Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…

by SF

Σώπασε η μάνα μου μετά την τελευταία αποκάλυψη για άλλη μια ιστορία από το παρελθόν της γιαγιάς μου. Απέμεινα αποσβολωμένη να φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την εποχή που ένας- ένας καημός βαρούσανε την πόρτα του φτωχικού τους.
   Πολλές φορές τη μεταφέρω στα όνειρά μου. Την σκηνοθετώ με όλη τη δύναμη της φαντασίας μου. Κάνω την ταινία του χθες περήφανη που κατάγομαι από τέτοια ατρόμητη φύτρα πάντα όμως με βάση μιας βιωματικής, ζωντανής, πικρής αφήγησης που είχε ξεπηδήσει κάποτε απ’ το λιγωμένος της το στοματάκι:
   «Οι Γερμανοί είχαν μαζώξει καμιά πενηνταριά άντρες γύρω απ’ τον πλάτανο της πλατείας. «Αντίποινα» τον λέγανε τον άδικο τον σκοτωμό. Τρεις σκοτώναμε από δαύτους, εκατόν τρεις μας αντιγύριζαν εκείνοι. Τα είχαμε ξαναζήσει αυτά τα αίσχη. Τώρα, δεύτερη φορά το κορμί μας αντιδρούσε, η ψυχή μας ούρλιαζε πως δε θα χύναμε άλλο αίμα για τα γινάτια των ισχυρών. Η Αντίσταση προσπαθούσε να κάμει τα αδύνατα δυνατά. Αλλά η Γερμανία ακόμα ματοκύλιζε τους λαούς. Προψές στήσανε οι δικοί μας καρτέρι σε μια αμαξοπομπή που μετέφερε οβίδες στα μέρη μας. Μόλις μπήκανε στα στενά, τούς ρίξανε με τα πολυβόλα που ‘χαν από εκείνους κλέψει μια βραδιά. Δεν το περιμένανε το χουνέρι. Πέσανε πολλοί στρατιώτες στο χώμα. Ποιος ξέρει πόσες μανούλες έκλαψαν πίσω το χαμό τους πετροβολώντας τον αχόρταγο τον πόλεμο. Την άλλη μέρα βγήκε το φιρμάνι να συγκεντρωθούν όλοι οι άντρες πό 18 χρονών και πάνω στην πλατεία. Για καλό και για κακό ομάδες στρατιωτών κλώτσαγαν τις πόρτες, αναστάτωναν τα σπίτια μας, έψαχναν κανέναν κιοτή που θα παράκουε την εντολή τους. Σαν τέλεψαν τη «σκούπα», μαζωχτήκαμε όλοι στην πλατεία κι η καρδιά μας χοροπηδούσε στα στήθια μας. Ο Χαραλάμπης μου είχε πάει εκείνη τη βραδιά για ψάρεμα και δεν είχε γυρίσει ακόμη. Είπα «δόξα σοι θεέ μου» όσο κι αν πονούσα για τα αδέρφια μας που σπαρτάραγαν όμοια με ψάρια για τη ζωή τους. ΄Ενας Γερμανός αξιωματικός με μονόκλ προσπαθούσε να βρει κανέναν μέσα στο πλήθος να μαρτυρήσει κάτι για τους αντάρτες. Κι όλο έβριζε την άτιμη την ελληνική τη φύτρα σε σπαστά ελληνικά. Τα ‘χε μάθει τσάτρα πάτρα για να μην έχει όλο μέσα στα πόδια του τα «σκουλήκια» ου ήταν έτοιμα για να σώσουν το τομάρι τους να καταδώσουν τα αδέρφια τους. Κανείς δεν έβγαζε άχνα. Ο Γερμανός λύσσαγε για το «ανόητο πείσμα μας», όπως ονόμαζε την αντρειοσύνη μας. Χτυπούσε το καμτσίκι του πάνω στο χώμα και τα μάτια του πέταγαν φλόγες. ΄Οταν είδε κι απόειδε