Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός

by SF

[…]

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιθεώρηση Τέχνης πρωτοβγαίνοντας τα Χριστούγεννα του 1954, πριν από το «λιώσιμο των πάγων», αποφεύγει την ένταξη στο δόγμα.

Ας εξηγηθώ από τώρα, προλαβαίνοντας ένα εύλογο ερώτημα: Μήπως τότε, το 1954-55, εμείς, η συντακτική ομάδα του περιοδικού, είχαμε απορριπτική θέση ή, έστω, κάποια συγκεκριμένη κριτική στάση απέναντι στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Νομίζω ότι μπορώ ν’ απαντήσω για λογαριασμό όλων μας αρνητικά. Ελλιπή πληροφόρηση, πλαστογραφημένη πληροφόρηση, πελώρια πίστη και καλή πίστη, ακόμα και σύγχυση είχαμε. Και πώς να μην είχαμε! Συσκότιση, μυθοποίηση, ακτιβισμός, δεοντολογία πολεμικού κομμουνισμού (μέσα στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου και του εμφύλιου) μας είχαν αναθρέψει. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Η σοβιετική λογοτεχνία και η τέχνη δεν μας έπειθαν για την ποιότητα τους. Βέβαια, οι νέοι πολιτισμοί, μας έλεγαν και λέγαμε, δε δίνουν τα ώριμα φρούτα τους μέσα σε 40 χρόνια, και τέτοια χρόνια. Μα τα φρούτα αυτά δεν ήταν στυφά, ξινά, ήτανε νερόβραστα… Γιατί το ’18, το ’25 είχαμε έκρηξη της επαναστατικής τέχνης και το ’55 είχαμε ροχαλητό; Και αφού ο προλεταριακός πολιτισμός είναι νόμιμος κληρονόμος των καλύτερων επιτευγμάτων του αστικού πολιτισμού, όπως βεβαίωνε και το τελευταίο αρθρίδιο περί σοβιετικής κουλτούρας… Κι από τα μικρά ανοίγματα κι από τα μικρά ρήγματα φυσούσαν σφοδροί άνεμοι αμφιβολίας. Ήταν ένας καιρός συνειδησιακών διλημμάτων και αμηχανίας για την αριστερή διανόηση στα πρόθυρα του αναθεωρητισμού. Και όχι μόνο βέβαια στο χώρο της κουλτούρας. Ας περιοριστούμε όμως σ’ αυτόν.
Η στάση λοιπόν της συντακτικής επιτροπής -ή τουλάχιστον του πυρήνα της που έμεινε σταθερός και ομοιογενής στα δωδεκάμισι χρόνια, παρά τις κομματικές επεμβάσεις και τις παροδικές αλλοιώσεις- εξελίχθηκε από την επιφύλαξη στην κριτική στάση και στην καταδίκη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, από την πρωτοβουλία και τον ανταρτοπόλεμο στην κατά μέτωπο μάχη με τη γραφειοκρατική επέμβαση,και την επιβολή της αυτονομίας της πνευματικής δουλείας.
Η επιφύλαξη εκδηλώθηκε από την αρχή με την αποφυγή συγκεκριμένης θέσης, ή έστω και μνείας του όρου. Στον Α΄ τόμο (πρώτο εξάμηνο 1955), στα ελληνικά κείμενα των συντακτών αλλά και συνεργατών δεν υπάρχει ούτε νύξη για τη μέθοδο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Από τους καθιερωμένους κριτικούς της Αριστεράς, συνεργάτες μας, ο Μ. Αυγέρης στο σύντομο άρθρο του «Θεωρητικά στοιχεία της κριτικής» (τεύχος 1) προβάλλει γενικά την ιστορικοκοινωνική μέθοδο και καταδικάζει την τέχνη φυγής ή τις φορμαλιστικές και αφαιρεμένες αναζητήσεις. Πιο χοντροκομμένα δογματικός ο Μ.Μ. Παπαϊωάννου που ανοίγει το δεύτερο τεύχος με το άρθρο «Φαινόμενα ακμής και παρακμής στη νεοελληνική ποίηση», όσο κι αν ανανεώνει την πιο χυδαία λιβελογραφική στάση της παλιάς αριστερής κριτικής απέναντι στον Καβάφη, όσο κι αν υποβιβάζει τον Καρυωτάκη ή τον Σεφέρη, προβάλλοντας ντόπιους ατάλαντους Σεβτσόφ και Πολεβόι, αποφεύγει πάντως τον όρο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Ούτε ο Τ. Βουρνάς, που απαντά στον Μαν. Λαμπρίδη για τις… αναθεωρητικές απόψεις του για την ποίηση της παρακμής (τεύχος 7, Ιούλης1955, τ. Β΄, σ. 120), χρησιμοποιεί τον όρο.Για τους λόγους που υπαγορεύουν την αποφυγή του όρου «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» μπορώ να κάνω την υπόθεση -αλλά μόνο υπόθεση- ότι εντάσσονται στη γενική φραστική επιφυλακτικότητα μιας εποχής όπου και η μνεία ορισμένων εννοιών ενέπιπτε σε κάποια άρθρα, ή ερμηνείες νόμων, του νομικού πλέγματος του εμφύλιου. Στο ίδιο τεύχος μάλιστα δημοσιεύονται αποσπάσματα κειμένων του Τσ. Ζαβατίνι, από τους πρωτεργάτες και θεωρητικούς του νεορεαλισμού, όπου υπάρχουν και μαχητικές απαντήσεις στη δογματική αριστερή κριτική, με τη μορφή ερώτησης-απάντησης. Μια απ’ αυτές:
Ο νεορεαλισμός δεν προσφέρει λύσεις, δεν δείχνει καινούριους δρόμους. Τα συμπεράσματα των νεορεαλιστικών ταινιών είναι απόλυτα υπεκφυγές.
