Δημήτρης Μποσκαΐνος, Η Πουτάνα (… η ζωή)

by SF

Σαββατόβραδο… μόνη .
   Τα ψιλοέπινε από νωρίς τ’ απόγεμα… κάτι παλιές φωτογραφίες, κάτι ραβασάκια παλιών ερώτων, κάτι τηλέφωνα από φραγκάτους μαμάκηδες, για να τους κανακέψει …δεν ήθελε και πολύ να την πιάσει το παράπονο.
   Έσκαγε.
   Έπινε κι έβγαζε τα ρούχα της.
   Άναβε το’ να τσιγάρο με την κάφτρα του προηγούμενου.
   ‘Ε και;
   Σηκώθηκε ώρα μετά μισοζαλισμένη και χόρεψε μπροστά στον καθρέφτη.
   Στα πενήντα της, δεν τόνε γούσταρε πια κι όλο το βλαστημάγε. Τα χάλια της βλαστήμαγε και το ‘ξερε. Τράβαγε ρουφηξιές απ’ το κρασί κι έσπαγε με μανία το ποτήρι στο πάτωμα, ‘άλλαααααα…
   Το μαύρο κομπινεζόν δεν έγραφε καλά πάνω της. Το φορούσε όμως το γαμημένο με τέτοια μαγκιά που νόμιζες ότι το φτιάσανε μόνο για το κορμί της
    Το σπίτι μικρό, ενάμιση δωμάτιο και κάτι. ‘Η φτώχεια θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι ρε’
  Τσιγάρο στο στόμα στραβά, μαλλί βαμμένο μαύρο κορακί κι οι άσπρες ρίζες τη φοβόντανε και κρύβονταν. ’ Όξω.
   Τα χέρια δουλεμένα, σφιχτά κι απλωμένα.
   Γυμνά.
   Το μακιγιάζ λειψό, λίγη παραπάνω σκιά και μάσκαρα γυάλιζε στα μάτια της. Αυτές τις μελί φωτιές, που σε κοίταγε και σ έκαιγε, η Πουτάνα.
   Το ράδιο έπαιζε ένα αργό τσιφτετέλι.
   Γύριζε αργά, σα μάγκας Πειραιώτης ,τράβαγε τζούρες και τραγούδαγε ‘ Στο μεθύσι σου απάνω να μαχαίρωνες το Χάρο’.
   Ξυπόλυτη και στο πάτωμα γυαλιά. Έσπαγε ότι έβρισκε στο διάβα της. Και γέλαγε, μ αυτό το γέλιο που δεν καταλάβαινες αν κρύβει γλύκα ή πόνο.
   Με την αναλγησία του Αναστενάρη, πάταγε και θρυμμάτιζε με τις γυμνές πατούσες της τα γυαλιά σα να’ τανε σταφύλια .
    Πατούσε χυμένο κρασί και αίμα. Όλα στο μουνί της.
   ‘Μια ζωή ολόκληρη ρεεεεεεεε.’
   Άρχισε να στριφογυρνάει με μανία, κι άλλο , κι άλλο, σωριάστηκε στο κρεβάτι χτυπώντας άτσαλα την κεφάλα της που’ τανε και γιομάτη.
   Έσκασε στα γέλια.
   Για λίγο το δωμάτιο γύριζε μονάχο του, τα’χε κοπανήσει, έκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε, πάλι γύριζε.
    ‘Ωωωωωπππ
   Έπιασε όπως – όπως ένα παλιό λούτρινο αρκουδάκι απ το προσκέφαλο και σε μια στιγμή έγινε από Μάγκας, βρέφος και μάμα μαζί. Τύλιξε τα πόδια της σε εμβρυακή στάση. Πήρε το αρκουδάκι βαθιά στην αγκαλιά της σαν το παιδί που δεν είχε ποτέ… κι άρχισε να ροχαλίζει.
   Ονειρεύτηκε ότι ήτανε μικρή. Ένα μελαχρινό κουκλάκι δέκα χρονώ πάνω κάτω, με κοτσιδάκια κι έπαιζε στην αυλή. Στο σπίτι στο χωριό.
   Αθώο.
   Δεν παρεξήγησε τα ύποπτα χαϊδολογήματα του θείου ούτε και τις εισόδους του πατέρα κάτι βράδια στο λουτρό ενώ μπανιαριζόταν λίγα χρόνια αργότερα. Δεν είχε τα αθώα φλερτ που χανε τα κορίτσα στην ηλικία της. Την παρθενιά της την πούλησε ο γέρος της μεθυσμένος στα χαρτιά.
   Τη χτυπούσε και την έδερνε.
   Ήρθε στην Αθήνα και γλύτωσε.
   ‘Η πουτάνα’ την έλεγαν και δείχναν με το δάχτυλο, που να τους κοπεί.
   Η πουτάνα η ΖΩΗ, λέω εγώ.
*
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Grete Stern (1904-1999)- Sueño No.1: Articulos eléctricos para el hogar, 1948

*
Ο Δημήτρης Μποσκαΐνος ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα,είναι 41 ετών, παντρεμένος με τη Μαρία Ντίνα κι έχουν μια κόρη, την Ιωάννα.
Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς με το δικό του προσωπικό ύφος που είναι συνήθως κινηματογραφικό…
Το γράψιμο είναι για εκείνον αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να …αντέχει το σήμερα. Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύει μικρά διηγήματα και ποίηση σε e-magazines όπως microstory.gr, bibliotheque.gr, ideostato.gr και άλλα. Διατηρεί το blog paraxenesistories.wordpress.gr από όπου μπορεί κανείς να λάβει ένα δείγμα της δουλειάς του.
Advertisements