George Le Nonce, Περὶ τῆς μυθοπλασίας

by SF


Διήγημα

Πάντα τοῦ ἄρεσαν τὰ μυθιστορήματα. Ἰδίως ὅσα εἶχαν πλοκὴ πολυδαίδαλη καὶ χαρακτῆρες πολλοὺς καὶ ποικίλους· ἀπαραιτήτως, ἐπίσης, ἀφηγητὴ παντογνώστη, ποὺ κατέγραφε ὄχι ἁπλῶς αὐτὰ ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ καὶ νὰ παρατηρήσει, ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς σκέψεις, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ματαιώσεις τῶν χαρακτήρων. Καθὼς δὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ μυθιστορήματα δὲν γράφονταν πιά, καὶ ὅσα γράφονταν ἦσαν ἄθλια ἢ δὲν ἦσαν μυθιστορήματα, ὁ Τ. δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ παρακολουθεῖ τὴν σύγχρονη ἐκδοτικὴ κίνηση. Ὅσα ἀγόραζε εἶχαν ἐκδοθεῖ πρὶν πενήντα, ἑκατὸ ἢ καὶ περισσότερα χρόνια, ὁπότε ἡ ἀπόλαυση ἦταν διπλή, διότι τὰ παληὰ αὐτὰ βιβλία ἱκανοποιοῦσαν καὶ τὸν ἄλλο φετιχισμό του, τὸ φετιχισμὸ τῆς τυπογραφίας καὶ τῆς βιβλιοδεσίας: τὰ πιὸ ἀγαπημένα του μυθιστορήματα εἶχαν δερμάτινα ἐξώφυλλα, κόκκινους μεταξωτοὺς σελιδοδεῖχτες καὶ ἀνάγλυφα τυπογραφικὰ στοιχεῖα.

Συχνὰ ὀνειρευόταν ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἔγραφε τέτοια μυθιστορήματα, πολύτομα καὶ περίτεχνα, καὶ ὅτι χιλιάδες ἄνθρωποι σὲ ὅλον τὸν κόσμο τὰ διάβαζαν μὲ προσήλωση καὶ μὲ θαυμασμό, καθισμένοι κατὰ προτίμηση σὲ δωμάτια μὲ ξύλινη ἐπένδυση στοὺς τοίχους, μὲ δερμάτινες πολυθρόνες καὶ καναπέδες, μὲ τζάκια ἀπὸ μαντέμι. Ἄλλοτε πάλι, ὀνειρευόταν πώς, παρ᾽ὅλο ποὺ ἦταν ἀναμφίβολα ὁ συγγραφέας τῶν πολυτελῶν αὐτῶν μυθιστορημάτων, ἦταν ἐπίσης κατὰ κάποιο παράδοξο τρόπο καὶ ἕνας ἀνυποψίαστος ἀναγνώστης, ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα τί θὰ συμβεῖ στὴν ἑπόμενη σελίδα καθὼς ξάπλωνε σὲ ἕνα βελούδινο ἀνάκλιντρο μὲ τὸ βιβλίο ἀγκαλιὰ καὶ ἕνα ποτήρι οὐίσκυ στὸ τραπεζάκι δίπλα του. Στὸ πιὸ ἀγαπημένο του ὄνειρο, ὅμως, καὶ τὸ πιὸ σπάνιο, δὲν ἔπαιζε οὔτε τὸν συγγραφέα οὔτε τὸν ἀναγνώστη, ἀλλὰ τὸν ἥρωα. Καὶ μάλιστα, ὄχι τὸν ἥρωα ἑνὸς μόνο μυθιστορήματος, ἀλλὰ μιᾶς σειρᾶς μυθιστορημάτων, καὶ διηγημάτων, καὶ ποιημάτων, κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποκάλυπτε νέες πτυχὲς τῆς συγκλονιστικῆς του προσωπικότητας.