Ο Ζαβατίνι απαντά:
Αποκρούω αυτή την κατηγορία με όλες μου τις δυνάμεις. Η κάθε στιγμή της κάθε ταινίας μας είναι μια εξακολουθητική απάντηση σ’ ερωτήματα. Όσο για τις λύσεις, δεν είναι στο ρόλο του καλλιτέχνη να τις αντιμετωπίσει, του φτάνει, κι είναι αρκετό, που κάνει να γίνεται αισθητή η ανάγκη και το κατεπείγον της.
Ο καθηγητής Γιάννης Ιμβριώτης, τέλος, ανοίγοντας το 4ο τεύχος (Απρίλης 1955) με τη μελέτη «Επιστήμη, τέχνη και μαγεία» μιλάει για δυναμικό ρεαλισμό -δίνοντάς του αλήθεια όλα τα γνωρίσματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού- και καταδικάζει τις νοσηρές τεχνοτροπίες, τα φορμαλιστικά κατασκευάσματα.
Στο θεωρητικό πάντα επίπεδο, η πρώτη υπεράσπιση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού βρίσκεται στο τεύχος 6 (Ιούνης 1955), στην εισήγηση του σοβιετικού κριτικού Μπόρις Ρούρικοφ στο Β΄ συνέδριο των σοβιετικών συγγραφέων, που δημοσιεύεται με τον τίτλο Η σοβιετική κριτική. Απολογητής της επίσημης γραμμής ο κριτικός καταδικάζει τον αφελή κοινωνιολογισμό, τη χειρωνακτική τέχνη και τους εκχυδαϊστές που εγκωμιάζουν ένα έργο μόνο για το θέμα του και την επικαιρότητά του, αλλά κατακεραυνώνει και την απουσία ιδεολογίας, την τάση φυγής από το λαό στ’ όνομα της αισθητικής (!) και τον αισθητικό μηδενισμό (;!) του «ΝόβιΜίρ» (του σχετικά τολμηρού περιοδικού που διεύθυνε τότε ο ποιητής Α.Τ. Τβαρντόβσκι). Σωστή παλάντζα, βλέπετε, ζυγιάζει ακριβοδίκαια επικρίσεις προς τα άκρα. Η αλήθεια, η σωτηρία βρίσκονται κάπου στη μέση:
Η θεωρία μας για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό δεν είναι αμετάβλητη και στατική. Αλλάζει, εξελίσσεται μαζί με την ανάπτυξη της λογοτεχνίας, των τεχνών, της αισθητικής και, αυτό που είναι το ουσιαστικό, μαζί με την ανάπτυξη της ίδιας της ζωής.
Το παραθέτω γιατί είναι τυπικό παράδειγμα της λογοκοπίας αυτού του είδους: Βερμπαλισμός, εμπειρισμός, επίπεδες κοινοτοπίες που καμώνονται τη διαλεκτική. Το σημειώνω επίσης γιατί δείχνει τη «στροφή» και την ποιότητα της: να περισωθεί το δόγμα και η υποδούλωση της δημιουργίας με το ανέξοδο νέρωμα του ζντανοφικού βιτριολιού.
Αν όμως δεν υπήρξε στα πρώτα χρόνια θεωρητική αμφισβήτηση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, υπήρξε αποφασιστική καιμε πάθος αποδοκιμασία της παραλογοτεχνίας που ενέπνεε. Με την απόρριψη προσφερομένων ποιημάτωνκαι πεζών, με την αποφυγή συνεργασιών καθιερωμένων κομματικών λογοτεχνώνκαι, προπαντός, με την κριτική του βιβλίου.