πως τσάμπα έχανε την ώρα του με τους «ψωμολυσσάρηδες», έδωκε διαταγή να διαλέξουν πενήντα άντρες για να τούς εκτελέσουν μπρος στα μάτια των γυναικών που στεκόμασταν ολόγυρα κλαίγοντας. Οι στρατιώτες με ένα «ράους» τραβολογούσαν παλικάρια μέσα από τους άντρες μας, τους έστησαν στα τρία μέτρα απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Όταν οι σωσμένοι προς ώρας έκαμαν πίσω, το απόσπασμα όπλισε τα όπλα τους. Ο αξιωματικός έδωσε το πρόσταγμα για το τελειωτικό χτύπημα. Η ανάσα όλων μας είχε κοπεί. Εκείνη την ώρα απ’ το πουθενά παρουσιάστηκε ο παππούς σας. Μόλις τον αντίκρισα με την άκρη του ματιού μου να πλησιάζει καμαρωτός πήγα να παλαβώσω. Κι εγώ που τον θαρρούσα σωσμένο απ’ την καλή του τύχη! Πότε γύρισε ο χριστιανός και πήγε και στριμώχτηκε καρσί στο κακό; Και να ‘φτανε μόνο αυτό; Τούτος, μάτια μου είπε να μείνει με τα χέρια σταυρωμένα. Με μια γρήγορη κίνηση ξεχώρισε απ’ όλους τους άλλους και στάθηκε μαθές απέναντι από τον αξιωματικό!
   Τι πάτε να κάνετε μωρέ; Τους φώναξε δίχως να υπολογίσει τίποτις.
   ΄Εκανα να τον ‘μποδίσω, να σκούξω, να κάμει ένα βήμα πίσω, μα ένα χέρι αντρίκιο μού ‘κοψε τη φόρα:
   «Τί πας να κάνεις Δέσπω, λωλάθηκες;, μού ‘πε ο Σπύρος, ο χωριανός μας και με τράβηξε προς τα πίσω
   Θα τον σκοτώσουν, Σπύρο μου, φώναξα αλαλιασμένη.
   Κι εσύ πας να τον ακολουθήσεις. Σκέψου τα παιδιά σου, κυρά μου… μού ‘[ε με περισσό ενδιαφέρον ο άνθρωπος, καλή του ώρα!
   Ο λόγος του παρέλυσε τα μέλη μου. ΄Αφησα το Σπύρο να με σώσει, τσουβάλι δίχως ψυχή τρία βήματα παραπίσω. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα καθώς αντίκριζα τον λεβέντη μου να προχωράει στο χαμό δίχως να μπορώ να του απλώσω το χέρι από το καθήκον της μάνας νικημένη. Κι εκείνος, α εκείνος δεν έλεγε να υποχωρήσει. Τα πολυβόλα στημένα απέναντί του κι αυτός αντίκρυ κοίταγε ίσια στα μάτια το εκτελεστικό απόσπασμα.
   Ποιος είσαι εσύ;» του φώναξε σκληρά ένας κουκουλοφόρος «δικός» μας απ’ αυτούς που ‘χαν πουλήσει την ψυχή τους στον κατακτητή από αδυναμία μπρος στη συφορά.
   Ο Χαραλάμπης δεν τού ‘δωσε απόκριση. Τον τήραξε μόνο περιφρονητικά κι αχνογέλασε. Φουρκίστηκε ο καταδότης και μετέφερε άμε γύρευε τι στο Γερμανό αξιωματικό. Εκείνος πήρε να σκούζει στη γλώσσα του την ακαταλαβίστικη. Ο Χαραλάμπης σήκωσε το κεφάλι του ψηλά στον ουρανό για λίγο, πολύ λίγο μόνο. ΄Επειτα στράφηκε στον αξιωματικό, μάζεψε τη δύναμή του. Κι έβγαλε από μέσα του φωνή παλικαρίσια:
    Είναι άδικο να θανατωθούν αθώοι άνθρωποι και φαμελίτες…, φώναξε δυνατά.
