Χρήστος Φασούλας, Ένα σπίτι πέτρινο -απόσπασμα

by SF

 
Σ’ αυτό το σπίτι γεννηθήκαμε
Σ’ αυτόν τον κόσμο πεταχτήκαμε
Σαν ένα σκυλί δίχως κόκκαλο
Σαν ένας ηθοποιός εκεί έξω, μόνος
Τζιμ Μόρισον
(Από το τραγούδι των Doors
«Riders On The Storm»)
[ ΣΠΙΤΙ 1
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ.
   Ένα Σπίτι πέτρινο. Νεοκλασικό.
   Από τα μετρημένα πέτρινα νεοκλασικά που ’χουν απομείνει στο λεκανοπέδιο.
   Αλλά δεν πρόκειται ν’ απομείνω για πολύ ακόμα· στα τελευταία μου είμαι. Πνέω τα λοίσθια, που λέτε κι εσείς οι άνθρωποι.
   Το πού ακριβώς κατοικοεδρεύω, δεν έχει και τόση σημασία. Έτσι κι αλλιώς θα το μάθετε κάποια στιγμή στην πορεία.
   Διαθέτω δύο πατώματα, οχτώ δωμάτια, δύο υπόγεια ―κι ένα ημιυπόγειο―, τρεις βεράντες, δύο αυλές, τρία γκαράζ, δύο τζάκια, μία πισίνα και δύο βόθρους. Έχω υποστεί δυο τρεις ανακαινίσεις, άλλες τόσες αναπαλαιώσεις και μία αναδόμηση εκ βάθρων. Και εκ βόθρων.
   Το τι μαρτύρια έχω υποστεί στον έναν αιώνα και πλέον της ζωής μου δεν μπορεί να το χωρέσει ανθρώπου νους, παρά μόνο Σπιτιού. Οι πρόκες που μου έχουν ξεσκίσει τις σάρκες όλ’ αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητες. Και δεν πάνε στο διάολο οι πρόκες. Μεγαλύτερο πόνο μού έχει προκαλέσει όλος αυτός ο συρφετός από μαστόρους (μπετατζήδες, σοβατζήδες, μπογιατζήδες, πατωματζήδες και πάει λέγοντας) που έχουν «περιποιηθεί», τάχαμου, τους τοίχους, τα πατώματα, τα ταβάνια και τη σκεπή μου.
   Μεγαλύτερο πόνο μου έχει προκαλέσει ο συρφετός των ανθρώπων.
   Παρ’ όλα αυτά, δε γυρεύω εκδίκηση. Τα Σπίτια δεν είναι εκδικητικά, οι άνθρωποι είναι. Και μην ακούτε τις αηδίες που λένε για Σπίτια στοιχειωμένα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, ποτέ ένα Σπίτι δε στοιχειώνεται από μόνο του· οι άνθρωποι το στοιχειώνουν.
   Κι αν επιμένετε σώνει και καλά να είστε καχύποπτοι, να το ξεκαθαρίσω μια και καλή: δεν είμαι στοιχειωμένο. Το διευκρινίζω εξαρχής για να μη βγάλετε εσφαλμένα συμπεράσματα. Για να το πω διαφορετικά: η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν είναι θρίλερ. Μπορεί να διακρίνετε στην πορεία κάποια στοιχεία γκραν γκινιόλ, αλλά σας διαβεβαιώνω, καμία σχέση. Άσε που οι ιστορίες τρόμου εμένα μ’ ανατριχιάζουν.
   Τώρα θα μου πείτε, άμα δεν είμαι στοιχειωμένο, πώς σκατά μιλάω. Ανάγκα και θεοί πείθονται, δε λένε; Ε, εφόσον πείθονται ακόμα κι οι θεοί, φαντάσου τα Σπίτια.
   Λοιπόν, μία φορά θα το πω μόνο κι όσοι πείστηκαν, πείστηκαν ―κι όσους δεν πειστούν τους έχω γραμμένους στα υδραυλικά μου συστήματα: Η δική μου ανάγκη είναι να ξεφορτωθώ από πάνω μου το βάρος. Από τη στιγμή που μου πήραν τα μέτρα για να με κάνουν και μένα πολυκατοικία, ένιωσα την ακατανίκητη ανάγκη να σας αφηγηθώ την ιστορία μου. Και μάλιστα είμαι υποχρεωμένο εκ των πραγμάτων να σας την πω βιαστικά και συνοπτικά, προτού προλάβουν να με κατεδαφίσουν.
   Ή μάλλον όχι. Άλλαξα γνώμη.
   Δε θα σας την πω συνοπτικά. Βιαστικά ναι, συνοπτικά όχι.
   Απλώς θα σας πω τη νεότερη ιστορία μου. Εξάλλου, τα παλιά τα ’χω σχεδόν ξεχάσει. Αν η μνήμη των ανθρώπων είναι επιλεκτική, των Σπιτιών είναι απλώς αδύναμη. Και το Αλτσχάιμερ δεν είναι ανθρώπινη αποκλειστικότητα. Άσε που είμαι Σπίτι υπεραιωνόβιο, Σπίτι με όλη τη σημασία της λέξης δηλαδή, όχι σαν κι αυτά τα φτερά στον άνεμο που χτίζουν τα τελευταία χρόνια και που τους δίνουν καταχρηστικά το όνομα Σπίτι.