Ξαναδιαβάζω μια απάντησή μουσε επίδοξο Γκόρκι, στη στήλη της αλληλογραφίας (τεύχος 2): […] Τέλος αφού στο μυθιστόρημά σας δίνετε ιστορικό φόντο, γιατί προχωρείτε την ιστορία σε γεγονότα και στάδια που δεν έχει φτάσει ακόμα στον τόπο μας; Παρεξηγώντας την «ανίχνευση του μέλλοντος» κατά τη συνταγή της «μεθόδου» ο συγγραφέας είχε κάνει την επανάσταση στην Ελλάδα και είχε εγκαθιδρύσει τον σοσιαλισμό!…. Ακόμα πιο ανοιχτή τοποθέτηση, πιο ηχηρή αποδοκιμασία των δημιουργημάτων του εγχώριου σοσιαλιστικού ρεαλισμού περιείχαν, σε πολλές περιπτώσεις, οι κριτικές στήλες του περιοδικού. Οι δικές μου κριτικές λ.χ. για βιβλία «κομματικών» συγγραφέων καθιερωμένων όπως ο Λουντέμης, ο Κορνάρος, ο Κ. Κοτζιάς είχαν το χαρακτήρα αυτό.
Από το ξεκίνημα του περιοδικού οι θεματοφύλακες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και της «κομματικότητας» της σκέψης ερεθίζονταν και αντιδρούσαν βίαια στις δοκιμές για μια άλλη αντιμετώπιση της «παρακμής» (Καβάφης, Καρυωτάκης κλπ.), αργότερα της «ερμητικής ποίησης» ή της δικής μας «ποίησης της ήττας». Οι συζητήσεις που ξέσπαγαν γύρω από τα θέματα αυτά, ή με αντικείμενο και αφορμή την ανεκδιήγητη ανθολογία Η Ελληνική Ποίηση Ανθολογημένη και τέλος η συζήτηση γύρω από το βιβλίο του Κ. Κοτζιά Επί εσχάτη προδοσία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά δεν είναι δυνατό ούτε να συνοψιστούν εδώ. Συντάκτες και συνεργάτες του περιοδικού που τόλμησαν ν’ ανακινήσουν τα θέματα αυτά (Μ. Λαμπρίδης, Βύρ. Λεοντάρης, Στέφ. Ροζάνης, Γιαν. Καλιόρης, Μαν. Αναγνωστάκης, Νικηφόρος Βρεττάκος, για ν’ αναφέρω μερικούς μόνο από τους συνεργάτες) και μέλη της συντακτικής επιτροπής δέχονταν σφοδρές επιθέσεις στις ανοιχτές στήλες του περιοδικού και στα αλλά κομματικά έντυπα -και όχι πάντα μέσα στους κανόνες της πάλης των ιδεών.
Δε θα εκταθώ στην αφήγηση των συγκρούσεων με τους «μεγάλους», των καταγγελιών, διαβημάτων, διαβολών μιας ετερόκλητης πλειάδας «αγνοημένων» και «αποκλεισμένων» ή θιγμένων, που ζητούσαν τακτικά από το κόμμα την κεφαλή της Επιθεώρησης Τέχνης. Η συσπείρωση εναντίον της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού, κυρίως στα κομματικά γραφεία και στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, οξυνόταν και εξοπλιζόταν ύστερα από κάθε «στραβοπάτημα» δικό μας. Οι πιο σοβαρές «παρεκκλίσεις», εκτός από τις ελευθεριότητες της κριτικής που σημείωσα παραπάνω, αρχίζουν τον Νοέμβρη 1957 με το ειρωνικό και επικριτικό σχόλιο που δημοσιεύσαμε για ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό της ελληνικής εκπομπής του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας με θέμα την Οκτωβριανή επανάσταση, όπου μεταξύ άλλων καυστικών για την οργάνωση, το έπαθλο (ένα ραδιόφωνο) και το σκεπτικό της απόφασης, χαρακτηρίζαμε αλλοπρόσαλλο το βραβευμένο διήγημα γνωστού λογοτεχνικού ψώνιου (35-36, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1957, σ. 426).
Την πολεμική αναζωπύρωσε περισσότερο η δημοσίευση του διηγήματος του σοβιετικού συγγραφέα Ντανιήλ Γκράνιν Η σιωπή, όπου ζωγραφίζεται η αργή και σίγουρη μεταλλαγή του επαναστάτη σε γραφειοκράτη, με τον κομφορμισμό (50-51, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1959, σ. 125). Αυτή τη φορά τα πράγματα πήραν διαστάσεις. Συστήθηκε και κομματικό δικαστήριο στο όποιο κλήθηκαν ν’ απολογηθούν κατ’ επιλογήν ορισμένα μέλη της συντακτικής επιτροπής. Μάρτυρες κατηγορίας: Γιάννης Ρίτσος, Μάρκος Αυγέρης, Θέμος Κορνάρος.
