Ηρώ Νικοπούλου, Ασύμπτωτοι

by SF


Διήγημα

— Πουθενά, ούτε ένα σινεμά;
— Τώρα κάτι είπες, ψύλλοι στ’ άχυρα…
— Καλά, και με το φαγητό δηλαδή, που έλεγες, το ίδιο σκηνικό παίζει;
— Ε, ναι…
— Κι εσύ τί κάνεις;
— Μάλλον δεν κατάλαβες ακόμα τι τραβάω.
— Για να ’μαι ειλικρινής, όχι. Δηλαδή, ας πούμε για παράδειγμα, αφού σου αρέσουν τόσο πολύ οι μπάμιες γιατί μου είπες ότι τις στερείσαι;
Η Λιάνα ρούφηξε με θόρυβο την πορτοκαλάδα και κοίταξε απορημένα την παιδική της φίλη.
— Δεν αρέσουν στον Πίπη.
— Δεν του αρέσουν οι μπάμιες… που θα φας εσύ;
— Πού να μαγειρεύω δύο φαγητά…είναι πολύπλοκο…
— Ναι, και παντελόνια… που δεν είναι πολύπλοκο… γιατί δεν φοράς;
— Ωραία, δεν του αρέσουν, φχαριστήθηκες; Και μην ειρωνεύεσαι, αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο κι ας μη φαίνεται.
— Μήπως επειδή εκείνος τα φοράει συνέχεια; είπε παιχνιδιάρικα η Λιάνα. Η Ρόζα σούφρωσε τα χείλια πεισμωμένα και δεν ανταποκρίθηκε.
— Καλά, θα σηκώνω προειδοποιητικό πανώ άλλη φορά όταν θα κάνω πλάκα, αμάν πιά.
— Λες κρυάδες.
— Ενώ εσύ…
— Εγώ τί;
— Παραδίνεις την ζωή σου στις ορέξεις ενός άλλου.
— Δεν είναι ένας άλλος, είναι ο άντρας μου.
— Μάλιστα, κι αυτό νομιμοποιεί παράδοση άνευ όρων;
— Και τί να κάνω δηλαδή, να τσακώνομαι συνέχεια;
— Όχι βέβαια, δεν είναι λύση.
— Γι αυτό σου λέω…
— Απλώς να είσαι ο εαυτός σου, τόσο δύσκολο είναι αυτό;
— Δεν ξέρω… ποιό κομμάτι του ακριβώς, εννοείς;
— Τί ποιό κομμάτι;
— Ο εαυτός μου αποτελείται πλέον από δύο τουλάχιστον κομμάτια, το εντελώς δικό μου το αρχικό και αρκετά ξεθωριασμένο οφείλω να ομολογήσω, και το μπολιασμένο από τον Πίπη.
— Νερατζιά είσαι μωρέ να σε μπολιάσει, τί μου τσαμπουνάς;
— Κι όμως, ώρες-ώρες δεν θυμάμαι ας πούμε, αν η τάδε σκέψη ήταν δική μου ή δική του, την είπα εγώ ή εκείνος, το Χι πράγμα το πιστεύω εγώ ή εκείνος; Άλλαξα συνήθειες, γούστα…Μέχρι και κόμμα άλλαξα.
— Πειθαναγκάστηκες αν κατάλαβα καλά, δεν άλλαξες από μόνη σου.
— Ε… ίσως…
— Λοιπόν όσο το σκέφτομαι, μου κάνει εντύπωση που δεν μου έχεις πει σχεδόν ποτέ για κάτι καλό πάνω του, ή έστω για κάτι στο οποίο συμφωνείτε.
Τα μάτια της Ρόζας συννέφιασαν,
— Ποτέ;
— Σχεδόν, κι αναρωτιέμαι δεν θα μπορούσες να εστιάσεις στα κοινά σας ενδιαφέροντα, εκεί που συμπίπτετε τέλος πάντων, και να επικοινωνείτε μέσα απ’αυτά;
Η Ρόζα της έριξε ένοχο φευγαλέο βλέμμα.
— Κι όσο για τα υπόλοιπα να τα διεκδικείς, όχι να κάθεσαι να βλέπεις μέχρι και τούρκικα σήριαλ που ξερνάς.