   Οι Γερμανοί τον κοιτάγανε με τα μάτια ορθάνοιχτα. Δεν καταλάβαιναν τι λέει. Δε φανταζόταν τι μπορούσε να λέει. Αδυνατούσαν να πιστέψουν πως ένας κακομοίρης έβαζε το κεφάλι του στον ντορβά για μερικούς ξυπόλητους μελλοθάνατους. Γύρισε ο «πατριώτης» με την κουκούλα να τούς μεταφέρει στη γλώσσα τους τα λεγόμενά του. ΄Αναψε και κόρωσε πάλι ο αξιωματικός. Όμοιος με δράκο έσκουξε το «πυρ» στη γλώσσα του κι όλοι παγώσαμε. Τούτη τη λέξη όλοι τη μεταφράσαμε μέσα μας δίχως να ‘χουμε την ανάγκη διερμηνέα. Αμέσως οι στρατιώτες πρότειναν τα όπλα απειλητικά εναντίον του. Ο παππούς σας δε λύγισε. Τήραγε να τον σημαδεύουν τόσοι άντρες κοιτώντας τον αγριεμένοι κι αυτούνος το χαβά του! Τούς μίλαγε για ανθρώπινα δικαιώματα λες και ήταν μπορετό να εννοήσουν τέτοιες έννοιες σαν κράταγαν τα πιστόλια και πολεμούσαν με τούτα τα μαραφέτια να επιβάλλουν την τάξη! Ο κουκουλοφόρος ψου ψου ψου στο αυτί του Γερμανού μετέφραζε χωρίς ντροπή κι ο άλλος κούναγε το κεφάλι του χαμογελώντας ειρωνικά για την αποκοτιά του παλαβού πρόσφυγα! Μα τα μούτρα του είχαν μπλαβίσει από το θυμό ενός αόπλου τρελού. Μπορεί οι οχτροί απ’ έξω τους να γέλαγαν που άκουγαν έναν «ψωριάρη» να τούς τα σέρνει μπρος στα μάτια τους. Μέσα τους σίγουρα θα έβραζε ένα καζάνι. Μόλις αυτό πήρε να κοχλάζει για τα καλά, οι στρατιώτες έτοιμοι επί σκοπόν σήκωσαν τα όπλα και τον σημάδεψαν υπακούοντας τυφλά στον αρχηγό τους!. Δάγκωσα την ποδιά μου να μην ουρλιάξω. Κράτησα την ψυχραιμία μου μη μείνουν τα παιδιά μου ορφανά κι από μάνα κι από πατέρα την ίδια καταραμένη μέρα. Δεν πέρασε πολλή ώρα. Δεν έχει άργητα το κακό. ΄Επεσαν όλες οι μπαταριές για να μην ξέρει κανείς ποιος ήταν αυτός που έκανε τον «τρελό» να σωπάσει μια για πάντα «προς γνώση και συμμόρφωση» όλων. Έπεσαν οι πυροβολισμοί. ΄Εκλεισα τα μάτια. Τα άνοιξα σχεδόν αμέσως για να τον δω να πέφτει τραγουδώντας «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη…» Τού το χρώσταγα να τον συντροφέψω στο πάθος του. Σιγοψιθύρισα τον εθνικό μας ύμνο, μια «τρύπια δεκάρα» με ψυχή ελληνική. Αυτό μπόραγα να κάνω εκείνη την ώρα. Κρυμμένη πίσω από μια ελιά σφάδαζα για την πρώιμη χηρεία μου με τέτοιο άδικο τρόπο. ΄Αδικο μα ωραίο. Ζηλευτό! Σαν τον ξαπλώσανε χάμω τον κύρη μου, το ‘βαλα στα πόδια και πήγα να κλειστώ στο σπιτικό μου. Τον κύρη μου θα μού τον έφερναν στα χέρια οι πατριώτες μας. Δε θα τον άφηναν ατίμητο. Εγώ είχα χρέος να προστατέψω τα παιδιά μου που τα ’χα αφήκει μοναχά τους τόση ώρα. Φεύγοντας όλο γύρναγα πίσω το κεφάλι μου αλαλιασμένη απ’ όσα μόλις είχα ζήσει. Το απόσπασμα αποχώρησε χτυπώντας με δύναμη τα πόδια του στο χώμα κι οι πενήντα μελλοθάνατοι σταυροκοπιόνταν για την καλή τους τύχη. ΄Επεσαν να αγκαλιάζουν και να φιλάνε τους δικούς τους για την ανέλπιστη σωτηρία πάνω από το κουφάρι του λεβέντη, του παππού του Χαραλάμπη.