     Παρ᾽ὅλα αὐτά, δὲν εἶχε ἔρθει στὸ νησὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἀπομονωθεῖ σὲ ἕνα σπίτι στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ καὶ νὰ διαβάζει μυθιστορήματα, νὰ σχεδιάζει πλοκὲς ἢ νὰ πλάθει χαρακτῆρες. Στὸ νησὶ εἶχε ἔρθει, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἡλικίας του (δὲν ἦταν τότε οὔτε τριάντα ἐτῶν), γιὰ νὰ χαρεῖ τὴ θάλασσα καὶ τὸν ἔρωτα. Καὶ εἶχε ἐπιλέξει νὰ ἔρθει μόνος του, χωρὶς προκαταβολικὴ ἐρωτικὴ δέσμευση, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ κυνηγήσει εὐειδεῖς ὁμηλίκους καὶ νὰ χαρεῖ τὰ σώματά τους χωρὶς καμμιὰ τροχοπέδη.
     Γι᾽αὐτὸ ἀκριβῶς, δὲν εἶχε φέρει βιβλία μαζί του, παρὰ μόνο ἕνα φτηνὸ ἀστυνομικό, χαρτόδετο, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔνοιαζε ἂν λερωνόταν ἀπὸ τὸ ἀντιηλιακό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔνοιαζε οὔτε κἂν ἂν τὸ ξεχνοῦσε σὲ κάποια παραλία. Ἀντιθέτως, εἶχε φέρει ὅλα ὅσα ταιριάζουν στὴν ἰδέα τῶν ἀνέμελων διακοπῶν σὲ ἑλληνικὸ νησί: δυὸ ζευγάρια γυαλιὰ ἡλίου, βερμοῦδες, σόρτς, καναδυὸ λινὰ παντελόνια, πολλὰ ἀνάλαφρα πουκαμισάκια καὶ πολύχρωμα μακὸ μπλουζάκια, πάνινα παπούτσια˙ἀλλὰ καὶ μοδᾶτα ἐσώρουχα (ἐφαρμοστὰ μποξεράκια τὰ περισσότερα, ὅλα πάντως ὑπογεγραμμένα: calvin klein φυσικά, καὶ armani, καὶ dolce e gabbana), καὶ προφυλακτικὰ σὲ διάφορα σχέδια καὶ χρώματα καὶ ἀρώματα, καὶ κάποια ἄλλα ἐρωτικῆς χρήσεως ἀντικείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μιλᾶ κανείς, ἁπλῶς τὰ ἀνασύρει τὴν κατάλληλη στιγμὴ καὶ τὰ θέτει στὴν ὑπηρεσία τοῦ ὀργασμοῦ.
     Τὸ σπίτι τὸ εἶχε βρεῖ στὸ ἴντερνετ. Δωμάτιο μὲ μπάνιο καὶ βεράντα σὲ παληὸ ἀρχοντικὸ κοντὰ στὴν παραλία, ἔλεγε ἡ ἀγγελία. Μὲ κουζίνα καὶ χώρους ὑποδοχῆς κοινῆς χρήσεως. Οἱ φωτογραφίες ἔδειχναν ὑπνοδωμάτια μὲ διπλὰ κρεββάτια μὲ οὐρανό, καὶ ἕναν κῆπο ποὺ ἁπλωνόταν κατάφυτος μπροστὰ στὴν παραλία. Ἡ τιμὴ ἦταν μόνο εἴκοσι εὐρὼ τὴ βραδιά, τιμὴ εὐκαιρίας, τιμὴ ἀπίστευτη γιὰ Αὔγουστο στὸ νησί. Προτιμοῦνται, ἔλεγε, νέοι ἄνδρες, μόνοι. