Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι

by SF

Δεν είναι ηρωίδα μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν το διάβασε ποτέ. Δεν είναι καλοζωισμένη νοικοκυρά που της κόψανε τη σύνταξη του μακαρίτη και παραπονιέται στο ρετιρέ ποτίζοντας τις γαρδένιες. Με λίγα ζούσε εξαρχής. Δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Όλη της η ζωή επικεντρώθηκε στους οικείους της και στη μικρή της κοινωνία. Δεν είναι πολύξερη και κοσμογυρισμένη. Ένα σχολείο έβγαλε όλο κι όλο, και μια Βουλγαρία πήγε κάποτε, άντε να πέρασε και τα σύνορα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας, και μέχρι σήμερα διηγείται ιστορίες από τη διαδρομή και κοιτάζει τις παλιές φωτογραφίες.

 

    Δουλεύει από πέντε χρονών. Μια στα αμπέλια του πατέρα ή στις ελιές, μια στην ταβέρνα με τα δρύινα βαρέλια να λιβανίζει από μέσα το ξύλο για να καπνίσει ωραία το κρασί, μια στην επιχείρηση του μέλλοντα συζύγου, μια πάνω από τα κεφάλια των παιδιών με αριθμητικές και γεωγραφίες, μια στο σπίτι της με ραπτομηχανές και κουβαρίστρες να ράβει για λογαριασμό τρίτων. Μια ζωή δουλειά. Ιδρώτας και κόπος. Ευσυνειδησία.
    Στο σινεμά πήγαινε μικρή, τότε που ήταν αρραβωνιασμένη. Τώρα πια, τα βράδια, βλέπει τούρκικα. «Βλακείες, καλά το λες, αλλά και τι να κάνω; Έξω δε μπορώ να βγω, με τα χέρια σταυρωμένα μέσα στους τέσσερις τοίχους θες να κάτσω;». Συμμετέχει στη ζωή των πρωταγωνιστών, κλαίει με τα δράματα, γελάει με τις χαρές τους. Ενίοτε συμβουλεύει φωναχτά τη δακρύβρεχτη πρωταγωνίστρια για την επόμενη κίνησή της, αγανακτεί με τον άδικο εραστή, συμπονά το αίσθημα που δεν ευοδώθηκε και παιδεύει. Άλλοτε γυρνάει κανάλι στις ειδήσεις, απελπίζεται και απορεί με όσα βλέπει εκεί, τα χάνει. Εκπομπές μαγειρικής δεν βλέπει ποτέ. Από τα χέρια της έχουν βγει οι νοστιμότερες συνταγές του κόσμου. Αυτοδίδακτη σε όλα της, δασκάλα του εαυτού της από την πρώτη μέρα της ζωής της.
    Πέρασε Κατοχή, πείνα, φτώχεια και κακουχίες. «Βλέπεις το σημάδι στο μέτωπο; Το ‘42, 43 ήταν οι Γερμανοί στα χωριά. Ο πατέρας μου έκρυβε κάτι συγγενείς στο σπίτι για να μην τους σκοτώσουν. Τα απογεύματα, λοιπόν, στην αυλή, σκάβαμε κι ανοίγαμε μια λακουβίτσα τόση όσο ένα κουτί Νουνού και μέσα ρίχναμε νερό κι ασετιλίνη. Σα λάσπη γινόταν αυτό. Στο πάνω μέρος στερεώναμε μετά ένα χάρτινο φυτίλι και όταν του βάζαμε φωτιά αυτό έσκαγε. Έτσι έκαναν πλάκα οι μεγάλο, με το ‘ντουβ’. Χαζογέλαγαν οι άμοιροι, που ζούσαν σαν φυλακισμένοι. Μια μέρα με στείλανε να το φυσήξω γιατί δεν άναβε η φωτιά. Ένιωθα πως έπρεπε να τους διασκεδάσω. Πήγα κοντά, φύσηξα, κι αυτό έσκασε στο πρόσωπό μου. Έτσι με πήρανε τα αίματα, και με έτρεχε η αδερφή μου στο νοσοκομείο. Παιχνίδι των μεγάλων ήταν, αλλά την πλήρωσε το μικρό. Όταν ήρθε ο πατέρας μου το βράδυ από τα χτήματα, έγινε χαμός στο σπίτι».