Σκούπισα τα δάκρυα με την ποδιά μου και τρύπωσα μέσα στο σπίτι μου. Ανάσανα βαθιά σαν βρέθηκα ανάμεσά στα παιδιά μου. Τα τρία μικρά είχα αφημένα στο σπίτι. Τα δυο μεγάλα ήταν στο βουνό κι έτρεμε το φυλλοκάρτδι μου γι’ αυτά.
   Πού ήσουν ,μάνα, με ρώτησε κλαμένη η Ελενίτσα μου.
   ΄Ανοιξα τα χέρια μου κλαδιά σωστά να κλείσω μέσα μου τρεις σιλουέτες αδύναμες και μαυρισμένες απ’ την ανέχεια.
   Εδώ είμαι πάντα για σας, τζιέρια μου» είπα κι ησύχασαν τα ορφανά μου με τα χάδια μου.
   Τι έχεις, μάνα; με ρώτησε απορημένος ο Νάσος μου.
   Αντέστε να νιφτείτε για να αποχαιρετήσετε τον πατέρα σας… τους είπα και τα κοίταγα στα μάτια και τα τρία.
   Πού πάει ο πατέρας; Ρώτησε τώρα ο μικρός μου ο Γιώργης, το στερνοπούλι μου
   Κοντά στο Θεό , τζιέρι μου απ’ το άδικο το χέρι πήγε, τού ‘πα κι έβαλα τα κλάηματα μπροστά τους ανήμπορη να συγκρατηθώ πια.
Λούφαξαν οι ψυχές μου ώσπου να χτυπήσει δυνατά το μάνταλο της πόρτας μας.
   Κυρά Δέσποινα…έβγα να τραγουδήσεις τον αετό σου, ακούστηκε γνώριμη φωνή.
   Τι είναι, Γιώργη, καμώθηκα σιάζοντας τα μαλλιά μου στην έξοδο.
   Πώς βρήκα τόσο κουράγιο την ώρα που μέσα μου σπάραζα από τον καημό δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μπορεί να αρνιόμουνα να δεχτώ πως όσα είδα με τα ίδια μου τα μάτια συνέβησαν πραγματικά. Εφιάλτη τα νόμισα κι ανοίγοντας τα μάτια μου είπα να τον ξαποστείλω μακριά μου. Μα φαίνεται πως δεν μπόραγα να κάμω τα μαύρα άσπρα. Ο Γιώργης είχε έρθει αποφασισμένος να μολογήσει επίσημα μια σκληρή πραγματικότητα:
   Ο κυρ Χαραλάμπης κείτεται νεκρός… Δυο παλικάρια έσκυψαν, έκαμαν το σταυρό τους και τον ασπάστηκαν στο μέτωπο. ΄Επειτα τον σήκωσαν στα χέρια τους και σού τον φέρνουν στο φτωχικό σου, να τον θάψεις, κυρά Δέσποινα.