Για πολλούς από μας ήταν τα αποκαλυπτήρια. Γιατί -διάβολε!- αν τα διακηρυσσόμενα περί σοσιαλιστικού ρεαλισμού ήταν ειλικρινή, τότε το διήγημα του Γκράνιν ήταν υπόδειγμα…. Άρα…. Ξετυλίξτε το συλλογισμό, πάει μακριά. Κι από την άλλη μεριά όμως, την κομματική, τα πράγματα ξεκαθάριζαν. Αυτό το περιοδικό έπρεπε να κλείσει ή ν’ αλλάξει. Έγιναν επίμονες προσπάθειες, με πολλά μέσα, και για τα δυο. Απότυχαν. Κι εμείς στην κομματική διάλεκτο, πολύ πριν γίνουμε «ρεβιζιονιστές» είχαμε βαφτιστεί «οι φορμαλιστές», όρος από τη ζντανοφική εμπειρική ονοματολογία που είχε μείνει στα μυαλά των απαρατσίκ και των απλών κατηχούμενων και σήμαινε, φαίνεται, κάτι σαν τέρας δεν ξέρω με πόσα κεφάλια, αλλά πάντως αντιλαϊκό, αντεπαναστατικό.
Η βασική ομάδα του περιοδικού δεν έκρυψε βέβαια ποτέ τη συνειδητή τοποθέτησή της μέσα σ’ ένα ρεύμα αντιδογματικό, ανανεωτικό του μαρξισμού και ειδικά υπέρ της ελευθερίας της δημιουργίας και της σκέψης. Παρουσίαζε λοιπόν μ’ ενθουσιασμό κάθε μήνυμα που της φαινόταν καινούριο, ελπιδοφόρο. Έτσι, στο δεύτερο χρόνο του περιοδικού, που συνέπεσε με τη συντόμου βίου κινέζικη άνοιξη των «100 λουλουδιών», αφιερώσαμε ένα διπλό τεύχος «στον πολιτισμό της Κίνας» (23-24, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1956, τ. Δ΄). Στο προλογικό σημείωμα η Ε.Τ. υποδεχόταν τη νέα πολιτική της ελευθερίας της ιδεολογικής διαπάλης, που διακηρύχθηκε επίσημα πριν λίγους μήνες και που συμβάλλει στη διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων όλων των χωρών. Με τον τίτλο «Ζήτω η πολιτική της ελευθερίας της σκέψης. Αφήστε όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν, αφήστε τα ιδεολογικά ρεύματα ν’ αντιμάχονται» δημοσιεύονταν δυο κινέζικα κείμενα και το περιοδικό τα προλόγιζε μ’ ενθουσιασμό καταλήγοντας:
Η Επιθεώρηση Τέχνης, που στα δυο χρόνια της ζωής της διαπνεόταν πάντα από ανάλογο πνεύμα και προσπάθησε να το εφαρμόσει στην πράξη, παρουσιάζει τα πιο κάτω κείμενα με ιδιαίτερη χαρά.
Η θεωρητική συζήτηση για τη λογοτεχνία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στο περιοδικό (κυρίως στην περίοδο 1957-1962) είναι μάλλον περιορισμένη και επίπεδη. Μετά τη φιλοξενία της εισήγησης Ρούρικοφ (6, Ιούνης 1955) το θέμα ξαναήρθε αναπόφευκτα με το αφιέρωμα (το πρώτο από τα δυο) του περιοδικού στη σοβιετική λογοτεχνία, ακριβέστερα στον «Οχτώβρη 1917» (34, Οκτώβρης 1957, τ. ΣΤ’), όπου, χαρακτηριστικά, επιλέγονταν μόνο τρία λογοτεχνικά κείμενα, των Αλ. Μπλοκ, Ισαάκ Μπάμπελ και Αλ. Φαντέγιεφ (οι δυο πρώτοι «καταραμένοι»). Εκεί δημοσιεύτηκαν άρθρα των Αλ. Ντεμέντιεφ, Γκ. Λομιτζέ και Αλ. Μετσένκο. Ορισμένες παρατηρήσεις για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό στα κείμενα αυτά είχαν δώσει την αφορμή στον Μαν. Αναγνωστάκη να γράψει το άρθρο του που θα δούμε παρακάτω. Τέλος, κάτω από τη χαρακτηριστική ρουμπρίκα «Ξένες συζητήσεις» (67-68, Ιούλ.-Αύγ. 1960, τ. ΙΒ΄, από σ. 51) αναδημοσιεύτηκαν από το σοβιετικό περιοδικό «Ζητήματα Λογοτεχνίας» οι απαντήσεις τριών θεωρητικών της λογοτεχνίας (Μιχ. Κουζνετσόφ, Γρ. Αβράμοβιτς και Τατιάνας Μοτόλεβα) σ’ ένα γράμμα καθηγητή της λογοτεχνίας από το Κίεβο που διατύπωνε απορίες για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Π.χ.: Υπάρχει σοσιαλιστικός ρεαλισμός στον Μεγάλο Πέτρο του Αλ. Τολστόι; Ναι, υπάρχει, γιατί η θεώρηση του παρελθόντος γίνεται με τα σημερινά κριτήρια. Φυτρώνει σοσιαλιστικός ρεαλισμός σε μη σοσιαλιστικές χώρες; Ναι, από τη στιγμή που το σοσιαλιστικό ιδανικό εμπνέει το δημιουργό. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός έχει πηγές και παράδοση στη λογοτεχνία κάθε χώρας. Άλλης ποιότητας ήταν η ομιλία στο 22ο συνέδριο του ΚΚΣΕ του κορυφαίου σοβιετικού ποιητή και διευθυντή του «Νόβι Μιρ» Αλ. Τβαρντόβσκι, που μεγάλο μέρος της δημοσιεύσαμε (90, Ιούνης 1962, σ. 690). Πολύ προσεχτικά βέβαια και…. μετά πολλών επαίνων, που λένε, ο Τβαρντόβσκι ομολογούσε τη στασιμότητα, την αποτυχία της σοβιετικής λογοτεχνίας, την απουσία αλήθειας ζωής που τη χλωμιάζει, ειρωνευόταν τα έργα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που δεν αναφερόταν σαν όρος ούτε μια φορά στο κείμενό του.
