Τέος Ρόμβος, H Πρώτη ύλη

by SF

Εδώ και χρόνια γράφω βιβλία. Η προετοιμασία ενός κειμένου και η παρουσίασή του μοιάζουν λίγο με την παράσταση του μάγου- ταχυδακτυλουργού. Ο συγγραφέας θυμάται, αυτοαναλύεται, εφευρίσκει, παρουσιάζει, αφηγείται, αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται. Πετάει στον αέρα φραστικές εικόνες, σπινθηρίζοντα λόγια, ελευθερώνει λέξεις μυρωδάτες, εμφανίζει δραματοποιημένες καταστάσεις, μιλάει για να μιλάει, ανεμίζει διαλόγους πυρακτωμένους, βγάζει από το καπέλο του πολύχρωμες φράσεις, εξιστορεί με λέξεις στολίδια. Έπεα πτερόεντα. Λόγια του αέρα. Scripta mannent. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
   Ο άνθρωπος πεθαίνει αλλά η γλώσσα του δε σαπίζει… Όσοι γράφουν γνωρίζουν ότι ερέθισμα μπορεί να αποτελέσει απλά η σιωπή ή ο χρόνος που κυλάει αργά, το φευγαλέο γέλιο ενός παιδιού, ο ήχος του νερού, κάποια απροσδιόριστη μυρωδιά, η αντανάκλαση του ήλιου στην αντικρινή τζαμαρία, μια θολή μνήμη, απίστευτα πολλά πράγματα. Κάθε αίτιο έχει και τη δική του αποτύπωση. Διαφορετικά αποτυπώνεται η εσώτερη αγωνία, αλλιώς ο ήχος και η εικόνα.
   Ο συγγραφέας υφαίνει αργά τον ιστό του. Εφησυχάζει και κινητοποιεί. Σαγηνεύει, γοητεύει, μαγεύει. Συγκινεί και συμπαρασύρει. Τη μια στιγμή απευθύνεται στο γνωστικό και την άλλη στο συγκινησιακό. Ανιχνεύει τη σκοτεινή, την αθέατη πλευρά του αναγνώστη, εκείνη που περιέχει την
αθωότητα, την απλότητα, μαζί και την πολυπλοκότητα των αισθημάτων. Την περίπλοκη υπόσταση του κάθε ανθρώπου. Αγγίζει τον Απόλλωνα, την Αφροδίτη και το Διόνυσο που ενυπάρχουν στον καθένα μας.
   Κύρια φροντίδα του συγγραφέα είναι η αποπλάνηση. Επιδιώκει να πλανέψει το πνεύμα του  αναγνώστη και να εμφανίσει τα πράγματα αλλιώτικα απ’ ό,τι πράγματι είναι, ώστε να τον παρασύρει και να θεωρήσει τη φαινομενικότητα πραγματικότητα. Ο συγγραφέας είναι αήθης και δεν έχει όρια. Το κείμενο είναι ο σκοπός. Μπορεί να γίνεται κίβδηλος και απατηλός, να σκορπίζει υποσχέσεις και αναλήθειες μέχρι να πετύχει το στόχο του.
   Εμένα τον ίδιο το γράψιμο με βοηθά να σμιλέψω την ψυχή μου. Γράφοντας γίνομαι όλο και καλύτερος, εσωτερικά. Και αυτό με οδηγεί στην αρχική μου αναζήτηση, που είναι η εσώτερη ανάγκη μου να επικοινωνώ με τους άλλους ανθρώπους.
   Καμιά φορά αισθάνομαι το γράψιμο σαν πράξη χαράς, άλλοτε πάλι σαν ένα βάσανο. Συχνά ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, ώσπου να βρεθώ σε «κατάσταση εγρήγορσης». Μέσα από αυτή την προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και εσωτερικής αυτοπειθάρχησης διεισδύω όλο και βαθύτερα στον εαυτό μου, ώσπου φτάνω στην ψυχική ταύτιση με υπαρκτούς και ανύπαρκτους δαίμονες. Βυθίζομαι στα έγκατα της ύπαρξης.
   Με την ίδια ευκολία εισχωρώ στα μυαλά των άλλων. Γίνομαι μέρος τους. Γεύομαι την ευτυχία τους, νιώθω τη δυστυχία, αισθάνομαι τη μοναξιά και την απελπισία, αφουγκράζομαι την απόγνωση, συλλαμβάνω την οδύνη και το απόλυτο κενό του θανάτου.