   ΄Εκαμαν μια αλυσίδα απλώνοντας τα χέρια μου στα μικρά μου. Τέσσερα άτομα τραβήξαμε ίσια για την πλατεία. Στο δρόμο ανταμώσαμε την πομπή του κύρη μου. Τα παλικάρια τον κουβαλούσαν στον ώμο τους δακρυσμένα. ΄Ετρεξα σιμά τραγουδώντας τον:
Βασίλεψες Χαραλάμπη μου
Κι η γη ούλη ετραντάχθη
Κλείσαν τα ματάκια σου
Και πας βαθιά στον ΄Αδη,
του ‘πα τηρώντας τον ακίνητο να χαμογελάει για τα καμώματά του κι έπεσα στα γόνατα κάνοντας έναν κύκλο κάνοντας ένα κύκλο εγώ και τα παιδιά μου γύρω από το άψυχο κορμί του.
΄Ολοι κλάψανε το χαμό του. ΄Ολοι τον ονόμασαν «σωτήρα». Κι όσοι τον είχαν φωνάξει παλιά «τουρκόσπορο που θα ‘τρωγε τα ελληνόπουλα», έκλαιγαν διπλά πάνω από το άψυχο κουφάρι του.
   Δεν είναι ετούτος για μοιρολόγια, κυρά μου παρά για τραγούδια μόνο «ηρωικά και πένθιμα» μού φώναξε ο Γιωργής, καλός γείτονάς μα κι άξιος φαμελίτης.
   Τέτοια θα του πω, Γιώργη μου, κατά πως του αξίζουν, υποσχέθηκα στον γείτονα κι αγκάλιασα τα παιδιά μου.
   Αυτά τα δόλια με κοίταγαν σαν χαμένα αγκαλιασμένα σφιχτά αναμετάξυ τους. ΄Αρχισα έπειτα να τού ψάλλω τα κατορθώματά του αφήνοντας στην καρδιά μου να βρει τα λόγια του τραγουδιού μου:
΄Ηλιε μου και τρισήλιε μου
κι αρχοντογεννημένε
δεν είσαι συ για κλάματα
μήτε για μοιρολόγια
Σένα σού πρέπουν όργανα,
βιολιά κι αμανέδες
να λένε για τη λεβεντιά
τη χάρη, την αντριάδα
να ανέβει αναπαμένη
πάνω μας η φλογερή
η ψυχή σου
   Συχνές ιστορίες τρέλας που επαναλαμβάνονται σε κάθε πόλεμο! είπε η γιαγιά και μας είχαν πάρει εμάς για τα καλά τα κλάματα τώρα.
΄Εκαμε το σταυρό της εκέινη;
   Ανοιξα την αγκάλη μου να κλείσω μέσα τα ορφανά που έκλαιγαν γοερά όσο εγώ έψελνα τη λεβεντιά του Χαραλάμπη μου.
   Γύρισε έπειτα και κοίταξε την Ράνια, την αδερφή μου που σκούπιζε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της. ΄Επρεπε τώρα να παρηγορήσει και τα εγγόνια της να πάψουν να θρηνούν τον σπουδαίο παππούκα τους:
   Τι τα θέλετε, τι τα γυρεύετε! Αν θέλετε να μάθετε για ήρωες, μην ψάχνετε στα σχολικά βιβλία μόνο. Τηράξτε καλύτερα τη φωτογραφία του παππού σας και κάντε το σταυρό σας για την ψυχούλα του που την έδωσε παλεύοντας αντρίκια για τη λευτεριά μας, μάς έλεγε συχνά η γιαγιά κάθε παραμονή των μεγάλων εθνικών επετείων, ενώ δοκιμάζαμε τα ρούχα της παρέλασης.
   Το περάσατε κι αυτό, γιαγιά. Το ήπιατε κι αυτό το πικρό το ποτήρι του πολέμου, της λέγαμε εμείς.