    Δεν μεγάλωσε ανάμεσα σε καντήλια και εικονίσματα. Δεν κάνει μεγάλους σταυρούς και βαθιές μετάνοιες, δεν κρατάει όλες τις νηστείες. Την πίστη της την διδάχτηκε από τους πιο μεγάλους και την θεωρεί πολύ σημαντική. Στην εκκλησία πάει μόνο όταν νοιώσει την ανάγκη. «Το κατηχητικό δεν μου άρεσε, δεν την άντεχα την κλεισούρα. Ήμουν ελεύθερο μυαλό, ήθελα να είμαι έξω και να παίζω. Ή να τρέχω σε δουλειές, να κάνω θελήματα, μπας και βγάλω κάνα πιάτο φαΐ για το σπίτι. Θρησκευτικά έμαθα από τον παππούλη μου, λιβάνι τα χώματά του. Άγιος άνθρωπος, ούτε μύγα δεν πείραξε στη ζωή του. Ψάλτης». Μια φορά έκλεψε από τους Γερμανούς ένα ρολό συρματόπλεγμα για να γλιτώσει τους γονείς της από τις βραδινές σκοπιές στο αμπέλι, που τους έκλεβαν τα σταφύλια κι έπρεπε να μένουν εκεί. «Πώς δε με σκότωσαν οι ναζί… Μικρό παιδί, μια χαψιά, πέντε έξι χρονών ήμουν δεν ήμουν, αλλά αυτοί δεν χαμπάριαζαν από τέτοια. Άνοιξα με τα χέρια μια τρύπα στο φράχτη τους, τρύπωσα στην αποθήκη κι έκλεψα το συρματόπλεγμα που είχαν ανάγκη οι δικοί μου. Δεν ήθελα να χρειάζονται κάτι και να μην το έχουν, ήμουν μικρή αλλά ένιωθα πως τους έπρεπε να προστατεύω. Γονατιστή το κύλησα ως το σπίτι, ρόδα. ‘Να μην τρέχετε τις νύχτες να φυλάτε’, είπα στη μάνα μου όταν τρόμαξε που το είδε στην αυλή. Δική μου και αυτή η ευθύνη. Δεν μου την ανέθεσε κανείς, μόνη μου την πήρα. Μετά σκάψαμε μια γούβα πίσω από το σπίτι, φυτέψαμε και κάτι μελιτζάνες από πάνω και τη γλιτώσαμε. Όταν περίφραξε με αυτό ο πατέρας μου το χτήμα, πολύ μετά, η περηφάνια μου δεν περιγράφεται. Ένιωθα εντάξει με τον εαυτό μου».
