Αλέξανδρος Σάντο, Η Εποχή

by SF

Ένας άντρας και μια γυναίκα περπατούν σε ένα σοκάκι. Σταματούν κάτω από έναν στύλο της ΔΕΗ και φιλιούνται. Η γυναίκα ξεφεύγει και τραβάει τον άνδρα γελώντας. Πίσω τους περπατάνε τρεις άνδρες. Δεν τους έχουν δει. Το κινητό του άντρα χτυπάει και σταματάει για να απαντήσει. Η γυναίκα τον αγκαλιάζει. Οι τρεις άνδρες τους πλησιάζουν. Φτάνοντας στον στύλο της ΔΕΗ, το μέταλλο στις παλάμες τους λάμπει. Ο άνδρας κλείνει το κινητό και τους κοιτάζει φοβισμένος. Το μέταλλο σκίζει τον αέρα. Δυο μαχαιριές. Το αίμα στα πλακάκια προσπαθεί να ξεφύγει σαν στρατιώτης που σέρνεται στα χαρακώματα. Οι άλλοι δύο ρίχνουν την γυναίκα στο έδαφος. Ο άνδρας σηκώνεται. Τρίτη μαχαιριά. Η γυναίκα ουρλιάζει. Την σταματά ο τρίτος πούτσος που ανοίγει χώρο μέσα στο στόμα της. Στο λαχάνιασμα των ανδρών, στα ουρλιαχτά της γυναίκας, στους ρόγχους του άνδρα, στις βίαιες κινήσεις, στο αίμα, στο σάλιο, στο σπέρμα δεν υπάρχει ούτε ζωή ούτε θάνατος. Υπάρχει μόνο το φως του στύλου και το μαχαίρι.

 

