ δεν έχω κάνει τίποτα και μου είπανε αυτό σου είπαμε και εμείς. Αυτό μου είπανε.
Πριν από τη μέρα που τον κάλεσαν στο Τμήμα, είναι ζήτημα αν είχε πάει εκεί δυο-τρεις φορές -η μία πρέπει να ’ταν στα δεκαοκτώ, που έβγαλε ταυτότητα• η άλλη, όταν χρειάστηκε να την αλλάξει, δέκα χρόνια αργότερα, γιατί η φωτογραφία δεν κοιτούσε πια το μέλλον τόσο αδιάκριτα. Τρίτη φορά μπορεί να υπήρξε αλλά δεν τη θυμάται. Δεν θυμόταν ούτε πώς ηχούσε το κουδούνι της πόρτας του.   Χρειάστηκε να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα ώσπου να συνδυάσει το κουδούνισμα με την τελευταία επίσκεψη που του ’χε κάνει ποτέ κάποιος, είκοσι και βάλε χρόνια πριν: ένα τηλεγράφημα. Δυο μέρες έλειψε για την κηδεία• τις πλήρωσε σε Κυριακές. Στεκόταν πάνω απ’ τον πατέρα του στο φέρετρο και πρόσεχε όλα τα ελαττώματα που είχε το σακάκι του.
   Τώρα το κουδούνι χτυπάει πάλι, μα δεν έχει άλλο θάνατο. Ανοίγει, κι ο αστυφύλακας του δίνει το «δι’ υπόθεσίν σας». Αποφασίζει να πάει την επομένη κιόλας στο αστυνομικό τμήμα. Το τμήμα της περιοχής του είναι ένα κτίριο με κίτρινα τούβλα. Δείχνει το χαρτί, κανένας δεν του δίνει σημασία, δείχνει πάλι το χαρτί, τίποτα. Κάποιος του νεύει να καθίσει στο παγκάκι και να περιμένει.
Είχε ένα παγκάκι, κάθισα. Το λέω εγώ παγκάκι γιατί ήταν σαν αυτά στο πάρκο. Αυτοί μπορεί και να το λένε αλλιώς, μπορεί και να το λένε καραμέλα ή δέντρο ή μαμά.
Το πάρκο απέναντι από τη στοά. Πηγαίνει εκεί πολλές φορές όταν ο ήλιος. Τα μεσημέρια. Παίρνει το ψωμί του και κάθεται στο παγκάκι χωρίς να του πει κανείς όπως τώρα. Τα ξέρει τα παγκάκια απέξω και τα νοιάζεται όλα, μα πιο πολύ απ’ όλα τα μοναχικά και τα άρρωστα -εκείνο με την ξεβαμμένη ράχη, το άλλο με τα σκουριασμένα πόδια. Μια μέρα έκανε σαν το Θεό και τα ονομάτισε. Το αγαπημένο του ήταν ένα που κρυβόταν πίσω απ’ τη μεγάλη αλέα με τους ευκάλυπτους. Από εκεί περνούσαν μόνο κάτι ζευγαράκια που έψαχναν γωνίες να ναυαγήσουν, κανένα τόπι που έφευγε από τα παιδιά, κάνα παιδί που γύρευε το τόπι του. Μια μέρα που είχε φάει το κολατσιό του και είχε σηκωθεί κι ετοιμαζόταν να γυρίσει στο ραφτάδικο, είδε το τόπι να ’ρχεται, και το σταμάτησε με το πόδι. Το παιδί τον κοίταξε στα μάτια.
Περνάει μια ώρα και κανείς. Ύστερα ανοίγει μια πόρτα και φωνάζουν τ’ όνομά μου. Ο κύριος είναι ευγενικός ο κύριος πίσω απ’ το γραφείο. Μου λένε πώς με λένε αφού το ξέρουν, αφού με φώναξαν πιο πριν.