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἦταν, ὁπωσδήποτε, ὕποπτο. Λόγῳ αὐτοῦ τοῦ προδοτικοῦ δέλτα, λόγῳ τῶν ἀνδρῶν δηλαδή, ποὺ δὲν ἦσαν ἄντρες, φαντάστηκε ὅτι ὁ σπιτονοικοκύρης θὰ ἦταν κάποιος διεφθαρμένος ὑπερῆλιξ ποὺ ἔμενε ἐπίσης σὲ αὐτὸ τὸ σπίτι, πιθανότατα ὅλο τὸ χρόνο˙ στὴν καλύτερη περίπτωση ἔπαιρνε μάτι τοὺς νεαρούς του νοικάρηδες τὴν ὥρα ποὺ κοιμοῦνταν ἢ ἔκαναν μπάνιο, στὴν χειρότερη τοὺς ἐπετίθετο μὲ ἄσεμνες χειρονομίες ὅταν ἐπέστρεφαν, ἡμίγυμνοι, ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν ἦταν ἔτσι, τί εἶχε νὰ φοβηθεῖ; Εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἀπωθήσει, ἢ ἀκόμη καὶ νὰ περιπαίξει, ἕναν διεστραμμένο γέρο. Καὶ ἐπιπλέον, ὑπῆρχε ἕνα σημαντικὸ παράπλευρο ὄφελος: ἐφόσον ἔτσι ξεδιάντροπα ἡ ἀγγελία δήλωνε ὅτι θὰ προτιμοῦνταν νέοι ἄνδρες μόνοι, οἱ πιθανότητες τὰ ἄλλα τρία δωμάτια νὰ καταληφθοῦν ἀπὸ ἄνδρες τῆς δικῆς του συνομοταξίας (δηλαδὴ ὄχι ἁπλῶς νέους καὶ μόνους, ἀλλὰ ἐπίσης ἀνδρικῶν ἐρωτικῶν τάσεων) ἦσαν, ὁπωσδήποτε, αὐξημένες. Θὰ μποροῦσε νὰ συναντήσει στὸ σπίτι αὐτό, καὶ μάλιστα στὸ διπλανὸ δωμάτιο, καὶ ἕναν καὶ δύο καὶ τρεῖς ἄνδρες πρόθυμους νὰ ἐπιδοθοῦν σὲ διαχύσεις καὶ σὲ λαγνεῖες μαζί του˙μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ πηγαίνει γιὰ κολύμπι στὴ θάλασσα, μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ πηγαίνει στὰ μπὰρ τὰ βράδια, μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ περιγελάει τὸν ὑπέργηρο ἀρσενοκοίτη σπιτονοικοκύρη καὶ νὰ τὸν ἀπωθεῖ.
    Μόλις ὅμως ἔφθασε στὸ σπίτι, οἱ προσδοκίες του αὐτὲς διαψεύστηκαν. Καὶ οἱ φόβοι ἐξίσου: κανεὶς ἄλλος δὲν κατοικοῦσε αὐτὸ τὸ σπίτι· καὶ δὲν ὑπῆρχε ὑπέργηρος σπιτονοικοκύρης, τὸν ὑποδέχθηκε μιὰ μεσόκοπη τσεμπεροφοροῦσα, ὀνόματι Διαμάντω, ἡ ὁποία σαφῶς ἦταν ἁπλῶς ἡ καθαρίστρια. Ἡ Διαμάντω τοῦ ἔδωσε τὰ κλειδιά, τοῦ ἔδειξε τοὺς χώρους καὶ τοῦ εἶπε ὅτι καθαρίζει καὶ ἀλλάζει σεντόνια κάθε μεσημέρι. Τὸν ἄφησε ἐπίσης νὰ διαλέξει ποιό ἀπὸ τὰ τέσσερα διαθέσιμα ὑπνοδωμάτια ἤθελε, γιατὶ ἦσαν, τοῦ εἶπε, ὅλα ξενοίκιαστα, πρὸς τὸ παρὸν θὰ ἦταν μόνος του στὸ σπίτι, ἀλλὰ νὰ εἶχε ὑπόψη του ὅτι ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μπορεῖ νὰ ἐμφανιζόταν καὶ ἄλλος νοικάρης.
