Περιηγήσεις Ναυτίλου, Το μεγαλείο της Πορτογαλίας

by SF

Της θάλασσας Ήρωες,
ευγενικέ λαέ
Έθνος γενναίο και αθάνατο,
Ορθώστε σήμερα και πάλι
Το μεγαλείο της Πορτογαλίας!
Μεσ’ από την αχλύ της μνήμης
Η φωνή των ένδοξων προγόνων σου
Ω Πατρίδα , ακούγεται
Αυτή που στη νίκη θα σ’ οδηγήσει.
Στ’ άρματα , στ’ άρματα,
Για την Πατρίδα να παλέψουμε!
Στα κανόνια απέναντι
ας προελάσουμε , ας προελάσουμε.
(Από τον εθνικό ύμνο της Πορτογαλίας)
Η Πορτογαλία ήταν ένας από τους τελευταίους αποικιοκράτες της σύγχρονης εποχής. Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Γουινέα-Μπισάου, Πράσινο Ακρωτήρι… Αποσύρθηκε απ’ αυτές με την πτώση του Σαλαζαρικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας το 1974 κι αφού πάλεψε με νύχια και με δόντια να τις κρατήσει για πολλά χρόνια.Οι Πορτογάλοι υπήρξαν από τους πιο αιμοσταγείς αποικιοκράτες.Διαβάζοντας στο διαδίκτυο για τις ωμότητες και τις σφαγές που διέπραξαν ένιωθα ότι έμπαινα σ’ ένα εφιαλτικό τοπίο μιας Αφρικής πολύ διαφορετικής απ’ αυτήν που ίσως φανταζόμαστε
Οι εξεγέρσεις στην Αγκόλα ξεκίνησαν το 1961 με αφορμή τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των Αφρικανών σκλάβων στις βαμβακοφυτείες της πορτογαλοβελγικής εταιρίας Κότονανγκ. Εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα όπως άλλωστε και όλες οι επόμενες που κράτησαν έως το 1974. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι Πορτογάλοι αφάνισαν ολόκληρα χωριά.

Μετά την απόσυρσή τους ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις διάφορες υποκινούμενε από ξένες χώρες οργανώσεις που κράτησε έως το 2004. Αφορμή γι’ αυτή την κάθοδο στην κόλαση της Αγκόλας στάθηκε το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες , που υπηρέτησε εκεί ως γιατρός (1971-73) .Μια αφορμή να γνωρίσω κάποιες σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης Πορτογαλικής ιστορίας …

Αλήθεια , υπάρχει κάποιο έθνος που να μην έχει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία του ;

Ο τίτλος του «Το μεγαλείο της Πορτογαλίας» μας εισάγει με τρόπο τραγικά ειρωνικό στον εφιάλτη που βιώνουν όλοι οι χαρακτήρες του έργου.
Καθώς οι Πορτογάλοι εγκαταλείπουν την Αγκόλα κι αρχίζει ο εμφύλιος σπαραγμός, η Ιζίλντα, τελευταία μιας γενιάς αποικιοκρατών φυγαδεύει τα τρία της παιδιά στη Λισαβόνα ενώ η ίδια παραμένει πεισματικά εκεί για να διαφυλάξει το υποστατικό, τη φυτεία και τις αναμνήσεις της.

 

«Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως αυτό που είχαμε έρθει να βρούμε στην Αφρική δεν ήταν το χρήμα ούτε η εξουσία αλλά οι μαύροι χωρίς χρήμα και χωρίς καμία εξουσία που θα μας έδιναν την ψευδαίσθηση του χρήματος και της εξουσίας τα οποία στην πραγματικότητα και να τα είχαμε δεν θα τα είχαμε γιατί στην Πορτογαλία ήμασταν μετά βίας ανεκτοί, αποδεκτοί με περιφρόνηση , και μας κοίταζαν όπως κοιτάζαμε εμείς τους Μπαϊλούντο που δούλευαν για λογαριασμό μας κι επομένως κατά κάποιον τρόπο ήμασταν οι μαύροι των άλλων ακριβώς όπως οι μαύροι είχαν κι εκείνοι τους δικούς τους μαύρους κι εκείνοι τους δικούς τους σε διαδοχικά σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι το πάτο της αθλιότητας, ακρωτηριασμένοι,λεπροί ,σκλάβοι σκλάβων, σκύλοι… καταλήξαμε να αγαπάμε την Αφρική με το πάθος του αρρώστου για την αρρώστια που τον διαμελίζει… κι έτσι μια μέρα όσοι δεν γίνουν λίπασμα για τη φιστικιά διαμελισμένοι στα σοκάκια και στα σκαλιά των σπιτιών θα επιστρέψουν στην Πορτογαλία διωγμένοι μέσω των Αγκολέζων από τους Αμερικανούς, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Άγγλους που δεν μας δέχονται εδώ για να φτάσουμε στη Λισαβόνα όπου ούτε εκεί θα μας δέχονται…»

 

Η γραφή του Αντούνες είναι δύσκολη και απαιτεί την αυτοσυγκέντρωση του αναγνώστη.Η αφήγησή του έχει μια «άγρια» ομορφιά και μια δύναμη που σε συνεπαίρνει για να σε εκσφενδονίσει στο χάος της Ιστορίας.Η δομή του μυθιστορήματος είναι μουσική:Φράσεις,προτάσεις έως και ολόκληροι παράγραφοι επαναλαμβάνονται σαν μουσικά μοτίβα δημιουργώντας μια μουσική αίσθηση.Άλλωστε κι ολόκληρο το έργο δίνει την εντύπωση μιας πένθιμης συμφωνίας. Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες συνέθεσε με έξοχο τρόπο το Ρέκβιεμ της «Μεγάλης Πορτογαλίας».
(17/20)

[πηγή]

***

Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, 
εκδ. Καστανιώτης, 
μτφ. Αθηνά Ψύλλια.

Advertisements