Κάθε πρωί, πηγαίνοντας για το ραφείο, περνάει μπροστά απ’ το σινεμά με τις σβηστές φωτογραφίες. Το βράδυ, όταν γυρίζει, όλα φλέγονται. Μόνο το βράδυ, κάνει μια μικρή παράκαμψη να μη πατήσει το χαλί το κόκκινο που βγάζει τη γλώσσα του στο πεζοδρόμιο. Ύστερα, σε διακόσια τριάντα δύο βήματα, το σπίτι του. Μια Κυριακή, είπε να μπει κι αυτός να δει. Δεν του άρεσε όταν έσβησαν τα φώτα κι ήρθαν κάτι άλογα. Μετά, πυροβολούσαν κάποιοι. Έφυγε.
   Ο εβραίος είναι καλός άνθρωπος. Μια φορά, που ήταν ανήμπορος, τον κάλεσε να βγει μπροστά, στο καφετί σαλόνι με τον όρθιο καθρέφτη. Ο εβραίος καθόταν, ξεφυσούσε απ’ την αρρώστια και τον κοίταζε που έτρεμαν τα χέρια του με την πελότα και την κιμωλία. Εκείνος κοίταζε το ρούχο που έστρωνε δεν έστρωνε στο σώμα. Ο πελάτης κοίταζε τον πελάτη.
Τα δάχτυλά μου παίζουν με τα δάχτυλά μου και τον κάλο ανάμεσα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με ρωτάει αυτός ο κύριος κι αν θέλει να του απαντήσω. Τώρα μου λένε για ένα κοριτσάκι λέει που χάθηκε.
Ο αξιωματικός τού απευθύνεται με το σεις και με το σας. Τον σέβεται -ή όλη αυτή η σπατάλη του πληθυντικού κάπου στοχεύει. Το κοριτσάκι, πάντως, χάθηκε στο πάρκο, σ’ αυτό το πάρκο απέναντι από τη στοά, και μήπως είδε τίποτα. Πρώτη φορά κάποιος τον χρειάζεται. Πρώτη φορά μπορεί κι αυτός να βοηθήσει, να συμβάλει, να ελεήσει την αλήθεια απ’ το περίσσευμά του.
   Ύστερα τον πηγαίνουν σε μια αίθουσα. Στην αίθουσα είναι κι άλλοι. Οι άλλοι είναι πολίτες. Οι πολίτες είναι όρθιοι, ακουμπισμένοι στον τοίχο. Όλοι της ίδιας ηλικίας πάνω-κάτω, πιο πολύ κάτω. Ένας κρατάει σεμνά στα χέρια το κασκέτο του. Εκείνος δεν κρατάει τίποτα. Του ζητούν να μπει ανάμεσά τους, οι άλλοι κάνουν χώρο, ο τοίχος είναι κρύος. Και τότε βάζουν μέσα τη γυναίκα.
   Φανερά ταραγμένη, κοιτάζει έναν έναν τους στημένους στον τοίχο και τους ξανακοιτάζει και ψάχνει στην κουρασμένη μνήμη της να ταυτίσει κάποιο απ’ αυτά τα πρόσωπα με την εικόνα του άντρα που έπαιρνε το κοριτσάκι από το χέρι κι έφευγαν στα δέντρα, και τότε την κοιτάει κι αυτός και της χαμογελάει, και μες στο βλέμμα του είναι όλη του τη ζωή σ’ αυτό το θερμοκήπιο με τα επώνυμα παγκάκια, την υγρή ασφυξία και την έμμισθη στοργή, και μες στο βλέμμα του είναι όλη του η ανάγκη να τον διεκδικήσουν, να τον δικαιώσουν και, επιτέλους, να του δώσουν το μερίδιό του από εκείνη την ενοχή.
   Η γυναίκα τον έδειξε.

***

Από τη συλλογή διηγημάτων
Ο καθρέφτης του τυφλού,
εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2005

*
Οι Στάχτες ευχαριστούν
το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης «Απηλιώτης».

Copyright©Αχιλλέας Κυριακίδης και Εκδόσεις Πόλις

Advertisements