   Με κυνηγούν φαντάσματα της παιδικής μου ηλικίας, μύχιοι πόθοι και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, και συχνά όλα αυτά εμφανίζονται στα βιβλία μου. Προσπαθώ να ανασυνθέσω την προσωπική μου ιστορία μέσα από σπαράγματα και σκόρπιες μνήμες που με έχουν ανεξίτηλα χαράξει. Ήδη από την παιδική μου ηλικία κατέγραφα κρυφά τις εμπειρίες μου. Έστυβα ένα λεμόνι σε φλιτζάνι, βούταγα μέσα στο χυμό τον κοντυλοφόρο μου κι έγραφα. Σίγουρα όλη αυτή η σκοτεινή τάση να μη διαβαστούν τα κείμενά μου από άλλους εξυπηρετούσε κάποια ψυχική μου ανάγκη για μυστήριο, γρίφους και αινίγματα. Όταν στέγνωνε η αόρατη μελάνη δε διακρινόταν καθόλου το γραφτό και εμφανιζόταν μόνο αν πλησίαζα το λευκό χαρτί στη φωτιά.
   Έμελλε να ξαναδώ αυτά τα κείμενα έπειτα από χρόνια, όταν ανακάλυψα το λησμονημένο μπλοκ και το ακούμπησα πάνω στο πρεβάζι του παραθύρου κι ο αέρας ξεφύλλισε τις σελίδες και ο δυνατός ήλιος έκαψε το χαρτί και τότε εμφανίστηκαν τα αόρατα γραφτά, οι ξεχασμένες λέξεις, ολόκληρο το κείμενο.
   Έγραφα για τις συναντήσεις των γονιών μου με τους φίλους τους σε σπίτια σκοτεινά με κλεισμένα πατζούρια και τραβηγμένες τις κουρτίνες.
   Μιλούσαν ψιθυριστά για ταπεινώσεις σε μια αθηναϊκή παραλία, τη Βάρκιζα. Συχνά, όταν οι φωνές ανέβαιναν, κάνανε με το δάχτυλο, σουτ! και λέγανε: «Πιο σιγά, κι οι τοίχοι έχουν αυτιά». Περιέγραφα τους τοίχους των σπιτιών της γειτονιάς απ’ όπου ξεφύτρωναν τ’ αυτιά του κουρέα, του φούρναρη, το περίπτερο ολόκληρο ήταν ένα πελώριο αυτί που μέσα του καθόταν ο περιπτεράς. Στο διπλανό μας δρόμο έμενε ένας μικροσκοπικός άντρας που δεν είχε καθόλου αυτιά και πίστευα ότι τα ’χε κρύψει μέσα στους τοίχους. Πολύ αργότερα έμαθα ότι του τα είχαν κόψει οι αντάρτες, γιατί συνεργαζόταν με το στρατό κατοχής.
   Έγραφα για κάποιο γέρο και μου ήρθε αόριστα στο μυαλό η εικόνα ενός ισχνού άντρα με αξούριστα μούτρα, που φόραγε στο πάνω μέρος του κορμιού μια μάλλινη φανέλα, κάτω φαρδιά παντελόνια, κι έστεκε, γιγάντιος, μπροστά σε μια παλιά αποθήκη, κι εγώ, μικρούλης, τρέχω προς το μέρος του, εκείνος σκύβει και με αρπάζει στα χέρια του, με σηκώνει και με πετάει στον αέρα• είναι καταμεσήμερο, ο ήλιος καίει, οι ακτίνες του πέφτουν κατακόρυφα, βλέπω στο έδαφος τη σκιά μου με τ’ ανοιχτά χέρια να ίπταται σαν μικρό αεροπλάνο• προσγειώνομαι στο ξύλινο πάτωμα ενός παλιού βαγονιού, ο ήλιος περνάει από τη σήτα του παραθύρου, οι ακτίνες του γίνονται φωτεινοί αγωγοί στα στροφιλίσματα των τσιγάρων που καίγονται, ολόγυρα στις καρέκλες και στο κρεβάτι καθισμένοι άντρες και γυναίκες πίνουν καφέ, καπνίζουν, κουβεντιάζουν, κάποια γυναίκα στο τραπέζι διαβάζει το φλιτζάνι, εγώ μπουσουλάω στο πάτωμα και γλιστράω δίπλα σε λασπωμένα παπούτσια, σιγά σιγά βγαίνω έξω, στον ήλιο που με στραβώνει, ακούω τα νερά να τρέχουν κι ακολουθώ το μικρό ποταμάκι, γίνομαι ένα με τη γη για να περάσω κάτω από κλαδιά δέντρων, δίπλα στο τρεχούμενο νερό που οδηγεί σε μια λίμνη σκοτεινή, κρυμμένη κάτω από τα γυρισμένα κλαδιά των δέντρων που