Η Ρόζα ανακάτευε τώρα με προσήλωση το λιωμένο παγωτό της.
— Εκτός κι αν είσαι κρυπτομαζοχίστρια, συμπλήρωσε η Λιάνα πειρακτικά.
— Δεν ξέρω τί είμαι…, τον παντρεύτηκα στα δεκαεννιά.
— Ναι αλλά δεν γίνεται τριάντα χρόνων γάμος να είναι μονάχα ο μακρύς κατάλογος παραπόνων που μου απαριθμείς συνήθως.
Έψαξε για το βλέμμα της Ρόζας που είχε σκύψει και έστρωνε τις ζάρες του καλτσόν της σιωπηλή.
— Τί, δεν μπορεί, υπάρχουν κάποια κοινά, σωστά;
Η πεισμωμένη σιωπή απ’ την άλλη μεριά του τραπεζιού την έκανε ν’ αλλάξει θέμα.
— Πότε είπες είναι το επόμενο ραντεβού σου στον οφθαλμίατρο;
— Την Πέμπτη, δυστυχώς, ούτε κατάλαβα πως πέρασε κι αυτός ο μήνας.
— Όλα καλά θα πάνε, θα σου τηλεφωνήσω να μάθω τα νέα. Αλήθεια δεν μου είπες σ’ αρέσει το φουστάνι μου, χθες το πήρα;
Η Ρόζα την κοίταξε με βλέμμα θολό .
— Είναι πολύ βαθύ το ντεκολντέ νομίζω και πολύ γαλάζιο…στον Πίπη δεν αρέσουν τα ανοιχτόχρωμα…
***
Το σαλονάκι του ιατρείου είχε δύο δερμάτινους μπορντώ καναπέδες, πέντε καρέκλες Μπρόιερ μεταλλικές και ένα κρυστάλλινο τραπέζι με αραδιαμένα περιοδικά. Η πόρτα που οδηγούσε στο γραφείο ήταν ξύλινη. Ο Πίπης ξεφύλλιζε από ώρα ένα κυνηγητικό φυλλάδιο· η Ρόζα είχε μελετήσει όλα τα περιοδικά που υπήρχαν εκεί μέσα, άλλωστε το πιο πρόσφατο ήταν της προηγούμενης πενταετίας. Τα τελευταία δύο χρόνια επισκέπτονταν τον γιατρό κάθε μήνα για την θεραπεία της. Τώρα προσπαθώντας να τιθασεύσει την δυσθυμία της, κοιτούσε με ζήλια τον καταπράσινο μπένζιαμιν μπροστά από την τζαμαρία. Στον Πίπη δεν άρεσαν τα φυτά εσωτερικού χώρου, τα θεωρούσε μικροαστική πόζα. Τα φυτά, έλεγε, τα έπλασε η φύση στην ύπαιθρο και στον καθαρό αέρα, τί δουλειά έχουν μέσα στις οικιακές μας διοξίνες και στους μίζερους καπνούς, ας βρούμε άλλους τρόπους να θεραπεύσουμε την υπολανθάνουσα οικολογική μας ευαισθησία. Έλεγε. Και η Ρόζα συμφωνούσε. Ήταν πιο βολικό να συμφωνεί.
Ξανακοίταξε με νοσταλγία το τρυφερό δεντράκι. Ένας δυνατός πόνος την μαχαίρωσε χαμηλά στην κοιλιά. Προς στιγμήν σκέφτηκε το χθεσινό φαγητό, να την πείραξε κάτι; Όμως ένας δεύτερος σφάχτης επισφράγισε το είδος του πόνου που απεχθανόταν περισσότερο. Τα έμμηνα την τάραζαν συνεπέστατα κάθε μήνα και της θύμιζαν με τον οδυνηρότερο τρόπο την μεγαλύτερη από τις παραιτήσεις της. Ο Πίπης δεν ήθελε παιδιά.
