Δημήτρης Φύσσας, Μια μπίρα στο πουθενά

by SF


Όπου άδηλη η τύχη μιας ακόμα κοπέλας. 

Στην Κρ., που το είδε να γεννιέται
H Μίνα Ιατρίδη κι ο Μίλτος Ντάλας κάθισαν για μια μπίρα στον κηπάκο της καφετέριας «Λοστρόμος» της Λένορμαν. Συζητούσαν κι έπιναν και μίλαγαν και λίγο στα κινητά τους με τους φίλους τους κι η ώρα περνούσε χαλαρά, καθώς είχε απλωθεί το απόβραδο. Ξεκουράζονταν από τις εξαντλητικές πολύωρες δουλειές τους σε τεράστια open space γραφεία γεμάτα κόσμο, ξεκουράζονταν, παρά τ΄ αυτοκίνητα που περνούσανε σχεδόν δίπλα τους, τις κόρνες, την υποτιθέμενη μουσική και τις φωνές των άλλων θαμώνων, χωρίς τίποτα να τους πειράζει, ξεκουράζονταν γιατί είχανε καλή αμοιβαία διάθεση και γιατί ήτανε μόνο ένα μήνα μαζί και τίποτα δεν είχε προλάβει να φθαρεί μεταξύ τους. Και είχαν ήδη κανονίσει διακοπές μαζί τον Αύγουστο, ενώ τώρα, που ΄χε φύγει η πρώτη κούραση, η ώρα περνούσε ευχάριστα.
    «Ντάλα μου, πάω τουαλέτα», είπε κείνη. «Πρόσεχε την τσάντα μου, είναι κι ανοιχτή»
    Ο άλλος κατένευσε φιλικά, μ΄ ένα χαμόγελο συγκατάβασης.
    Πέντε λεφτά μετά, ο Μίλτος άρχισε ν΄ αναρωτιέται τι είχε γίνει η Μίνα. Δέκα λεφτά μετά άρχισε ν΄ ανησυχεί. Στο τέταρτο σηκώθηκε. Πήρε και την τσάντα της κοπέλας και πήγε στις γυναικείες τουαλέτες. Μια καστανούλα που έβγαινε τον κοίταξε περίεργα, δεν του είπε τίποτα. «Μίνα», φώναξε μόλις βρέθηκε προθάλαμο, «Μίνα είσαι δω;». Μην παίρνοντας απάντηση, που δεν την περίμενε άλλωστε, άνοιξε με τη σειρά τις δυο πόρτες: τίποτα. Χωρίς να το πιστεύει, πήγε κι από τις αντρικές μήπως, μια στις χίλιες, η κοπέλα είχε πάει κατά λάθος εκεί, κι είχε, για κάποιο περίεργο λόγο, κολλήσει. Τίποτα ξανά, αναμενόμενο. Εδώ τον κοίταξε παραξενεμένος ένας άλλος νέος που έμπαινε, δηλαδή πρόσεξε τη γυναικεία τσάντα που ο Ντάλας είχε περάσει στον ώμο του. Αδιάφορος για το ξένο βλέμμα κι άκρως ανήσυχος, ο Ντάλας κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Εκτός από την οικεία εικόνα του –μελαχροινός, σχεδόν ψηλός, με γένεια τριών ημερών, ντυμένος πολύ απλά– έβλεπε κι ένα πρόσωπο κοκκινισμένο, με μάτια ανήσυχα και σταγόνες ιδρώτα: τ΄ αλάνθαστα χαρακτηριστικά που, από την παιδική του ηλικία, εμφανίζονταν όποτε κάτι δεν πήγαινε καλά. Άσε το απερίγραπτο, την τσάντα της Μίνας στον ώμο του.
    Γύρισε στο τραπέζι τους –«τους»;– ανήσυχος κι άφησε την ξένη τσάντα σε μια καρέκλα. Γύρω του οι ίδιοι άνθρωποι συνέχιζαν τις κουβέντες τους πίνοντας μπίρες, τ΄ αυτοκίνητα περνούσαν, η μουσική σταθερή, κι ο αέρας, παρόλο που πια είχε βραδιάσει για τα καλά, δεν έλεγε να κοπάσει. Όλα όπως πριν, μόνο που τώρα η Μίνα έλειπε. Τώρα κράταγε την τσάντα της και δεν ήξερε τι να κάνει. Κοίταξε το κινητό του χωρίς να ελπίζει αληθινά πως θα χτυπήσει–πώς να πάρει τον πάρει η Μίνα, ή να την πάρει, αφού το δικό της