   Εμένα προσωπικά με χτίσανε ―που να μην έσωναν― στο έμπα του εικοστού αιώνα. Στην αρχή έμενε και στα δυο πατώματά μου μία πολυμελής οικογένεια, ξέρετε, απ’ αυτές των παλιών χρόνων που η γυναίκα γεννοβολούσε σε ρυθμούς σκύλας. Τη δεκαετία του ’20, ξεπουλήθηκα σε κάτι νταβατζήδες κι έγινα κεκαλυμμένο μπουρδέλο πολυτελείας. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίστηκα κι ερημώθηκα. Μετά τον εμφύλιο, υπέστην την πρώτη γερή αναπαλαίωση ―ή ανακαίνιση, δεν είμαι σίγουρο, αυτοί οι όροι μια ζωή με μπέρδευαν―, καθότι ως τότε την έβγαζα με κάτι μερεμέτια. Αλλά το ζευγάρι που μ’ αγόρασε στις αρχές του ’50 την είχε δει ρομαντικά τη δουλειά. Τρίχες. Ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια σορόπια, ο σύζυγος άρχισε τα κερατώματα, και η σύζυγος τον καθάρισε. Και μετά αυτοκτόνησε. Έμεινα μόνο κι έρμο για κάμποσα χρονάκια, ώσπου ξαναπουλήθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ―ή στις αρχές του ’60, δε θυμάμαι καλά, δεν κρατούσα και τεφτέρι. Μόνο που κι αυτοί που με αγόρασαν τότε, άρχισαν ν’ αραιώνουν σιγά σιγά. Ο μοναχογιός έφαγε το κεφάλι του κάνοντας κόντρες με τη μηχανή στην παραλιακή, λίγο μετά ο γέρος πήγε από συμφόρηση και η γριά, καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, τα κακάρωσε στον ύπνο της από αναθυμιάσεις γκαζιού. Το ’χε αφήσει ανοιχτό όλη νύχτα, η ξεμωραμένη, το φαντάζεστε; Πάλι καλά δηλαδή που δεν πήρα καμιά φωτιά να τα τινάξω πριν από την ώρα μου. Πάντως, η γριά ξεκούτω είχε προλάβει να κάνει διαθήκη.
   Κι από την οικογένεια που με κληρονόμησε τότε, ξεκινάει ουσιαστικά η ιστορία που σκοπεύω να σας διηγηθώ.
   Αν και βασικά η ιστορία ξεκινάει καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα: στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Και τελειώνει στις μέρες μας.
   Αν τελειώνει…
   Α, να μην ξεχάσω μια βασική λεπτομέρεια: Το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας που θα σας πω διαδραματίστηκε έξω από ’δώ. Έξω από τους τοίχους μου, δηλαδή, μακριά από μένα. Και δεν πιστεύω να αναρωτιέστε τώρα πώς διάολο την έμαθα και σας τη λέω. Εσείς οι άνθρωποι, ξέρετε, έχετε ένα κακό συνήθειο: μιλάτε πολύ μες στα Σπίτια σας. Συζητάτε με τους άλλους, κουβεντιάζετε με τους εαυτούς σας, μουρμουρίζετε στον ύπνο σας. Μιλάτε κι αποκαλύπτετε ένα σωρό ιστορίες, ένα κάρο απόκρυφα και μυστικά. Κι όλ’ αυτά παρόλο που ξέρετε πολύ καλά ―και το λέτε κάθε τόσο και λιγάκι― ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά…
   Έτσι, λοιπόν, την έμαθα την ιστορία: από συζητήσεις των ενοίκων και των επισκεπτών μου. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε γιατί κόπτομαι τόσο πολύ να σας την αποκαλύψω. Μα, σας είπα, για να την ξεφορτωθώ από πάνω μου, για τι άλλο; Δε θέλω να εγκαταλείψω το μάταιο τούτο κόσμο παίρνοντας όλ’ αυτά τα ανομολόγητα μυστικά και ψέματα στον άλλο κόσμο που θα πάω. Αν και ξέρω βέβαια ότι οι πιο ψαγμένοι από σας κρυφογελάτε και σκεφτόσαστε ότι λέω σαχλαμάρες. Και πως απλώς ο συγγραφέας του βιβλίου, αναποφάσιστος μπρος στο μόνιμο βασανιστικό δίλημμά του, αν θα κάνει το αφήγημά του πρωτοπρόσωπο ή τριτοπρόσωπο, σκαρφίστηκε τελικά το εύρημα του Σπιτιού-αφηγητή και ξεμπέρδεψε.
   Όπως και να ’χει, εγώ απλώς θα σας την πω την ιστορία. Κι εσείς βγάλτε ό,τι διάολο συμπέρασμα σας κατέβει στο τέλος.
   Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινάει περίπου στα μισά του 1978. Αν κι εγώ θα ξεκινήσω να σας τη λέω ανάποδα. Από τα πιο πρόσφατα χρόνια δηλαδή, γιατί έτσι τη θυμάμαι καλύτερα. Και η αφήγηση των πιο φρέσκων γεγονότων με βοηθάει να ξεσκουριάσω τη μνήμη μου και να ανασύρω στην επιφάνεια ξεχασμένα περιστατικά.
   Λοιπόν, πάμε σιγά σιγά.
   Α, κι αν τυχόν αναρωτιέστε αν έχω παίξει κι εγώ ρόλο στην εξέλιξη τούτης εδώ της ιστορίας, σας διαβεβαιώνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν έχω παίξει τον παραμικρό.
   Κι αν θέλετε το πιστεύετε…]

*
©Χρήστος Φασούλας
Απόσπασμα από:
Χρήστος Φασούλας, Ένα Σπίτι θυμάται…
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες

Advertisements