Πέτρος Κυρίμης, Το Χταπόδι

by SF

Έκανα το συνηθισμένο μου δρομολόγιο. Εγώ από τα βράχια επάνω κρατώντας τον σπάγκο. Και το τενεκεδένιο καράβι μου μέσα από τη θάλασσα φορτωμένο πολύχρωμα φύκια. Ήτανε μια θάλασσα λάδι. Έμπαινα στα φυσικά λιμανάκια όπως θα έμπαινε ένα κανονικό καράβι. Αυτή η μανούβρα μου έτρωγε πολύ χρόνο γιατί έκανα ακριβώς τις κινήσεις που θα έκανε ένας κανονικός καπετάνιος. Έπαιρνα τη στροφή ανοιχτά για να μην πέσω στα βράχια, έκανα «κράτει» στην υποθετική μηχανή κι έβλεπα με το μυαλό μου και με τη φαντασία μου την προπέλα πίσω στη πρύμνη να βγάζει αφρούς και να θολώνει τα νερά ολόγυρα. Τραβούσα το μοχλό από το πιλοτήριο και με το στόμα έκανα ακριβώς τον ήχο της μπουρούς. Τούυυυυυυυ- τούυυυυυυυ κι αυτό για να ειδοποιήσω τον κόσμο στη παραλία ότι το καράβι έφτανε. Ξεφόρτωνα και φόρτωνα και τραβούσα για άλλα λιμάνια κι αυτό το ταξίδι κρατούσε ώρες πολλές και μπορώ να πω ότι κρατάει ακόμα.
     Χρόνια που πέρασαν σα να είχανε φτερά και τώρα που θυμάμαι νομίζω ότι ποτέ δεν έζησα τόσο ξέγνοιαστες κι ευτυχισμένες ώρες κι ας κόντεψε σε ένα από κείνα τα ταξίδια μου να χάσω τη ζωή μου με τον πιο φριχτό τρόπο. Με έσωσε ο πατέρας μου. Στον πατέρα μου χρωστάω τον φόβο. Εκείνος μου τον έσπειρε στη προσπάθεια του να με κάνει θαρραλέο. Του χρωστάω τα ψέματα που έμαθα να λέω, στην προσπάθεια του να με μάθει να λέω μόνο την αλήθεια. Του χρωστάω το χάδι που μου στέρησε στην προσπάθεια του να με κάνει άντρα. Του χρωστάω τον πόνο που μου έδωσε όταν έμαθα ότι πέθανε, και ακόμα του χρωστάω την ζωή που μου ξανάδωσε την ημέρα εκείνη. Όσοι με είδαν εκείνο το μεσημέρι να παραπατάω και να πέφτω στη θάλασσα μάταια περίμεναν να με ξαναδούν να βγαίνω στην επιφάνεια. Άρχισαν να φωνάζουν και να σκούζουν ότι «πάει το παιδί, πνίγηκε». Και εγώ πνιγόμουνα στα αλήθεια γιατί το τεράστιο χταπόδι είχε τυλίξει το χοντρό πλοκάμι του γύρω από τον αστράγαλο μου και με τραβούσε προς τα κάτω. Αργότερα έμαθα ότι τρέξανε κάποιοι στον πατέρα μου που ήτανε στο μαγαζί πάνω στο δρόμο.
     Κι εγώ από κει και πέρα τα είδα όλα με τα μάτια μου μέσα από ένα διάφανο πέπλο γιατί η αναπνοή μου είχε τελειώσει πια, μα καθαρά έτσι που να μπορώ μέχρι σήμερα να τα φέρνω πάλι και πάλι στο μυαλό μου, καρέ, καρέ σαν ταινία πολύχρωμη. Είδα τον πατέρα μου μέσα σε αφρούς και φυσαλίδες από την βουτιά που έκανε κι ένοιωσα τα δάχτυλα του σαν σιδερένια τανάλια γύρω από το πόδι μου. Το άλλο του χέρι έπιασε το χταπόδι.
     Τον έβλεπα έτσι κατακόρυφα με το κεφάλι προς τα κάτω, με τα πόδια του να κτυπούν το νερό για να κρατάει ισορροπία, να προσπαθεί με τα χέρια του σε διάσταση να με ξεκολλήσει από το γιγάντιο πλοκάμι του χταποδιού. Και τότε είδα κάτι το τρομαχτικό. Είδα το χταπόδι να ξετυλίγει όλα του τα πλοκάμια από την τεράστια πέτρα που πάνω της καθότανε. Είδα για μια μικρή στιγμή τις τεράστιες φοβερές βεντούζες του να διαστέλλονται αποκρουστικά και να τυλίγονται αστραπιαία πάνω σε όλο το κορμί του πατέρα μου. Τον κατέβασε σαν πούπουλο και μας κόλλησε στήθος με στήθος. Το στόμα μου άνοιξε και άρχισα να καταπίνω νερό. Προτού λιποθυμήσω τα μάτια μου συναντήθηκαν με του πατέρα μου. Ήτανε κόκκινα σαν πυρωμένα σίδερα. Πρόλαβα να δω κάτι σαν κραυγή να σχηματίζεται στο στόμα του. Για χρόνια μετά είχανε να το λένε στα μέρη μας. Τον πατέρα μου να τινάζεται σαν το θεό Ποσειδώνα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, σέρνοντας μαζί του εμένα, το χταπόδι και την πελώρια πέτρα. Για ώρα πολύ κόβανε με τα μαχαίρια τα πλοκάμια να μας ελευθερώσουν και για μήνες πολλούς ο πατέρας μου στο σπίτι μας έδειχνε τα σημάδια σε όλο του το στήθος και τη πλάτη. Μόνο που εγώ τότε δεν ήξερα και γύρναγα με αποστροφή το κεφάλι μου αλλού. Πατέρα.
*
© Πέτρος Κυρίμης
photo© Στράτος Φουντούλης, Λέρος 2007
Advertisements