κατεβαίνουν σχεδόν μέχρι την επιφάνεια του νερού, στην όχθη ένα κορίτσι, η Μουσέτ, παίρνει κουτρουβάλες και φτάνει μέχρι κάτω στο νερό, πάνω στην επιφάνεια της λίμνης πλέουνε νούφαρα με πλατιά πράσινα φύλλα• μια κότα περνάει κακαρίζοντας και την ακολουθώ, πανικοβάλλεται και τρέχει, τρέχω κι εγώ πίσω της• ακούω από το ανοιχτό παράθυρο τη φωνή ενός άντρα να τραγουδάει περιπαικτικά στη γυναίκα που πηγαινοέρχεται στην κουζίνα: «δώσε μου την κούκλα σου, δώσ’ τη μου να παίξω και τα χρυσά της τα μαλλιά εγώ θα της τα πλέξω…» κι η γυναίκα, ενώ μαζεύει τα πιάτα, του απαντάει: «δε στη δίνω, δεν μπορώ, θα μου τη χαλάσεις, το μικρό μου το μωρό εσύ θα μου το σπάσεις…» τη στιγμή που πιάνω την κότα σκοντάφτω και πέφτω με τα μούτρα, τα μάτια μου κλείνουνε, το σκοτάδι πλημμυρίζει κόκκινο του αίματος… ανοίγω τα μάτια μου μέσα σε ένα τσαντίρι, όπου για πρώτη φορά θα δω την «Ομιλούσα Ασώματο Κεφαλή»• μπροστά σ’ ένα στενόμακρο κιβώτιο που κρύβεται από ένα κόκκινο βελούδινο παραβάν στέκονται όρθιοι άνθρωποι και περιμένουν• ένας χοντρός άντρας με τιράντες σπρώχνει και προσπερνάει κι αφού ξεροβήχει, λέει: «Θα παρακαλέσω το ευγενές ακροατήριον, εάν υπάρχουν γυναίκες έγκυες καλό θα ήταν να εξέλθουν της σκηνής. Θα ιδείτε κάτι το απίστευτο που θα το θυμούστε ακόμη και στα έσχατα γηρατειά σας. Θα το διηγούστε στα εγγόνια και στα δισέγγονά σας και δε θα σας πιστεύουν. Θα ιδείτε τη σοφή ασώματο κεφαλή!» Αυτά είπε και με μια απότομη κίνηση τράβηξε το κορδόνι. Το κόκκινο βελούδινο κουρτινάκι άνοιξε. Έγινε πανδαιμόνιο, μια – δυο γυναίκες στριγκλίσανε. Μέσα σε γυάλινο κουβούκλιο και πάνω σε μια βάση που έμοιαζε με μεγάλη αυγουλιέρα ήταν τοποθετημένο το κεφάλι ενός νέου άντρα, πίσω του υπήρχε ένας καθρέφτης που έδειχνε το κουρεμένο κεφάλι από την πίσω πλευρά.
   Ρώτησε με στόμφο ο χοντρός άντρας με τις τιράντες:
   «Αγαπητή κεφαλή, πώς ονομάζεσαι;»
   «Από πού είσαι;»
   «Έχεις γονείς;»
   «Φαντάρος έχεις πάει;»
   «Πόσο μας κάνει 49 επί 34;»
   «Για πες μας στ’ αλήθεια πώς ευρέθης καταμεσής στο πέλαγος;»
   «Πάρε τώρα ένα τσιγάρο να ξεχαρμανιάσεις…»
   Ο άντρας με τις τιράντες άνοιξε το κουβούκλιο, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της «ασωμάτου κεφαλής» και το άναψε. Η «κεφαλή» ρούφηξε με μανία κι οι καπνοί που βγήκαν από τα ρουθούνια την τύλιξαν, η αυλαία έκλεισε και ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκρότημα.
Στα όρια του παιδικού κόσμου που διαβιούσα, υπήρχαν κάποιοι ξεχωριστοί άνθρωποι: Ο Αρχηγός με τα μακριά κάτασπρα μαλλιά. Στο νοικιασμένο δωμάτιο που ζούσε οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με βιβλία, βιβλία στοιβαγμένα σε ντάνες, άπειρα βιβλία, σε μια γωνιά κρεμασμένο το σπαθί με το χρυσαφί θηκάρι, ενθύμιο από τον αξιωματικό αδελφό του που είχε πέσει στο πεδίο της μάχης. Ένας φιλόσοφος της εποχής, που περιερχόταν τις συνοικίες της πόλης και μιλούσε για τα προβλήματα των ανθρώπων, για τις πολιτικές εξελίξεις, για το μυστικισμό των αριθμών και τη μαγική αιτιότητά τους.
