Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»

by SF

Να συλλογιστούμε με τα τωρινά μέσα, τις παραστάσεις, τις ποικίλες, εξειδικευμένες συγκινήσεις, πόσο σπουδαιότερο και ευρύτερο θα είχε σταθεί το έργο του Κάφκα ή του Πορτογάλου Πεσσόα. Να αναλογιστούμε την ψυχολογική εμβάθυνση με την οποία θα προίκιζαν το έργο τους, λαμβάνοντας υπόψη τις επίκαιρες συνθήκες, τις καινούριες αγωνίες, το ανθρώπινο αδιέξοδο. Τις πολιτικές ακόμα μεταβολές, φαινόμενο πρωτόγνωρα όπως εκείνο της παγκοσμιοποίησης που ορθώνεται τεράστια απειλή στην εθνική συνείδηση των κρατών, στα ειδικά χαρακτηριστικά τους, τις εντόπιες παραδόσεις, την ιστορική ροή με όλα τα κομβικά γεγονότα που εντείνουν και αποδεικνύουν τις αιτίες μιας εθνικής, συλλογικής συνείδησης. Οι νέες συνθήκες θα συνιστούσαν με βεβαιότητα σπουδαία ερεθίσματα για τους φωτισμένους στοχαστές, όσους βάλθηκαν με τη γραφίδα τους να ερμηνεύσουν, όχι τον ολότελα οικείο πια κόσμο, μα τον άνθρωπο τον ίδιο που τόσο πια περιφρονήθηκε, σαν τάχα όλες οι ήπειροι και τα μέταλλα ή τα είδη των πουλιών να αρκούν προκειμένου να αποκωδικοποιηθεί ο κόσμος και η σχέση του προσώπου με αυτόν.