Η συντακτική επιτροπή του περιοδικού βρήκε τις δικές της ανησυχίες, αποστασιοποιήσεις και διαφωνίες μορφοποιημένες και εμπεδωμένες στη ζύμωση που γινόταν μέσα στους μαρξιστικούς κύκλους της Ιταλίας, ιδιαίτερα στα θεωρητικά περιοδικά του Ι.Κ..Κ. Ρινάτσιτα και Κοντεμποράνεο. Οι ιταλοί κομμουνιστές διανοούμενοι ήταν πιο ενημερωμένοι, είχαν μεγαλύτερη κατανόηση και ευνοϊκό περιβάλλον στο κόμμα τους και στην κοινωνία τους, είχαν επίσης ελευθερία ταξιδιών και επαφών και άφθονο υλικό. Στο άρθρο του Ερνέστο ντε Μαρτίνο που δημοσιεύσαμε τον Μάρτη του 1958 (39, τ. Ζ’, σ. 138) με τον τίτλο»Το σοσιαλιστικό κράτος και η ελευθερία της κουλτούρας» διαβάζουμε:
Για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, η κατάχτηση της εξουσίας από μέρους ενός μαρξιστικού εργατικού κόμματος δεν μπορεί να σημαίνει εγκαθίδρυση ενός «κληρικόφρονος» κράτους, μέσα στο όποιο η πολιτιστική ζωή παίρνει αναπότρεπτα τους συσπαστικούς καλογερίστικους ρυθμούς της ορθοδοξίας και της αίρεσης, της αμαρτίας και του εξαγνισμού.
Ποιο «κληρικόφρον» κράτος έχει υπόψη του ο συγγραφέας δεν κρύβεται και πολύ. Σε άρθρο του Μ. Αλικάτα (55-56, Ιούλ.-Αύγ. 1959, τ. Ι΄, σ. 30) για το 3ο συνέδριο των σοβιετικών συγγραφέων διατυπωνόταν με πολύ προσεκτική φρασεολογία μια αυστηρή κριτική της πολιτικής κηδεμονίας της σοβιετικής λογοτεχνίας και εκφράζονταν ελπίδες χειραφέτησής της. Σε άρθρο τέλος του Βιτ. Στράντα (135, Μάρτης 1966, τ. ΚΓ΄, σ. 266) γινόταν για πρώτη φορά λόγος για σοβιετικούς λογοτέχνες εγκλείστους σε ψυχιατρεία και φυλακές. Το δημοσιεύσαμε όταν ξέσπασε το ζήτημα της καταδίκης των Σινιάφσκι-Ντάνιελ και η οξύτατη σύγκρουση μας με το κομματικό ιερατείο.
Ελληνικό πρωτότυπο κείμενο με το συγκεκριμένο θέμα υπάρχει μόνο ένα σ’ όλο το περιοδικό: το άρθρο του Μαν. Αναγνωστάκη «Προβλήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού» (29, Μάιος 1957, τ. Ε΄, σ. 440) που περιέλαβε ο ίδιος και στο βιβλίο του Υπέρ και κατά(Θεσσαλονίκη 1965). Ο συγγραφέας επιχειρεί την αποκάθαρση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού από τις απλοποιητικές απόψεις της μηχανιστικής σκέψης, που είχαν οδηγήσει σε μια χυδαία παραποίηση του πρωτοτύπου, όπως λέει. Για ν’ αντικρούσει την απλοϊκή άποψη της πιστής απεικόνισης της πραγματικότητας από τη λογοτεχνία με τα απλοποιημένα αντιθετικά ζεύγη εννοιών (αισιοδοξία-απαισιοδοξία, πρόοδος-αντίδραση κ.ο.κ.) ξεκινάει από τη φιλοσοφική θέση του Λούκατς που λέει:
Η πραγματική Διαλεκτική της Ουσίας και του Φαινομένου έγκειται στο ότι και τα δυο (Ουσία και Φαινόμενο) είναι εξ ίσου στοιχεία της αντικειμενικής πραγματικότητας και όχι απλώς της ανθρώπινης συνείδησης.