    Δεν την πειράζουν οι ξένοι που έχουν έρθει στην περιοχή. Τους συμπονά που δεν μιλάνε καλά τη γλώσσα και φοβούνται να πουν πολλά ή έχουν τριμμένα ρούχα. Όταν έχει τους δίνει ένα πιάτο φαΐ ή κάνα σακάκι. Όπου διακρίνει την ανάγκη τρέχει να προσφέρει αυτό που μπορεί. Θέλει να βλέπει γύρω της έναν κόσμο δίκαιο. Δεν αντέχει να κλείνει τα μάτια στον πόνο. «Ο πόλεμος, είτε με όπλα είτε με αδιαφορία ή κακία για τον πλησίον σου, είναι άσχημο πράγμα. Τα έζησα όλα αυτά, και ξέρω τι σημαίνουν. Στον Έντυ που μου σκάλισε τον κήπο έδωσα το μεροκάματο και μια τσάντα λεμόνια. Τις προάλλες έφτιαξα μαρμελάδα και τον φίλεψα ένα βάζο να! Στη Σβέτα που με βοηθάει στις δουλειές πάντα φροντίζω να ζεσταίνω τυρόπιτα, να κόβει τη μέρα της στη μέση, με τον καφέ της. Αν έχω και κάνα έξτρα πακέτο μακαρόνια, της το κερνάω να το μαγειρέψει στα παιδιά της. Στο σούπερ μάρκετ τα μισά μου ψώνια άδειασα μπροστά σε μια γριά που ζητιάνευε στο πεζοδρόμιο. Χίλιες ευχές μου έδωσε, σε άλλη γλώσσα. Λεφτά δεν είχα. Μπορούσα όμως να φάω εγώ ξέροντας πως αυτή πεινάει; Ψυχές είναι κι αυτοί, όπως εμείς. Με οικογένειες και συγγενείς κάπου μακριά. Τι φταίνε που τους ξερίζωσε η φτώχια; Δεν πρέπει να κάνουμε διακρίσεις στους ανθρώπους. Αν δείχνεις κάποιον με το δάχτυλο και λες ‘κοίτα τον κακομοίρη’ είναι σα να λες μπράβο στα κανάλια που κοροϊδεύεις. Δεν είναι θέαμα οι άνθρωποι, αλληλεγγύη και ανθρωπιά ζητάνε. Σε σένα τα λέω όλα αυτά, ποτέ δεν μιλάω πάρα έξω».
    Κάθε τόσο ξεχνιέται. Αναπολεί το παρελθόν, μιλά για τις ρίζες της και τις καταβολές της. Την δυσκολεύει ο κόσμος έτσι όπως τον βλέπει να μεταμορφώνεται. Αγωνιά για το μέλλον των επόμενων γενεών. Να’ την ξανά εκείνη η παλιά ευθύνη. Αλλιώς τα ήλπιζε και αλλιώς τα βλέπει. Στεναχωριέται με την κατάντια της κοινωνίας. Δεν συμπαθεί τους αστυνόμους, δικαιοσύνη επιθυμεί. Δεν πιστεύει πως ο ψήφος της πάει άδικα επειδή δεν είναι νέα τριάντα χρονών – συνεχίζει να νιώθει υπεύθυνη, όπως τότε που ήταν παιδί. Για όλους. Δεν αρνείται να μετακινηθεί πολιτικά – βλέπει πως οι πάλαι ποτέ ιδεολογίες σήμερα έχουν αλλάξει. Ακούει συμβουλές, προσφέρει, φοβάται το σκοτάδι της εποχής, κάνει αυτό το λίγο που μπορεί για να αλλάξει τον κόσμο. Και αυτό το λίγο γίνεται πολύ, γιατί κρύβει μέσα του ψυχή και πίστη. Δεν πιστεύει σε κάποια «κυβέρνηση ευθύνης», πιστεύει πως την έγνοια αυτή ο καθένας οφείλει να την κουβαλά στην πλάτη του ξεχωριστά αν θέλει να λέγεται άνθρωπος.
    Δεν είναι μια ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι. Η ζωή της δεν βασίζεται σε απαρέγκλιτες δομές. Τα δράματα και οι θρίαμβοί της δεν έχουν γίνει βιβλίο ή θεατρική παράσταση. Κανένα κοινό δεν θα την χειροκροτήσει μόλις πέσουν οι τίτλοι του τέλους. Είναι η μάνα μου, η μάνα σου, γιαγιά μας, η γειτόνισσα, η γνωστή, η γυναίκα της διπλανής πόρτας που δεν απέκτησε γνώσεις στο πανεπιστήμιο αλλά γνωρίζει πολύ καλύτερα από τους πτυχιούχους και τους σοβαροφανείς ρήτορες τον κόσμο και τη ζωή. Σε βάθος. Αυτή η γυναίκα Υπάρχει. Ας γίνει παράδειγμα. Ας γίνει ευγενής Στόχος.
*
photo: Dorothea Lange, 1935
Advertisements