   Τον καλούσε συχνά στο σπίτι ο πατέρας μου και τρώγαμε μαζί. Κι εκεί, στο τραπέζι, μιλούσε με μεγαλόπρεπες χειρονομίες για τα κρυφά μηνύματα που έβρισκε στις σελίδες των βιβλίων και για τα μυστικά σημεία. Μιλούσε με οίστρο και φιλοσοφούσε ακόμη και για τα πιο ταπεινά πράγματα. Οι γονείς μου, σε μια πράξη υπέρτατης τρυφερότητας, του πλένανε τα πληγωμένα και ταλαιπωρημένα πόδια, του τα σκουπίζανε, και του κόβανε τα νύχια που γυρίζανε και πληγώνανε τη σάρκα.
   Ήταν κι ένας κοκαλιάρης άντρας όλο νεύρο, ο Τσαν Τσον Τσίμπλερ, που χοροπηδούσε σαν ακρίδα και κομμάτιαζε τράπουλες, στράβωνε μπετόβεργες χτυπώντας τες πάνω στα μπράτσα του, ξάπλωνε καταγής και του ρίχνανε στιλέτα που κάναν γκελ πάνω στη γυμνή πληγωμένη κοιλιά του. Γύρναγε το καπέλο του και ζήταγε να ρίξουν μέσα ό,τι προαιρούνταν «για τη φασουλάδα», ζητούσε από το κοινό του δρόμου να τον δέσουνε με αλυσίδες που τις κλειδώνανε τέλος με λουκέτα και κείνος αγωνιζόταν, πάλευε, σερνόταν στο έδαφος, τιναζόταν κι αρνιόταν κάθε βοήθεια μέχρι να λυθεί. Μαζί με τους φίλους της παιδικής ηλικίας τον ακολουθούσαμε ύστερα που ανέβαινε στο λόφο των Νυμφών, το «Βουνό» για τα παιδικά μας μάτια, και κατευθυνόταν στη «Μεγάλη Σπηλιά». Στην είσοδο τον περίμενε μια νταρντανογυναίκα, τον αγκάλιαζε και χάνονταν μαζί στα βάθη της σπηλιάς «για τη φασουλάδα». Ήταν ακόμη ένας άντρας με ταραγμένο μυαλό, ο ξακουστός Μπαμπάλαρος, που περισσότερο έτρεχε παρά περπατούσε, συνήθως στην άσφαλτο, ανάμεσα στα κινούμενα αυτοκίνητα, με σηκωμένο το δεξί χέρι και τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο προς τα μπρος που το κούναγε μπροστά στο πρόσωπο σαν βεντάλια, ενώ μονολογούσε ασταμάτητα: «Μαλακοπούστη, μαλακοπούστη, σε κόβω γερά, σε κόβω ισπανικά, σε κόβω γιαπωνέζικα…». Στο λεωφορείο, όταν ο εισπράκτορας του ζητούσε εισιτήριο, ο Μπαμπάλαρος τον έβαζε στη θέση του: «Ελευθέρας, τρελός…». Και όταν κάποτε πέθανε η γυναίκα που του έδινε πότε πότε ένα πιάτο φαΐ, πήγε και στάθηκε πάνω από το φέρετρό της και την κοίταζε για ώρα, σκοτεινιασμένος, ώσπου κάποια στιγμή της είπε: «Κωλόγρια, πας, έσπασες», και οι γριές φρικιάσανε. Παιδικά γραφτά, παιδικές μνήμες, παιδικοί ήρωες. Δεν ξέρω πόσο έχουν συμβάλει όλα αυτά, σίγουρα όμως αυτή είναι η πρώτη ύλη κι από το υλικό αυτό είμαι πλασμένος. Ενηλικιώθηκα κι έγινα ένας άντρας της παραφοράς, πλημμυρισμένος από πάθη, ενθουσιώδης, παρορμητικός, έτοιμος να εκραγώ και να γίνω παρανάλωμα στις μνήμες και τις ψυχικές διαθέσεις μου, στα πάθη, στις ζήλιες και τα μίση, την οργή και τα αχαλίνωτα αισθήματά μου, κι όποτε ενθυμούμαι τα πρόσωπα αυτά τα σκέπτομαι με άπειρη τρυφερότητα…
*
©Τέος Ρόμβος, από το βιβλίο «Κρυφά ταξίδια» 

photo André Kertész, 1915

Advertisements