Ο Αναγνωστάκης καταδίκαζε λοιπόν την κατάργηση των συγκρούσεων, το «τυπικό», το μονοπώλιο του «θετικού ήρωα» καιτα άλλα κλισέ της σοβιετικής λογοτεχνίας και πίστευε ότι οι σοβιετικοί κριτικοί και οι λογοτέχνες κάνουν αγώνα ν’ απαλλάξουντη λογοτεχνία τους από το καρκίνωμα αυτό. Οπωσδήποτε πρόκειταιγια το μόνο αξιόλογο κείμενο -έστω και επιεικές ή υπεραισιόδοξο- με θέμα τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό στο περιοδικό.
Στην τελευταία περίοδο της ζωής της (1963-67) η Ε.Τ., ύστερα από μια χειμέρια νάρκη οφειλόμενη στην εντονότερη κομματική επέμβαση, γονιμοποιείται πάλι. Μαζί με τη δημοκρατική πνοή από την πολιτική ήττα της Δεξιάς και τους λαϊκούς αγώνες κατά της μοναρχίας-αποστασίας, είναι φανερή στις σελίδες της μια προσπάθεια να προωθηθούν στον ελληνικό χώρο τα μηνύματα και οι προβληματισμοί της ανανέωσης της μαρξιστικής σκέψης. Παράλληλα με την πιο έντονη σύγκρουση μέσα στους κόλπους της δικής μας Αριστεράς -που έχει απήχηση και στις στήλες της- η Ε.Τ. φέρνει σ’ επικουρία κείμενα μαρξιστών αδιαμφισβήτητου κύρους, που ταράζουν τα νερά του δογματισμού. Έτσι από το τεύχος 124-125 (Απρίλης-Μάης 1965, τ. ΚΑ΄, σ. 313 κ.ε.) δημοσιεύονται σειρά κείμενα μεταφρασμένα από το Κοντεμποράνεο, που, καθώς είδαμε, είχε και παλιότερα εφοδιάσει τη φαρέτρα μας. Παρουσιάζοντας κείμεναΕ. Φίσερ, Λούκατς, Στράντα και Π. Βρανίσκι και αναγγέλλοντας Ροσσάνα Ροσσάντα για το επόμενο τεύχος, κάτω από τη ρουμπρίκα «Μαρξιστικές συζητήσεις», η σύνταξη κεραυνοβολούσε το μαρξιστοφανή σχολαστικισμό και τις επιβιώσεις του δογματισμού. Δεν υπάρχει χώρος εδώ να μιλήσουμε γι’ αυτά τα κείμενα. Σημειώνω ενδεικτικά ότι ο Φίσερ άρχιζε αποκαθιστώντας τον μαρξικό ορισμό της ιδεολογίας, που δεν είναι επιστημονική γνώση του κόσμου αλλά ψευδής συνείδηση, και ζητούσε την αναγέννηση του μαρξισμού, ενώ ο Λούκατς αμφισβητούσε τις αναθεωρητικές απόψεις των Φίσερ-Γκαρωντύ και την υποστήριξη που έδιναν στη μοντέρνα τέχνη. Επέμενε στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό φέρνοντας σαν δείγμα ανανέωσης του τον Σολτζενίτσιν (!). Δήλωνε ωστόσο ότι δεν ήταν διόλου αντίθετος στο κύμα πολιτικού φιλελευθερισμού που σηκώθηκε στις χώρες και στα κόμματά μας. Τέλος υποστήριζε ότι το κόμμα δεν πρέπει να έχει δική του αισθητική θέση. Ο γιουγκοσλάβος καθηγητής Πέρντραγκ Βρανίσκι στο άρθρο του για την αλλοτρίωση κατάληγε με τη διαπίστωση ότι αυτή δεν είναι αποκλειστικό πρόβλημα της αστικής κοινωνίας,αλλά είναι το κεντρικό πρόβλημα του σοσιαλισμού.
Στο επόμενο τεύχος η ιταλίδα θεωρητικός Ροσσάνα Ροσσάντα(«Στράτευση, κουλτούρα και Ιδεολογία») (126, Ιούνης 1965, τ. ΚΑ΄, σ. 477), ζητώντας αλλαγή στην κομματική νοοτροπία, έγραφε σε κατακλείδα κάτι που εμείς το είχαμε κάνει σημαία μας:
Τη στιγμή που η ιδεολογία δεν παρουσιάζεται σαν τελειωμένη αλήθεια, αλλά σαν επανάσταση και αλήθεια που πρέπει να γίνει, η στράτευση αποχτάει ξανά μιαν αυτονομία, αλλά ταυτόχρονα και μια καθολική ευθύνη. Οι λογαριασμοί δεν γίνονται πια με την πειθαρχία ενός κόμματος, αλλά με την ιστορία, που είναι πιο αυστηρή. Κι έτσι οι λογαριασμοί είναι σοβαρότεροι.