κινητό φαινόταν καθαρά μέσα από την ανοιχτή θήκη – κι είδε την ώρα: 11.11. Πήρε τις πληροφορίες, είπε «Ιατρίδης, οδηγός, οδός Άργους», του είπαν το νούμερο και περίμενε να τον συνδέσουν κατευθείαν με το σπίτι της κοπέλας. Του απάντησε μια γυναικεία φωνή. Είπε ποιος ήταν. Η γυναίκα έδειξε να ξέρει τ΄ όνομά του και συστήθηκε ως η μαμά του κοριτσιού. Ο Ντάλας είπε με πολλή συντομία πού ήταν και τι είχε συμβεί και κατέληξε:
    «Μήπως, κυρία Ιατρίδη, η Μίνα γύρισε σπίτι; Μήπως την πήρε ο μπαμπάς της»
    «Όχι. Ο άντρας μου είναι νυχτερινός. Περίμενε, έρχομαι από κει» Η φωνή της ήδη έτρεμε.
    Ο Ντάλας περίμενε τη μάνα κοιτάζοντας το όμορφο πρόσωπο της κοπέλας του στην οθόνη του κινητού του. Η Ιατρίδη ήρθε πολύ γρήγορα, λαχανιασμένη, μάλλον με τα πόδια. Μια αναμαλλιασμένη πενηντάρα, πρόχειρα ντυμένη, που τον εντόπισε ευκολότατα μέσα στους πολλούς και κατευθύνθηκε ίσα πάνω του από αρκετά μακριά (σημείωσε στο μυαλό του να τη ρωτήσει αργότερα πώς τον αναγνώρισε, αλλά το ξέχασε), φωνάζοντάς του ήδη πριν φτάσει στο τραπέζι και σκεπάζοντας τους άλλους θορύβους:
     «Μίλτο, πού είναι η Ασημίνα;»
   «Δεν ξέρω», απάντησε με κανονική φωνή ο Ντάλας, ενώ κάποιοι από άλλα τραπέζια ήδη τους κοιτούσαν με περιέργεια. «Δεν ξέρω. Σας είπα τι έγινε»
    «Τι δουλειά είχατε δω; Πού ΄ναι η Ασημίνα;», ωρυόταν ήδη η άλλη.
    «Ήρθαμε δω για να είμαστε κοντά στο σπίτι σας. Δεν ξέρω πού είναι η Μίνα. Σας είπα τι έγινε»
    «Δεν ξέρεις, ε; Και γιατί κρατάς την τσάντα της; Τη βλέπω την τσάντα της, νομίζεις πως δεν τη βλέπω, κύριε Μίλτο; Πού ΄ναι η Μίνα, παλιόπαιδο, πού ΄ν΄ η κόρη μου;»
    Τότε, καθώς από τ΄ άλλα τραπέζια όλοι τούς κοιτούσανε με κείνο το ειδικό μίγμα περιέργειας,  αποδοκιμασίας, διακωμωδητικής διάθεσης και αδημονίας για περαιτέρω εξελίξεις, το μίγμα δηλαδή που αρμόζει στους Έλληνες σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, ο Ντάλας σήκωσε το κινητό του και –αγνοώντας τις δήθεν ερωτήσεις, κατ΄ ουσίαν βρισιές και απειλές της κυρίας Ιατρίδη– κάλεσε το «100».
    Ήταν η τριακοστή τέταρτη δηλωμένη εξαφάνιση εκείνης της χρονιάς. Δυο μήνες μετά, παρά τις προσπάθειες από την αστυνομία, τον ντετέκτιβ που έβαλε η οικογένεια, τα chain mail που σττάλθηκαν παντού και την τηλεόραση, κανένα ίχνος της κοπέλας δε βρέθηκε. Ελέγχθηκαν οι κλήσεις του κινητού, ανακρίθηκαν άνθρωποι, ερευνήθηκαν υπολογιστές και συρτάρια, έγιναν επισκέψεις σε στέκια, ρωτήθηκαν μακρινοί φίλοι και συγενείς, διατυπώθηκαν πιθανά σενάρια κινήτρων. Όλα χωρίς αποτέλεσμα.