     Τὸ σπίτι ἦταν πολὺ ὡραιότερο ἀπὸ ὅ,τι φαινόταν στὸ ἴντερνετ. Τὸ ὑπνοδωμάτιό του τεράστιο (εἶχε, βέβαια, ἐπιλέξει τὸ καλύτερο), μὲ κρεββάτι ὑπέρδιπλο, ἕνα σαλονάκι σὲ μιὰ γωνιά, καὶ μιὰ βεράντα μεγαλύτερη ἀπὸ τὸ δωμάτιο, μὲ θέα στὸν ἀχανὴ κῆπο. Τὸ μπάνιο μαρμάρινο, μὲ μπανιέρα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν ἄνετα νὰ ξαπλώσουν τοὐλάχιστον δύο ἄνδρες. Οἱ δὲ «χῶροι ὑποδοχῆς κοινῆς χρήσεως» (ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅμως, ἀποκλειστικὰ δικῆς του χρήσεως), ποὺ τοὺς νόμιζε εὐφημισμὸ γιὰ κάποιο μικρὸ χώλ, ἦσαν μιὰ μοναστηριακοῦ τύπου τραπεζαρία γιὰ δώδεκα ἄτομα, μία μεγάλη σάλα ὅπου χωροῦσαν τέσσερεις καναπέδες καὶ ἕνα πιάνο μὲ οὐρά, καί, τὸ συγκλονιστικότερο, ἕνα ἀκόμη δωμάτιο, μεγαλύτερο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴ σάλα, ἐπιπλωμένο μὲ δερμάτινα Chesterfield, τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ τοῖχοι καλύπτονταν ἀπὸ ξύλινες βιβλιοθῆκες μὲ τζάμια, γεμάτες βαρύτιμα παλαιὰ βιβλία σὲ διάφορες γλῶσσες.
     Πάντως, ἡ παραλία δὲν ἦταν κοντά. Ὀπτικὴ ἀπάτη ἦταν ἡ ἐγγύτητα τῆς θάλασσας στὶς φωτογραφίες στὸ ἴντερνετ: ὁ κῆπος κατέληγε σὲ ἕνα γκρεμὸ καὶ ἡ θάλασσα ἁπλωνόταν περίπου ἑκατὸ μέτρα πιὸ κάτω, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴ φθάσεις θὰ ἔπρεπε νὰ κατέβεις ἕνα μονοπάτι κυκλικό, καὶ θὰ ἔπαιρνε, ὑπολόγιζε, τοὐλάχιστον μισὴν ὥρα ἡ διαδρομή. Δὲ βαριέσαι, δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ τἄχει ὅλα. Καὶ αὐτὰ ποὺ εἶχε, μὲ εἴκοσι εὐρὼ τὴν ἡμέρα, ἦσαν ἤδη πάρα πολλά. Ἂν ἦταν τυχερός (καὶ ἤδη αἰσθανόταν ἰδιαίτερα τυχερός), σὲ μιὰ δυὸ μέρες τὸ πολὺ θὰ ἐμφανιζόταν καὶ ἄλλος ἔνοικος καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ διασκεδάζουν μαζὶ ποικιλοτρόπως.
      Ἡ Διαμάντω ἔφυγε καὶ τὸν ἄφησε νὰ τακτοποιηθεῖ. Ἡ ὥρα ἦταν ἤδη ὀχτὼ καὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ βραδιάζει. Ἄδειασε τὸ σάκο του, τακτοποίησε τὰ ροῦχα στὶς ντουλάπες καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἀντικείμενα στὸ μπάνιο καὶ στὸ συρτάρι τοῦ κομοδίνου του, γδύθηκε, μπανιαρίστηκε, ἀρωματίστηκε καὶ πῆγε, ἔτσι γυμνός, νὰ ἐξερευνήσει λίγο τὴ βιβλιοθήκη πρὶν βγεῖ νὰ γευθεῖ τὴν νυχτερινὴ ἔκλυση τοῦ νησιοῦ. Ὑπῆρχαν χιλιάδες βιβλία ἐκεῖ μέσα, ὅλα δερματόδετα, ὅλα πολυτελῆ. Ἀκόμη καὶ κάποια (ποιητικὲς συλλογές, ἰδίως) ποὺ γνώριζε ὅτι εἶχαν ἐκδοθεῖ μόνο σὲ χαρτόδετη ἐκδοχή, ἦσαν δεμένα, μὲ σκοῦρα δερμάτινα ἐξώφυλλα καὶ βαθυκόκκινους σελιδοδεῖχτες – ὁ ἰδιοκτήτης προφανῶς ἔπασχε ἀπὸ τὸν ἴδιο φετιχισμὸ τῆς βιβλιοδεσίας, ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα νὰ δίνει τὰ βιβλία γιὰ δέσιμο σὲ καλλιτέχνες βιβλιοδέτες πρὶν τὰ τοποθετήσει ἀνάμεσα στὰ ἄλλα του κομψοτεχνήματα.