Τέλος η μόνη ρητή αποστασιοποίηση του περιοδικού από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, με έμμεση αλλά σαφή αποδοκιμασία του, διατυπώθηκε κατά τη συζήτηση που άναψε με την υπόθεση της καταδίκης των σοβιετικών συγγραφέων Σινιάφσκι-Ντάνιελ τον Φεβρουάριο του 1966, συζήτηση που εκτείνεται σ’ έναν ολόκληρο τόμο του περιοδικού, τον ΚΓ΄. Η συντακτική επιτροπή πήρε την πρωτοβουλία της συνυπογραφής από 25 συνολικά διανοούμενους και καλλιτέχνες ενός τηλεγραφήματος διαμαρτυρίας προς τη σοβιετική κυβέρνηση. Η Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ προσπάθησε να μας εμποδίσει στην ενέργεια αυτή και αφού πληροφορήθηκε τηλεφωνικά από το Παρίσι ότι το Γαλλικό ΚΚ θα αντιδρούσε με μετριοπαθές άρθρο του Αραγκόν στην «Ουμανιτέ», μας αντιπρότεινε μια δήλωση του καθηγητή Γιάννη Ιμβριώτη (μέλους της), μέσα στο πνεύμα Αραγκόν. Μας βρήκε αμετάπειστους -εκτός από δύο που απόσυραν τις υπογραφές τους-, το τηλεγράφημα στάλθηκε και δημοσιεύθηκε σε όλο σχεδόν τον τύπο με εξαίρεση την Αυγή, που πριν από τη δίκη είχε φιλοξενήσει σε δύο συνέχειες (18, 19, Ιαν. 1966) άρθρο του Μίκη Θεοδωράκη βασιλικότερο του βασιλέως, όπου επιδοκιμαζόταν η δίωξη και οι δύο συγγραφείς χαρακτηρίζονταν τροφοδότες της «πυρκαϊάς του ιμπεριαλιστικού πολέμου» για λογαριασμό του Πενταγώνου. Ακολούθησε η δήλωση Ιμβριώτη στην Αυγή (17 Φεβρ.), όπου η διαμαρτυρία αντιστρέφεται βασικά, στόχος της είναι περισσότερο οι συκοφαντικές επιθέσεις κατά της σοβιετικής κοινωνίας, που έχει δικαιωμα και καθήκον να προασπίζει τις κατακτήσεις της. Διατυπωνόταν ωστόσο μια διαφωνία:
Εξ ίσου όμως κατηγορηματικά δηλώνουμε,ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στη Σοβιετική Ένωση απέναντι στο άδικο αυτό θέμα. Πιστεύουμε ότι θα ‘ταν ενδεδειγμένη μια διαφορετική αντιμετώπιση αντί της δικαστικής οδού και της βαριάς καταδίκης.
Εκφραζόταν επίσης η πίστη της ΕΔΑ στην ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης και η υπόσχεση ότι στην Ελλάδα της Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής τα πνευματικά ζητήματα θ’ αντιμετωπίζονται έξω από καταναγκασμούς. Σε νεότερη δήλωσή του ο Μ. Θεοδωράκης, μετά την καταδίκη έλεγε ότι καλύπτεται από τη δήλωση Ιμβριώτη, αλλά μιλούσε υβριστικά για τη δική μας διαμαρτυρία. Σε άλλο άρθρο στελέχους της ΕΔΑ στην Αυγή της 24 Φεβρ. (Το νόημα μιας τοποθέτησης κι ένας λαθεμένος χειρισμός) η διαμαρτυρία μας χαρακτηριζόταν σαν μια ενέργεια που προσδίδει άλλη ποιότητα στην τοποθέτησή τους, της προσδίδει ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Η Ε.Τ. στο τεύχος 133-134, Γενάρη-Φλεβάρη 1966 (τ. ΚΓ΄) αναδημοσίευε τη δήλωση Ιμβριώτη αλλάκαι το τηλεγράφημα διαμαρτυρίας των 25. Το αξιοσημείωτο (καθόλου δε περίεργο) είναι ότι διάφοροι ιδεολογικοί απολογητές της Δεξιάς, από τον Α. Καραντώνη και τον Θ. Παπακωνσταντίνου (Μεσημβρινή) ως τον επιφυλλιδογράφο της Καθημερινής Αμύντα Παπαβασιλείου και την ίδια τη διευθύντρια της εφημερίδας, έβαλαν στόχο ποιους νομίζετε; Τους σοβιετικούς αρμόδιους, τους εδώ συνηγόρους τους; Όχι. Εμάς, όσους διαμαρτυρήθηκαν! Ο Α. Καραντώνης έβρισκε αβάσιμη και ανόητη ή ψεύτικη και υποκριτική τη διαμαρτυρία των ανθρώπων αυτών, που ήταν μια ακόμα μικρογραφία του ενιαίου λαϊκού μετώπου.Οι άλλοι ήταν υβριστικότεροι.