       Και όμως η νέα εποχή δεν στάθηκε ικανή ακόμη να αποσαφηνιστεί. Οι ηθικές και ανθρωπολογικές της παράμετροι δεν έθρεψαν ακόμη την τέχνη και το στοχασμό. Σαν να έλειψαν πια ολότελα και για πάντα οι στόχοι και έτσι να ατρόφησαν οριστικά όλα τα κυριολεκτικά, ερμηνευτικά κριτήρια. Η εποχή μας, επισημαίνει σχετικά ο Ιάννης Ξενάκης δεν ταυτοποιήθηκε. Οι ρυθμοί, οι εντάσεις, οι ιδεολογίες δεν χωνεύτηκαν, δεν κάρπισαν, ασταθείς και αβέβαιοι συνεπάγονται μια ανάλογη δημιουργία, ασχημάτιστη και ανολοκλήρωτη. Ζητούμενο λοιπόν, για ολόκληρη σχεδόν την κοσμολογική ενότητα του κόσμου, την αποφυγή του ενδεχόμενου, οντολογικού θανάτου, δεν προκύπτει άλλο από την ερμηνεία της εποχής μας. Τα έκπτωτα, φιλοσοφικά ρεύματα, οι ματαιωμένες προσδοκίες, η μεταφυσική που απέμεινε μόνον μια φιλόδοξη ουτοπία ανταλλάσσοντας το μυστικισμό και τη γοητεία της με τη θετικιστική και κανονιστική εκτίμηση του κόσμου, συνιστά το βασικό γνώρισμα μιας εποχής που εγκατέλειψε τις εσωτερικές αναζητήσεις για να στραφεί πια στην καθιέρωση, τη θέσπιση και ακόμα την προστασία της τάξης, της συλλογιστικής ευκρίνειας, μιας στείρας δημιουργίας που μόνον κατ΄επίφαση πραγματώνει τον ετυμολογικό σκοπό της. Κινδυνεύουμε να παρασυρθούμε στη ροή μιας ενσυνείδητης ρηχότητας, καθώς εκείνη η οποία στήριξε την καλλιτεχνική δημιουργία στις αρχές του αιώνα, προτού κριθεί και αξιολογηθεί ώστε να θρέψει το χρωστήρα, τη θεατρική αναπαράσταση, το λόγο και την ποιοτική του ένταση με οράματα τρυφερά, πάνω από όλα ανθρωποκεντρικές τάσεις και για τούτο γόνιμες, ανάλογες της κοινωνικής προσφοράς με την οποία ενδυναμώνεται η τέχνη και οι σκοποί της.
        Η νέα εποχή επιβάλλει την τάξη εμπρός σε μια ευλογημένη, πολυπόθητη αταξία. Οι οικονομικές κρίσεις, η αποτυχία των κοινωνικών, πολιτικών ιδεολογημάτων, οι ακυρωμένες δεσμεύσεις για την αποφυγή της επανάληψης παρόμοιων και ολέθριων, ιστορικών λαθών ταλανίζουν τον κόσμο μας. Τον συνταράζουν, βεβαιώνουν μια αδιάψευστη εξέλιξη, η οποία εντούτοις σε τίποτε δεν συσχετίζεται με την πολυπόθητη πρόοδο. Ο νέος αιώνας δεν εγκαταλείπει στην ασάφεια την ελπίδα, στην πλαστικότητα της σκέψης δεν επιτρέπει τίποτε να ευδοκιμήσει, να στηριχτεί και να σταθεί πυλωτικό μες στην πνευματική μας ανέχεια. Εξέπνευσε ο καιρός των δοκιμών, λοιπόν.
Εν αντιθέσει καταστρατηγεί την ελπίδα, στρέφει το βλέμμα προς την καζαντζακική εκτίμησή της και παραδέχεται τη θηριωδία της, ουσιαστικά ακυρώνοντας, όχι μόνο την προοπτική του ίδιου του ανθρώπου, μα ακόμα και ότι έχει απομείνει από τα σπαράγματα μιας θρησκευτικής, πάλαι ποτέ συνειδήσεως. Η εποχή ετούτη συνιστά μια ταραγμένη θάλασσα, κανένα σκαρί δεν αντέχει να διεκπεραιώσει μια ασφαλή πλεύση. Η γλώσσα, διακεκομμένη, σαν να ανασαίνει όπως ανοιχτό, πηγαδίσιο στόμα βυθίζεται για να φανεί αναίσθητη και σκελετωμένη, τάχα αποφασισμένη να υποστηρίξει το σώμα και την ψυχή του ανθρώπου. Η θρησκεία και εκείνη θιγμένη, με όλη την ιστορική της ανακρίβεια, τις αμφιβολίες, τις θεωρίες που επιβάλλονται ως δόγματα και υπερέχουν, αποκλείοντας κάθε κριτικό ρεμβασμό. Η ηθική ακολουθεί την κατάπτωση της γλώσσας, αφού πια δεν μπορεί να διατυπωθεί ή να στηριχτεί ως αξίωμα και ευθύνη.
     Ας ελπίσουμε πως το τοπίο θα μεταβληθεί, πως εν τέλει θα εκτιμηθεί η εποχή μας και θα μπορέσει να δώσει το στίγμα της. Η ιστορία θα επαναληφθεί, γραμμένη με πολύ αίμα και λίγο φως, καθώς επισημαίνει προφητικά ο Βρεττάκος. Μα οφείλουμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα σήματα που καταφτάνουν από τους ακραίους σταθμούς, οφείλουμε να μιλούμε λίγο και τελικά να σκεφτόμαστε πολύ, όπως μας προτρέπει ο Κώστας Αξελός, διαπιστώνοντας την πιστή ακολουθία ενός δρόμου, που δεν συνιστά πορεία, έναν δρόμο δίχως συνέχεια ή μια συντεταγμένη γλώσσα. Να γυρέψουμε από τις ψυχές μας τη γενναιοδωρία, μια και τούτη η έλλειψη στοίχισε πάντα στους χαμένους λαούς, στους αδικημένους ανθρώπους. Στέκουμε ως φανατικές αντιδράσεις εμπρός σε κάθε προσπάθεια καλυτέρευσης ετούτης της πραγματικότητας, ίσως γιατί είναι στην αδύναμη υπόστασή μας η χαμένη αξιοσύνη για κάθε όραμα.
       Προτού θέσουμε τούτη τη δοκιμή στην κρίση μας, ας λογίσουμε την αναγκαιότητα να βασίσουμε σε προσωπικότητες κορυφαίες τα ασχημάτιστα, τα εμβρυακά ακόμη αντανακλαστικά μας εμπρός στις αυξημένες απαιτήσεις του καιρού.
     Η τέχνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να μεταβάλλει το δικαίωμα της σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, όπως ετούτες που βεβαιώνουν μια περίπτωση υλική. Μα βεβαίως όλα τα παραπάνω έχουν λεχθεί. Όμως έστω μες στα κενά της αδράνειάς μας υφίστανται ουσίες και περιττώματα. Ας μελετήσουμε τουλάχιστον, αν για ηθική δεν μπορούμε να μιλήσουμε, τη λειτουργία του φαινομένου της παρατήρησης και τις αναρίθμητες ευκαιρίες που μας προσφέρονται.
     Ένα ζήτημα όπως η τέχνη δεν μπορεί να μελετηθεί με εγωισμό.Είναι εκ φύσως ευρύτερο και προς τούτο ευτυχής και ανάλογη η ασάφεια του παρόντος, με εκείνη του κόσμου μας. Τούτα τα πράγματα έχουν επαναδιατυπωθεί. Έτσι κανείς δεν θα κατηγορηθεί για μίμηση ή πάλι για μια αφοπλιστική και ανερμήνευτη πια ανεπάρκεια.
*
©Απόστολος Θηβαίος
photo©Στράτος Φουντούλης, «Hoeilaart»-2010
Advertisements