Έπαιξε τα βλέφαρα, τα έσφιξε δυνατά να πνίξει το τσούξιμο και την αγωνία που ανέβηκε απρόσκλητη. Δεν τη φόβιζαν τόσο οι ενέσεις που αναγκαζόταν να κάνει πάνω στην κόρη του ματιού –που στο άκουσμά τους όλοι ανατρίχιαζαν , όσο τα αποτελέσματα των μετρήσεων της όρασής της που διαρκώς μειωνόταν. Κι ο Πίπης πάντα πλάι της, επί δύο χρόνια αποστασιοποιημένος συμπαραστάτης. Σήμερα όμως περίμεναν τις απαντήσεις και των δικών του εξετάσεων, γιατί τους τελευταίους μήνες είχε παρόμοια συμπτώματα. Η όρασή του τού έπαιζε παιχνίδια.
Έξω το σούρουπο έπεφτε βαρύ κι αθόρυβο σαν πάχνη, είχαν φύγει και οι τελευταίοι ασθενείς, στο σαλονάκι η σιωπή ήταν αφόρητη. Όταν άνοιξε η ξύλινη πόρτα του γραφείου καμώθηκαν και οι δυο τους πολύ απορροφημένους. Ο γιατρός αναγκάστηκε να κροταλίσει τις ρόγες των δαχτύλων του στο πόμολο για να τους αποσπάσει την προσοχή κι έπειτα με τα χέρια απλωμένα σε ημιέκταση σαν να εκφωνούσε πανηγυρικό, αναφώνησε:
— Ε, Αυτό δεν το έχω ξαναδεί!
Ο Πίπης και η Ρόζα απέφυγαν να κοιταχτούν, ο γιατρός συνέχισε.
— Είναι από τα πιο απίθανα πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν!
Πρώτη τόλμησε να σαλέψει η Ρόζα.
— Τί συμβαίνει γιατρέ;
— Έχω δει κι έχω δει στην σταδιοδρομία μου περιπτώσεις, αλλά ζευγάρι που να παρουσιάζει ακριβώς την ίδια ασθένεια· και μάλιστα τόσο σπάνια ασθένεια, τί να πω!
Ο Πίπης σηκώθηκε ταραγμένος.
— Βγήκαν οι εξετάσεις μου;
— Δυστυχώς αγαπητέ μου, έχουμε πρόβλημα. Αλλά μην ανησυχείτε θα εφαρμόσουμε ακριβώς την ίδια θεραπεία με της συζύγου σας και όλα θα πάνε καλά.
Ο Πίπης ξέμεινε για δευτερόλεπτα αμήχανος. Έπειτα ξερόβηξε και ρώτησε.
— Και ποιά είναι η γνώμη σας, πώς δηλαδή παρουσιάστηκε έτσι ξαφνικά και σ’ εμένα; Μήπως τελικά είναι κολλητικό;
— Όχι δεν είναι κολλητικό, αυτό σας το δηλώνω μετά βεβαιότητος. Πρόκειται όμως για μια εξαιρετικά σπάνια κι ενδιαφέρουσα σύμπτωση!
Ο Πίπης κοίταξε ερωτηματικά τη Ρόζα, εκείνη όμως ήταν στραμμένη τόσο βαθειά της που δεν του έδωσε καμία σημασία. Οι διαδικασίες που ακολούθησαν, η πληρωμή και η αποχώρηση έγιναν μέσα σε φόντο βουβής ασπρόμαυρης ταινίας.
Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους ο γιατρός πλησίασε προς το παράθυρο του δρόμου και κοιτώντας τους ρεμβαστικά ψιθύρισε:
— Τέτοια σύμπτωση! Πάντα έλεγα πως ήταν παράξενο ζευγάρι, αλλά τέτοια ψυχική συμπαράσταση, είναι αξιοζήλευτη!
©Ηρώ Νικοπούλου
photo©soulemama.com
*
Διήγημα από τη συλλογή Ελληνιστί: ο Γρίφος,
όπου θα παρουσιαστεί σήμερα Πέμπτη 
30 Μαΐου 2013 στις 9:00 μ.μ. στο art bar
ποιήματα κι εγκλήματα των εκδόσεων
Γαβριηλίδη, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι
(μεταξύ Αθηνάς και Αιόλου) από τον 
κριτικό Αλέξη Ζήρα και 
τον συγγραφέα Ανδρέα Μήτσου.
Advertisements