     Ἦταν, ἀναμφίβολα, παράδοξο ὅτι αὐτὸς ὁ θησαυρὸς εἶχε ἀφεθεῖ ἔτσι ξεκλείδωτος καὶ μποροῦσε νὰ γίνει βορὰ τῶν τυχάρπαστων ἐνοικιαστῶν τοῦ καλοκαιριοῦ˙ ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἦσαν βιβλιόφιλοι (καὶ οἱ περισσότεροι νέοι ἄνδρες, μόνοι ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἦσαν), κάποιοι θὰ ἀντιλαμβάνονταν ὅτι αὐτὰ τὰ βιβλία εἶχαν καὶ σημαντικὴ χρηματικὴ ἀξία καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ μποῦν στὸν πειρασμὸ νὰ τὰ ὑπεξαιρέσουν. Ἴσως, ὅμως, ὁ ἀόρατος ἰδιοκτήτης νὰ μὴν ἐνδιαφερόταν τελικὰ γιὰ τὰ βιβλία ποὺ θὰ ἔχανε, ἴσως νὰ τὸν ἐνδιέφερε περισσότερο ἡ θέα ἢ καὶ ἡ συντροφιὰ τῶν ἀνδρῶν ποὺ σχεδὸν φιλοξενοῦσε. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκλεισθεῖ καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ κρυβόταν κάπου μέσα στὸ σπίτι, νὰ καραδοκοῦσε μέσα σὲ κάποιο μυστικὸ δωμάτιο κρυμμένο πίσω ἀπὸ κάποια βιβλιοθήκη, νὰ παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὸν νεαρὸ ἄνδρα ποὺ ὁλόγυμνος περιεργαζόταν τὰ βιβλία καὶ νὰ περίμενε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ κάνει τὴν ἐρωτική του ἐπίθεση.
     Ὁ T. ἀνατρίχιασε στιγμιαῖα στὴ σκέψη ὅτι μπορεῖ, πράγματι, ὁ μυστηριώδης ἰδιοκτήτης νὰ τὸν παρακολουθοῦσε καθὼς κατέβαζε ἀπὸ ἕνα ράφι τὸ ὁποῖο εἶχε τεντωθεῖ γιὰ νὰ φθάσει τὴν πρώτη ἔκδοση τῆς Δίκης τοῦ Κάφκα. Ἀπόδιωξε ὅμως τὴ σκέψη αὐτὴ ὡς μυθιστορηματική, ξάπλωσε σὲ ἕναν καναπὲ στὴ μέση τοῦ δωματίου καὶ ἄρχισε νὰ ξεφυλλίζει καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ διαβάζει. Μετὰ τὶς πρῶτες πενήντα σελίδες, ἀποφάσισε ὅτι δὲν ἤθελε τελικὰ νὰ βγεῖ ἔξω, καὶ ἐνῶ ὣς τότε ἔλεγε στὸν ἑαυτό του, μὲ κάποια ἐνοχή, ὅτι δυὸ τρεῖς σελίδες ἀκόμη θὰ διάβαζε καὶ θὰ ἔφευγε καὶ θὰ πήγαινε νὰ ἀναζητήσει ἕνα σῶμα πρόθυμο στὰ μπὰρ τῆς χώρας, τώρα ξάπλωσε μὲ μεγαλύτερη, ἀπρόσκοπτη νωχέλεια καὶ βυθίστηκε στὴν ἐξιστόρηση τῶν περιπετειῶν τοῦ Josef K.