Στο επόμενο τεύχος (135, Μάρτιος) απαντούσα δια μακρών εγώ: Περί ελευθερίας. Η υπόθεση των δυο σοβιετικών συγγραφέων και η πνευματική μας δεξιά. Ανταπάντηση Αμύντα Παπαβασιλείου στην Καθημερινή της 17 Μαΐου («Η καθίζησις της πνευματικής αριστεράς») και δευτερολογία δική μου, ανυπόγραφη, στο τεύχος του Απρίλη (136, τ. ΚΓ΄, σ. 418), με τίτλο «Καθίζησις και αποκολοκυνθοποίησις», όπου, ως συντακτική επιτροπή πια (αφού το άρθρο ήταν ανυπόγραφο) ειρωνευόμαστε τον ισχυρισμό του επιφυλλιδο­γράφου ότι όλοι οι αριστεροί διανοούμενοι είμαστε υπέρμαχοι του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και το περιοδικό μας όργανό του. Στο ίδιο τεύχος ο Μαν. Φουρτούνης απαντούσε στις επικρίσεις εξ αριστερών: ΕΔΑ, Αυγής και 23ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ όπου ο Σόλοχοφ, ανακηρυγμένος άδικα των αδίκων πάπας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, είχε δηλώσει ότι ντρεπόταν για όσους υπερασπίστηκαν τους Σινιάφσκι-Ντάνιελ. Ο Μ. Φουρτούνης θύμιζε ότι ο Σόλοχοφ, τον καιρό του Ήρεμου Ντον, είχε κατηγορηθεί κι αυτός σαν εκλαϊκευτής της ιδεολογίας των κουλάκων. Συνέχιζε ο Φουρτούνης:
Και η Κατερίνα Φούρτσεβα, υπουργός Πολιτισμού, υπερασπίστηκετο σοσιαλιστικό ρεαλισμό από τη δολιοφθορά της ιδελογίας του ιμπεριαλισμού με λόγια που μας θύμισαν, έστω αμυδρά, άλλες εποχές, όταν ο Ζντάνοφ εξαπέλυε τους μύδρους του εναντίον της τέχνης της παρακμής.
Κι έφερνε το παράδειγμα του αισθητικού και πνευματικού πλουραλισμού του Λουνατσάρσκι, που είχε τη διεύθυνση της σοβιετικής κουλτούρας κατά τη μόνη δημιουργική της περίοδο (κομισάριος για την παιδεία 1918-29, «εκκαθαρίσθηκε» ως τροτσκιστής), απαντώντας τόσο στη Δεξιά που ισχυριζόταν με την πολεμική της ότι έτσι ήταν πάντα από καταβολής σοσιαλισμού και έτσι θα είναι πάντα, όσο και στον αριστερό δογματισμό που δεν ανεχόταν παρέκκλιση από την ορθοδοξία και την πειθαρχία.
Με το γνωστό και ενδημικό σύστημα του μονόλογου και με τη μέθοδο του βολικού ακρωτηριασμού περικοπών κειμένων, ο Αμ. Παπαβασιλείου επέμενε να μας κατακεραυνώνει ως απολογητές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με το ζόρι. Ο δικός μου αντίλογος στο επόμενο τεύχος, 137-13S, του Μάη-Ιούνη («Αμυντορικά Β΄ – Πνευματικό ήθος και μέθοδος συζήτησης», τ. ΚΓ΄, σ. 550) συγκεντρώνεται στο ζήτημα αυτό: αποκρούουμε τον ταυτισμό των εννοιών «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» και «πνευματική αριστερά», και όχι μόνο για λογαριασμό της Ε.Τ. και των κριτικών της αλλά και για τους περισσότερους και γνωστότερους (και καλύτερους) αριστερούς λογοτέχνες της χώρας μας.
Αυτή είναι μια πτυχή από την έντονη ζύμωση ιδεών μέσα στο εργαστήρι που ήταν η Ε.Τ. για τη γενιά της Αντίστασης και του εμφύλιου, ιδιαίτερα για τη δική μας συντροφιά. Σε μερικούς -σήμερα- μπορεί να φαίνεται περιορισμένη σε βεληνεκές και βάθος η σύγκρουση. Δεν μπορεί να δοθεί εδώ όλος ο πίνακας, όλη η ιστορική πραγματικότητα και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όταν λ.χ. για το αφιέρωμα στον Οχτώβρη το 1957, το περιοδικό σέρνεται στα δικαστήρια για το ποίημα «Οι Δώδεκα» του Αλ. Μπλοκ (μια από τις πολλές δικαστικές διώξεις) και ταυτόχρονα επικρίνεται αγρία στον κομματικό χώρο της Αριστεράς.
Αλλά η συνοπτική αυτή αναδρομή σε μια ειδική περιοχή της ζύμωσης, των συγκρούσεων έχει ένα μόνο πνευματικό στόχο και νόημα: να δείξει την περιπέτεια της συνείδησης της στράτευσης από την κομματική πειθαρχία ως την αυτονομία και την καθολική ευθύνη.

*
Copyright © Δημήτρης Ραυτόπουλος, «Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός», Τέχνη και Εξουσία, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 1985, σσ. 44-56. – Πύλη για την ελληνική γλώσσα

Advertisements