    «Τίποτα δεν είναι σαν την εξαφάνιση. Σχεδόν οι μισοί εξαφανισμένοι δε βρίσκονται ποτέ», σχολίασε στον Ντάλα ο κατ΄ εξαίρεση καλλιεργημένος αστυνομικός που τον είχε αμακρίνει, όταν βεβαιώθηκε ότι ο νέος δεν είχε καμιά σχέση με το θέμα. «Χάνονται σα να τους κατάπιε η γη. Μπορεί κανείς να βάλει στο μυαλό του ό,τι θέλει. Προσχεδιασμένη εξαφάνιση με αλλαγή ταυτότητας, εμπόριο λευκής σαρκός, κατασκοπευτική ιστορία, απαγωγή και αιχμαλωσία, σεξουαλικό έγκλημα, τρομοκρατική ιδιότητα, ερωτική φυγή, χρεωκοπία, δολοφονία, κλείσιμο σε μοναστήρι. Οτιδήποτε. Και φυσικά, σ΄ αυτές τις περιπτώσεις είναι που τίποτα δε βρίσκεται, γιατί εδώ είναι που μέχρι την τελευταία στιγμή όλα φαίνονται κανονικά. Γι΄ αυτό και δε βρίσκουμε τίποτα, δεν υπάρχει κανένα ίχνος. Αν κάτι δεν είναι κανονικό σε μια περίπτωση, τότε είναι λάθος, άρα τότε είναι ίχνος και τότε κάτι βρίσκουμε. Αλλά αυτές είναι οι άλλες μισές περιπτώσεις. Κατάλαβες τι εννοώ;»
     «Κατάλαβα»
   «Και σημείωσε ότι δεν υπάρχει έγκλημα. Όποιος θέλει μπορεί να εξαφανιστεί όποτε θέλει, από όπου θέλει, όπως θέλει και για όσο θέλει»
    «Και ποτέ δε μαθαίνουμε τίποτα για την αιτία και το σχέδιο;»
    «Μόνο καμιά φορά, όταν κάποιος πεθαίνει, τότε κάποια τελευταία λόγια ή κανένα χαρτί, ξεχασμένο ή επίτηδες γραμμένο, ή καμιά φυλαγμένη φωτογραφία με αφιέρωση σε κάποιο άγνωστο πρόσωπο, αποκαλύπτει τι είχε συμβεί πριν από δεκαετίες σ΄ ένα άλλο μέρος της χώρας ή του πλανήτη. Αποκαλύπτει αναδρομικά το σχέδιο και το σχεδιασμό. Γιατί πάντα, όταν δε βρίσκεται ούτε ο άνθρωπος, ούτε το πτώμα του, υπάρχει κάποιο σχέδιο. Όταν όμως αποκαλύπτονται τόσο αργοπορημένα οι λεπτομέρειες μιας εξαφάνισης, αυτό γίνεται σε μια εποχή που κανείς δεν τη θυμάται πια, που είναι ζήτημα αρχείου κι έχει ξεχαστεί απ΄ όλους. Αλλά αυτό είναι σπάνιο, πολύ σπάνιο, μην ελπίζεις. Ξαναλέω, στις μισές εξαφανίσεις δε βγάζεις άκρη»
     «Και στις άλλες μισές;»
  «Στις άλλες μισές είναι ακόμα χειρότερα. Πάλι σχέδιο. Πάλι τα ίδια σενάρια: δολοφονία, προσχεδιασμένη εξαφάνιση, σεξουαλικό έγκλημα, αλλαγή ταυτότητας και τα λοιπά. Πάλι τα ίδια λοιπόν, όμως τώρα το ξέρεις ότι είναι έτσι και λες ‘Γιατί να το κάνει αυτό ο άντρας μου, η γυναίκα μου, το κορίτσι μου;’ Ή, ‘γιατί να συμβεί στο γιο μου, στην κόρη μου, στον αδερφό μου;’ Νιώθεις αγανάκτηση, νιώθεις κι ενοχή ακόμα για το τι έγινε. Θα ΄θελες να μάθεις ότι η Μίνα είναι τώρα παντρεμένη, ξέρω γω, στη Θεσσαλονίκη, και λέγεται ίσως Ιωάννα Παπαδοπούλου; Ή ότι βρέθηκε το πτώμα της κατακρεουργημένο σε κάποιο πηγάδι; Ή είναι σεξουαλική σκλάβα, φιμωμένη και κρατούμενη σε κάποια απομονωμένη αγροικία, σε κάποια επαρχία ή και σε καμιά αφρικανική χώρα;»
    «Όχι. Μάλλον όχι»
    «Γι΄ αυτό σου λέω, άσ΄ το. Δε βγάζεις άκρη»
    «Δεν υπάρχει άλλη πιθανότητα;»