    Ὅταν ξύπνησε ἦταν σχεδὸν μεσημέρι. Μὲ τὸν Κάφκα στὴν ἀγκαλιά του, πῆγε τρέχοντας στὸ δωμάτιό του, νὰ βάλει ἕνα ροῦχο πάνω του πρὶν ἔρθει ἡ Διαμάντω καὶ τὸν βρεῖ τσίτσιδο. Σκέφτηκε νὰ βάλει τὸ μαγιό του καὶ νὰ κατεβεῖ στὴν παραλία, ἀλλὰ δικαιολογήθηκε στὸν ἑαυτό του ὅτι ἦταν ἀκόμη κουρασμένος ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μείνει ἕνα πρωινὸ μέσα νὰ ξεκουραστεῖ, ἄλλωστε ὁ ψυχαναγκασμὸς ὅτι πρέπει νὰ πηγαίνει κανεὶς γιὰ μπάνιο στὴ θάλασσα καθημερινῶς ἐφόσον βρισκόταν διακοπὲς σὲ νησὶ ἦταν μικροαστικὸς καὶ ὑπῆρχε ἐπίσης τὸ ἐνδεχόμενο ἡ Διαμάντω νὰ τοῦ ἔφερνε ἕναν καινούριο νοικάρη, ἀξιέραστο καὶ πρόθυμο, τὸν ὁποῖο καλὸ θὰ ἦταν νὰ ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ κατακτήσει. Φόρεσε λοιπὸν ἕνα τζὴν καὶ ξυπόλητος καὶ γυμνὸς κατὰ τὰ ἄλλα (ἦταν, ἀκόμη, λεπτός, μὲ σῶμα ἀξιοθαύμαστο) πῆγε στὴν κουζίνα, ἔφτιαξε καφέ, ἄναψε τσιγάρο καὶ βολεύτηκε στὴ σάλα, σὲ μιὰ πολυθρόνα ποὺ ἔβλεπε τὴν εἴσοδο. Τὸν Κάφκα τὸν εἶχε βάλει στὴν τσάντα του, στὸ δωμάτιό του, διότι δὲν εἶχε, βέβαια, καμμιὰ πρόθεση νὰ τὸν ἐπιστρέψει.
    Μετὰ ἀπὸ λίγο ἀκούστηκε κλειδὶ στὴν πόρτα, ἀλλὰ ὄχι ὁμιλίες. Μὲ ἀδημονία προσήλωσε τὸ βλέμμα του, εἶδε ὅμως τὴ Διαμάντω μόνη, μὲ δύο πλαστικὲς σακοῦλες ἀπὸ τὸ σοῦπερ μάρκετ. Τὸν χαιρέτησε καὶ ἀποσύρθηκε στὴν κουζίνα, ὅπου τὴν ἀκολούθησε κι αὐτὸς γιὰ νὰ φτιάξει δεύτερο καφέ. «Πῶς καὶ δὲν πῆγες στὴ θάλασσα;» τὸν ρώτησε. Τῆς εἶπε ψέμματα πὼς ξενύχτησε, σηκώθηκε ἀργά, θὰ πήγαινε ἀργότερα, δὲν ὑπῆρχε πάντως λόγος νὰ τοῦ φτιάξει τὸ δωμάτιό του. Ἡ Διαμάντω χαμογέλασε χωρὶς νὰ πεῖ λέξη. Αὐτὸς πῆρε τὸν καφέ, κλείστηκε στὸ δωμάτιό του καὶ περίμενε πότε θὰ φύγει ἡ Διαμάντω νὰ τὸν ἀφήσει ἥσυχο. Εὐτυχῶς, δὲν ἄργησε, δὲν εἶχε ἄλλωστε καὶ πολλὰ νὰ κάνει, τὸ πολὺ μιὰ ὥρα ἀργότερα ἄκουσε τὴν πόρτα τῆς εἰσόδου νὰ κλείνει, περίμενε πέντε λεπτὰ ἀκόμη νὰ βεβαιωθεῖ, ἔβγαλε τὸ τζήν του καὶ ἐπέστρεψε γυμνὸς στὴν βιβλιοθήκη.
     Θὰ μείνω ἐδῶ, σκέφτηκε, δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὰ λόγος νὰ βγαίνω, ἴσως μόνο γιὰ τὰ ἀπαραίτητα, τρόφιμα καὶ τσιγάρα δηλαδή, θάλασσες θὰ βρῶ πολλὲς στὴ ζωή μου, καὶ διασκεδάσεις καὶ ἄνδρες πρόθυμους καὶ ἐρωτοπραξίες, ἀλλὰ τέτοια βιβλιοθήκη δὲν θὰ ξαναβρῶ ὁλόκληρη στὴ διάθεσή μου, θὰ μείνω ἐδῶ καὶ θὰ διαβάζω, καὶ θὰ χαϊδεύω τὶς ράχες τῶν βιβλίων καὶ θὰ εὐχαριστιέμαι ὅπως δὲν εἶναι πιθανὸ νὰ ξαναευχαριστηθῶ ποτέ.