   Το ήπιαμε, παιδί μου, ως τον πάτο. Και πόλεμο γνωρίσαμε κι η πείνα μάς θέρισε, κι η ανέχεια μάς τσάκισε. Δευτέρωσε το κακό. Μαθημένοι ήμασταν, μα δε μαθαίνεται η συφορά. Πικράθηκε ξανά το χείλι μας. Σαν να μην είχαμε ματαπεράσει παρόμοια κακά! Μού λέγανε πως πήγε σαν ήρωας ο Χαραλάμπης μου. Δε λέω, χαιρόμουνα που τον υπολήπτονταν οι άλλοι. Για μένα όμως είχε κοπεί η μισή μου η ζωή. Τί να τα ‘κανα τα μπράβο και τα ζήτω και τα παχιά τα λόγια των γύρω μου σαν μού κατεβάσανε απ’ τον ουρανό τον σταυραϊτό μου! Τον ίσκιο του ήθελα. Να σκεπάζει το σπιτικό μας, να ζεσταίνει τις καρδιές μας. Μ’ άφησε πίσω με πέντε παιδιά να μην ξέρω πώς να τα ζήσω και τι να τούς πω σαν με ρωτούσαν πότε θα γυρίσει ο προστάτης τους. Τα δυο μεγάλα ήξεραν πως δε θα τον ξαναντικρίσουν. ΄Αντρες ήταν πια. ‘Αντρες με ψυχή κι ετούτοι. Στο πόδι του στάθηκαν. Τα ίδια έκαμαν κι ετούτοι, μα έβαλε ο θεός το χέρι του και δεν τα ‘χασα. Την είχαν στο αίμα τους την αντίσταση, μα μού γλίτωσαν οι λεβέντες μου. Μα, τα μικρά τον αποζητούσαν κι όλο τα ξεγελούσα με ψευτιές. Κι εκείνη η μάνα του; Να μη δίνει ο θεός να νεκροστολίζει η μάνα το παιδί της. Είχα το δύσκολο έργο να σώσω την άμοιρη την πεθερά μου, τη θεια Μερσώ, να μην λιποψυχήσει τώρα που ΄Επρεπε να κατευοδώσει τον κανακάρη της. Εκείνη τη μέρα είχε πάει στο δίπλα χωριό να πει καμιά γλυκιά κουβέντα σε μια πρωτοξαδέρφη τοης που ‘ταν η καημένη από καιρό αδιάθετη ξκι υπέφερε από θέρμες. Γύρισε ανήξερη για όσα είχαν συμβεί κι είδε κόσμο πολύ απ’ έξω από το σπίτι μας. Μπήκε σκουντ΄λωντας τον κόσμο μέσα κι απόμεινε ξύλο κρεμάμενο μπρος στο ανέλπιστο θέαμα. Την είδα και φοβήθηκα πως θα παραλογίσει, η καψερή. ΄Εκοψα το μοιρολόι να σκύψω στην ποδιά της. ΄Επιασα τα χέρια της. ΄Ηταν παγωμένα.
Μάνα, κάμε υπομονή. Δε χαθήκαμε. Δε θα χαθούμε. Σε χρειάζομαι κι εγώ και τα παιδιά του, της έλεγα να την αναστήσω μια ψίχα.
    Τίποτα η πεθερά μου. Το ‘βαλε με το μέσα μυαλό. Δεν μπόρεσε να αντέξει τούτο το βαρύ χτύπημα.  Πήρε το δρόμο που δεν είχε γυρισμό. ΄Ισκιος κατάντησε από κει και πέρα. Στοιχειό που τριγύριζε πάνω απ’ τον τάφο του σκούζοντας μοιρολόγια:
«Για δέστε θάματα τρανά
που γένονται στην πλάση
να κείτεται ο σταυραϊτός
κι η μάνα να τον κλαίει
σήκω λεβέντη μου απ’ τη γη
ή πάρε με κι εμένα
που απόμεινα και καίγομαι
και λαχταρώ εσένα
   Μέχρι που έρεψε κι η ίδια. Σε έξι μήνες τη βάλαμε δίπλα του μέσα στο κουτάκι της να τον προστατεύει απ’ το Χάρο σαν άξια μάνα.
***
©Διονύσης Λεϊμονής

photo©Tom Ferris, 2005

Απόσπασμα από το βιβλίο

«Το χαμένο ταίρι» 
Εκδόσεις Ακρίτας

Advertisements