    «Υπάρχουν άλλες τρεις, αλλά για τη Μίνα είναι μόνο θεωρητικές: τα λύτρα, η σύμπτωση και το λάθος. Απαγωγή για λύτρα αποκλείεται, γιατί η οικογένειά της είναι φτωχή. Η σύμπτωση είναι να είδε κάτι που δεν έπρεπε, ν΄ άκουσε κάτι που δεν έπρεπε και ν΄ αναγκαστούνε να τη φάνε. Δεν το πιστεύω, γιατί τι να δει από το τραπέζι που καθόσασταν μέχρι τις τουαλέτες, δέκα μέτρα απόσταση; Εξάλλου σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, όταν κάποιον τον καθαρίζουν, βρίσκουμε το πτώμα. Εδώ, και να υπήρξε συμπτωματικός φόνος, δεν μπορεί να υπάρξει σχεδιασμός εξαφάνισης του πτώματος»
    «Και το λάθος;»
    «Να τη φάγανε ή να την απαγάγανε αντί γι΄ άλλη γυναίκα»
    «Αυτό βέβαια αποκλείεται, γιατί θα τη βρίσκαμε, νεκρή ή ζωντανή, μόλις θα καταλαβαίνανε το λάθος τους»
    «Μπαίνεις στο νόημα»
    «Κατάλαβα. Αυτά λοιπόν αποκλείονται. Μου λέτε άρα ότι είτε το είχε σχεδιάσει η ίδια η Μίνα, είτε το είχαν σχεδιάσει άλλοι και της τη φέρανε. Και το πιο πιθανό είναι ότι δε θα μάθουμε ποτέ τι ακριβώς έγινε»
    «Το πρώτο που είπες είναι σωστό. Ένα από τα δύο οπωσδήποτε ισχύει, υπάρχει από κάπου σχεδιασμός. Το δεύτερο είναι λάθος: σου είπα ότι οι πιθανότητες είναι πενήντα – πενήντα. Κι αν αποδειχτεί έγκλημα, η υπόθεση ξανανοίγει. Ενώ αν αποδειχτεί εκούσια εξαφάνιση, ακόμα κι αν τη βρούμε, δεν μπορούμε να τη φέρουμε πίσω. Δικαίωμά της είναι να εξαφανιστεί»
«Εγώ δε φαντάζομαι ότι η Μίνα το είχε σχεδιάσει. Δεν είχε λόγο»
    «Ο καθένας μπορεί να έχει κάποιο λόγο να εξαφανιστεί. Μια μυστική αιτία, που δεν τη λέει σε κανένα, δεν τη συζητάει με κανέναν. Το ΄χεις σκεφτεί ότι η εξαφάνιση είναι χειρότερη από την αυτοκτονία; Εκεί τουλάχιστον οι περισσότεροι αφήνουν κάποιο σημείωμα»
    «Δεν το ΄χα είχα σκεφτεί ποτέ μου»
    «Βέβαια, η Μίνα αποκλείεται ν΄ αυτοκτόνησε»
    «Φυσικά. Εμείς για μια μπίρα πήγαμε μόνο–»
   «Για μπίρα στο βρόντο πήγατε, μια μπίρα στο πουθενά γι΄ αυτήν», διόρθωσε ο αστυνομικός. «Τι ψάχνεις να βρεις τώρα. Ποτέ δεν ξέρεις τι έχει στ΄ αλήθεια ένας άνθρωπος στο μυαλό του. Ποτέ δεν ξέρεις έναν άνθρωπο 100%, όχι εσύ που ήσουνα με την κοπέλα μόνο ένα μήνα, μα άλλοι που είναι με τον άνθρωπό τους δέκα χρόνια και δεν έχουνε ιδέα»
    «Μπορεί όμως και να μην το είχε στήσει η ίδια»
    «Αν πάλι δεν το ΄χε στήσει η ίδια, τότε δεν μπορείς να ξέρεις ποιοι άλλοι μπορεί να εξυφαίνουνε γύρω της και τι, ποιοι άλλοι είχανε στήσει κάτι, ώστε σε μια δεδομένη στιγμή να την εξαφανίσουν, αφήνοντας πίσω τη μάνα της να ωρύεται, τον πατέρα της να κλαίει και σένα ν΄ αναρωτιέσαι και ν΄ αγωνιάς–»
    «Έτσι ακριβώς νιώθω», διέκοψε με τη σειρά του ο Ντάλας.
    «…Ανήμπορος, δίχως ορατό στόχο και δίχως δυνατότητα επανόρθωσης, ούτε εκδίκησης, εναντίον ποιανού άλλωστε», ολοκλήρωσε τη σκέψη του ο κατ΄ εξαίρεση καλλιεργημένος αστυνομικός, σα να μη μίλαγε πια σε κανέναν συγκεκριμένα.

*
Από το ανέκδοτο βιβλίο διηγημάτων «Αυτά και οι μετακομίσεις».

*
© Δημήτρης Φύσσας
photo Wikimedia Creative Commons –adapted by Stratos Fountoulis

*
A’ αποκλειστική, διαδικτυακή ή άλλη, Εμφάνιση

Advertisements