     Στάθηκε μπροστὰ σὲ ἕνα τυχαῖο ράφι. Δὲν τὸ εἶχε παρατηρήσει τὸ προηγούμενο ἀπόγευμα, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ λογικὴ στὴν ταξινόμηση τῶν βιβλίων: βιογραφίες, ποιήματα, μυθιστορήματα, θεωρητικὰ βιβλία (ψυχανάλυση, κοινωνιολογία, κριτικὴ) ἦσαν ὅλα ἀνάκατα στὸ ἴδιο ράφι, σὲ διάφορες γλῶσσες, μὲ διάφορους συγγραφεῖς, ἀπὸ διάφορες χρονικὲς περιόδους. Δὲν πειράζει, σκέφτηκε, ἄλλωστε δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ψάξει κάτι συγκεκριμένο γιὰ νὰ διαβάσει, θὰ ἔπαιρνε κάτι στὴν τύχη, πῆγε σὲ ἕνα ἄλλο ράφι, ἔκλεισε τὰ μάτια, καὶ κατέβασε τὸ πρῶτο παχουλὸ βιβλίο ποὺ ἔπιασε, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἦταν μυθιστόρημα.
    Καὶ ἦταν. Γνωστὸ καὶ αὐτό, ὅπως ἡ Δίκη, τὸ εἶχε ξαναδιαβάσει πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔνοιαζε, ἡ ἀπόλαυση αὐτῶν τῶν μυθιστορημάτων δὲν μειωνόταν μὲ τὶς ἐπαναναγνώσεις, ὅπως δὲν μειωνόταν καὶ ἡ ἐρωτικὴ ἀπόλαυση ὅταν κανεὶς ξαναγαμοῦσε τὸν ἴδιο ἄνδρα. Ἡ προσμονὴ τῆς ἀπόλαυσης τοῦ συγκεκριμένου μυθιστορήματος εἶχε, μάλιστα, καὶ ὀφθαλμοφανεῖς συνέπειες στὸ σῶμα του: εἶχε ἀρχίσει νὰ καυλώνει.
    Ὄχι, δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐρωτικὸ μυθιστόρημα, τοὐλάχιστον ὄχι μὲ τὴν κοινὴ ἔννοια τῆς λέξης. Ἐντούτοις, ὅταν ξεκίνησε νὰ τὸ διαβάζει ἀντιλήφθηκε πὼς ἡ στύση του δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποχωρήσει, ἀντιθέτως, μὲ κάθε σελίδα μεγάλωνε καὶ σκλήραινε, καὶ ὅταν ἔφθασε στὴν τρίτη μέρα τοῦ ἡμερολογίου τοῦ Jonathan Harker, δὲν μπόρεσε ἄλλο νὰ συγκρατηθεῖ, ἦρθε σὲ ὀργασμὸ μεγαλειώδη καὶ ἐπίπονο, ἐνῶ πίσω ἀπὸ τὰ βιβλία, κρυμμένος στὸ μυστικό του τάφο, ὁ ὑπέργηρος πράγματι οἰκοδεσπότης τὸν παρακολουθοῦσε λιγωμένος καὶ περίμενε πότε θὰ ἔρθει ἡ νύχτα, πότε θὰ ἀπολαύσει ἐπιτέλους τὸ σῶμα αὐτὸ ποὺ μόνο ἀπὸ τὶς σχισμὲς τῶν μυθιστορημάτων μποροῦσε νὰ θαυμάσει.
Ἂν καὶ δὲν τὸ ἤξερε ἀκόμη, ὁ Τ. εἶχε ἤδη πραγματοποιήσει τὸ ὄνειρό του.
*
photo© Στράτος Φουντούλης, Αγκόνα 2008.
Advertisements