François Villon, Επιτάφιος

by SF

 
 
François Villon (c. 1431–1464)
XVIII. ΕΠΙΤΑΦΙΟ
ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΕΔΩ ΣΤΟ ΔΩΜΑ ΑΥΤΟ.
ΑΠ’ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΗ ΣΑΪΤΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ,
ΕΝΑ ΣΚΟΛΙΤΑΡΟΥΔΙ ΤΡΥΦΕΡΟ:
ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ ΤΟ ΛΕΓΑΝ, ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ.
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΡΟΥΠΙ ΓΗΣ, ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ
ΕΙΧΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΒΙΟΣ ΕΔΩ ΚΙ ΕΚΕΙ:
ΣΚΑΜΝΙΑ, ΤΡΑΠΕΖΙ ΚΑΙ ΨΩΜΙ ΦΡΥΜΕΝΟ.
ΠΕΣΤΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΣΤΟ ΘΕΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΥΚΗ:

ΕΥΚΗ

Χάρισε αιώνια ανάπαψη και φως,
Κύριε, σ’αυτόνε το συφοριασμένο,
Που ούτε ένα ρούπι της γης, ούτε στρωμένο
Πλούσια τραπέζι απόχτησε ο φτωχός.
Από μαλλιά και γένεια ήταν σπανός,
Ωσάν αυγό σκληρό ξεφλουδισμένο.
Χάρισ’ του αιώνια ανάπαψη και φως.

Τον στείλαν στο μπουντρούμι στανικώς
Με μια κλωτσιά στον κώλο, συστημένο,
Κι ας φώναζε: «Εκκαλώ!», πετυχημένο
Δεν είναι και πολύ το κόλπο αυτό.
Χάρισ’ του αιώνια ανάπαψη και φως.

*~*

XIXΜΠΑΛΛΑΝΤΑ
ΤΟΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Σε κάθε ιερωμένο, ή καλόγρια,
Σε φρόνιμους και παραλυμένους.
σε ζητιάνους, τεμπέλικα κορμιά,
Σε ρουφιάνους, σε πόρνες που σφιγμένους
Μπούστους φορούν και φούστες, σε σβημένους
Κορτάκηδες από έρωτα καημό,
με φίνες στενές μπότες ποδεμένους,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Σε κορίτσια που δείχνουν τα βυζιά
Για να’ χουν πιο πολλούς προσκαλεσμένους,
Σε χήρες και κοπέλες, για παντρειά,
Σε θεατρίνους και σε μασκαρεμένους
Παλιάτσους, σε ξενύχτες μεθυσμένους.
Σ’ αγύρτες που δετές απ’ το λαιμό
Σέρνουν μαϊμούδες, σε χρεοκοπημένους,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Όξ’ από κείνα τα’ άτιμα σκυλιά,
Που μ’ έκαναν να φάω μουχλιασμένα
Ψωμιά και να πιω βρώμικα νερά
-Που τα’ άντερά μου είν απ’ αυτά αργασμένα-
Με πορδές θε να τά ‘χα φιλεμένα,
Τώρα όμως κάθουμε και δεν μπορώ.
Δυνατά, μη μαλώσω με κανένα,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

*~*

ΧΧ. ΑΛΛΗ ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ

Εδώ η διαθήκη τέλειωσε και κλει
Του Φρανσουά Βιγιόν του φουκαρά.
Στην κηδεία του ελάτε, χριστιανοί,
Σαν χτυπήσει η καμπάνα θλιβερά.
Φορέστε άλικα ρούχα μοναχά:
Στου ερώτου τη φωτιά μαρτυρικό
Θάνατο ήβρε• τα’ ορκίστη στ’ αχαμνά,
Καθώς άφηνε γεια στον κόσμο αυτό.

Και τον πιστεύω, μα το ναι, γιατί
Απ’ όλες τις αγάπες του σκληρά
Διώχτηκε σαν ψωριάρικο σκυλί.
Σε τόπο που δεν βρέθηκε αγκαθιά
Ως με το Ρουσιγιόν, όπου γερά
Να μην κράτειε ξεσκλίδια απ’ το φτωχό
Βρακί του, τό ‘πε ο ίδιος στα σωστά,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.

Κι έτσι τά ‘φερε η μοίρα του η σκληρή,
Στο χαροπάλεμά του μοναχά
Μ’ ένα κουρέλι, ο δόλιος, να βρεθεί.
Κι ακόμα ο έρωτας να τον τυραννά
Μπήζοντάς του ολοένα πιο βαθιά
Το νκοπίδι του το φαρμακερό:
Γι’ αυτό κι εμείς θαμάξαμε έτσι δα,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.

Πρίγκιπα, πόχεις χάρη ευγενικιά,
Να τι ΄πεκαμε γι’ αποχαιρετισμό:
Ήπιε απ’ το μπρούσκο μια γερή ρουφιά,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.

*~*

Από: François Villon
Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα
©Επιμέλεια-Μετάφραση Σπύρος Σκιαδαρέσης, 
και Εκδόσεις Γαβριηλίδη

Οι μπαλάντες και άλλα ποιήματα του Francois Villon, με εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια του Σπύρου Σκιαδαρέση, είχαν εκδοθεί για πρώτη φορά το 1947 από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1979 από το Πλέθρον, ενώ οι Τροβαδούροι. Προβηγκιανοί τραγουδιστές του Μεσαίωνα, σε επιμέλεια και μετάφραση του Σπύρου Σκιαδαρέση, είχαν μείνει για πολλά χρόνια στο συρτάρι του μεταφραστή προτού εκδοθούν για πρώτη φορά από το Πλέθρον το 1982.
Advertisements