*
– Έλα.
– Έλα, Αλκιβιάδη.
– Παντρεύομαι.
– Τι πράγμα;
– Το σκέφτηκα πολύ καλά, είμαι αποφασισμένος, είναι η γυναίκα της ζωής μου. Μένουμε ήδη μαζί, δεν θα αλλάξει τίποτα. Εξάλλου αισθάνομαι σαν πατέρας για το παιδί. Ξέρω τι θα μου πεις, τα έχω σκεφτεί και δεν με ενδιαφέρουν.
– Καλά τι βλακείες πας και κάνεις; Πού πας και μπλέκεις;. Αφού ξέρει ότι ο πατέρας σου είναι πλαστικός χειρουργός, μωρέ. Οι γυναίκες είναι πονηρές!
– Τι μαλακίες λες, μωρέ;! Εγώ έκανα την πρόταση. Κοίτα δεν έχω όρεξη. Είμαι χαρούμενος. Αν θες…
– Αν παντρευτείς, σταματάω να σου στέλνω χρήματα.
– Ναι, το ξέρω.
– Ρε δεν πας να κάνεις ό,τι θέλεις.
– Αυτό θα κάνω.
– Ρε αγόρι μου, ξύπνα. Σταμάτα να ζεις στο παραμυθάκι σου. Είσαι 19 χρονών. Θα καταστρέψεις το μέλλον σου.
– Καλά, τα λέμε. Μην έρθεις στον γάμο.
«Τι είπε;»
«Αυτά που περιμέναμε.»
« Πεινάς;»
«Ναι.»
« Δεν καταλαβαίνει.»
«Το ξέρω. Νομίζω όμως ότι έκανα καλά που του το είπα. Έπρεπε να το μάθει.»
«Ναι, το ξέρω.»
« Από αύριο ψάχνω για δουλειά.»
«Πάλι σε εκβίασε;! Καλά, αυτός λέει ότι είναι και πιστός! Εσύ που δεν πιστεύεις, περισσότερο Τον καταλαβαίνεις από εκείνον.»
« Δώσε μου ένα πιρούνι. Για εκείνον ο γάμος είναι δέσμευση και υποχρεώσεις. Δεν καταλαβαίνει ότι το μόνο πράγμα που μπορεί να σε δεσμεύσει και να σε υποχρεώσει είναι τα συναισθήματα. Είσαι με τον άλλον, γιατί τον αγαπάς. Όχι επειδή υπέγραψες ένα γαμημένο χαρτί. Αλλιώς τι νόημα έχει; Ο γάμος είναι μια γιορτή χαράς, όχι καταδίκη. Και να σου πω και κάτι; Με εκνευρίζει να τους βλέπω έτσι. Μηχανές έχουν καταντήσει. Θεωρούν ότι η υλική αφθονία ολοκληρώνει τον άνθρωπο περισσότερο απ’ την αγάπη. Δεν αγάπησαν ποτέ πραγματικά. Ζουν μόνο για το μέλλον. Έχουν σκατώσει τις ζωές τους, έχουν γεράσει πρόωρα και νομίζουν ότι τα γηρατειά αυτά είναι ο ρεαλιστικότερος τρόπος για να δεις την ζωή. Αρχίδια. Είναι άρρωστοι, είναι παράσιτα που για να επιβιώσουν νιώθουν την ανάγκη να μολύνουν και τους υπόλοιπους. Αυτό τους ευχαριστεί.» « Μην το σκέφτεσαι άλλο. Σ’ αγαπάω.»
« Κι εγώ σ’ αγαπάω.»
*
Σηκώθηκε κι έκλεισε το ξυπνητήρι, πριν χτυπήσει. Έμεινε για λίγο ξαπλωμένος στον καναπέ, κοιτώντας το ταβάνι. Την προηγούμενη μέρα τους είχαν ενημερώσει για τις ερχόμενες απολύσεις που προέβλεπε η νέα κρατική απόφαση. Σε λίγους μήνες έληγε και η σύμβασή του. Φόρεσε τις παντόφλες και πήγε στην τουαλέτα. Στην τράπεζα του έμεναν 300 ευρώ. Αν οι δουλειές πήγαιναν καλά, ίσως και να είχε 1-2 επεμβάσεις μέχρι το τέλος του μήνα. 19 χρονών κι αποφάσισε να παντρευτεί. Εδώ εγώ δεν ξέρω αν αύριο θα δουλεύω, κι εκείνος θέλει να μεγαλώσει οικογένεια χωρίς να έχει πτυχίο.
Άλειψε μια καλά μετρημένη ποσότητα οδοντόκρεμας στην οδοντόβουρτσα. Σιγά – σιγά σχηματίστηκε γύρω απ’ τα χείλη του ένα λευκό ρυάκι. Κύλησε για λίγο κι έπειτα σταμάτησε στις τρίχες του πιγουνιού του. Έπλυνε το στόμα του κι έπιασε το ξυραφάκι. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Είχε δυο σχετικά μεγάλα αυτιά, μεσαία μύτη, χείλη μετρίων διαστάσεων και επιδερμίδα διχασμένη μεταξύ της αραβικής καταγωγής και της μετανάστευσής του στην Ευρώπη. Τα χαρακτηριστικά του συμπλήρωναν δυο παράλληλα αυλάκια που πλαισίωναν τα χείλη και οφείλονταν στα δουλικά χαμόγελα που σκορπούσε μπροστά σε φίλους και συνεργάτες.
Χτένισε προσεκτικά τα μαλλιά του προς τα πίσω, για να κρύβουν την αρχή μια φαλάκρας στην κορυφή του κεφαλιού, και σκούπισε τα γυαλιά του. Θα έτρωγε κάτι στον δρόμο. Πήρε τα κλειδιά και ξεκίνησε για την δουλειά.
*
«Θα φτιάξω κοτόσουπα.»
«Εντάξει.»
«Το ψωμί πού είναι;»
«Τελείωσε.»
«Τελείωσε; Βρε αγάπη μου, πήγαινε να πάρεις.»
«Σε λίγο.»
«Αλκιβιάδη;»
« Ναι, αγόρι μου;»
«Τι σημαίνει πυρήνας;»
« Πυρήνας… Χμ, για να δούμε, πώς να στο εξηγήσω… Πυρήνας είναι γενικά το κέντρο ενός πράγματος.»
«Α.»
«Τι λέτε;»
«Προσπαθώ να του εξηγήσω τι είναι ο πυρήνας.»
«Αλκιβιάδη;»
«Ναι;»
« Πού είναι ο πυρήνας της Γης;»
« Βαθιά στο χώμα, στο κέντρο της.»
« Μα ο πυρήνας είναι πολύ μεγάλος, πώς χωράει μέσα στην Γη;»
«Ο πυρήνας είναι όντως πολύ μεγάλος. Σε σχέση όμως με την Γη είναι μικρός. Τα πράγματα έχουν κάποιες ιδιότητες, είναι δηλαδή κάτι, ανάλογα με το πράγμα με το οποίο τα συγκρίνουμε. Για παράδειγμα, αν πάρεις έναν μέτριο και τον βάλεις σε μια τάξη με ηλίθιους, θα μοιάζει έξυπνος. Αν όμως τον βάλεις σε μια τάξη με πολύ έξυπνα παιδιά, θα φαίνεται ηλίθιος.»
« Θα πας να πάρεις ψωμί;»
«Ναι, τώρα. Μικρέ, θα ‘ρθεις μαζί μου;»
« Ναι.»
*
Έβγαλα το παλτό μου και το έβαλα κάτω απ’ τη μασχάλη μου. Έκανε τρομερή ζέστη κι ας είχαμε μόλις μπει στον Φλεβάρη. Στον δρόμο για τον φούρνο υπήρχε ένα παρκάκι με μερικές κούνιες. Κάθισα σε ένα παγκάκι και ο Δημήτρης πήγε να παίξει. Απέναντι είχαν καθίσει ένας γέρος και μια γριά. Μια πεταλούδα στάθηκε για μια στιγμή πάνω μου κι έπειτα πέταξε μακριά.
« Χωρίσανε παιδάκι μου.»
«Κιόλας;»
«Ναι, σου λέω. Αλλά το περίμενα γω. Όλο έπινε αυτός.»
«Ποιος στο πε;»
«Η Κική καλέ. Είναι γειτόνοι.»
«Αλκιβιάδη;»
« Εκείνος γυρνούσε τα χαράματα και…»
Πάω στοίχημα ότι μόλις γυρίσατε απ’ την εκκλησία, κωλόγεροι.
«Λένε ότι την χτυπούσε. Ο ξάδερφός μου…»
«Αλκιβιάδη;»
«Ναι, αγόρι μου;»
«Χρωστάει παντού σου λέω. Το έμαθα από…»
«Ξέρεις, εγώ…»
«Να σου πω Δημήτρη, λέω να πάμε στον φούρνο. Θα παίξεις άλλη φορά.»
«Εντάξει.»
Βδέλλες που ζείτε ρουφώντας τις ζωές μας. Υποκριτές που μας κουνάτε απειλητικά την ρομφαία του Κυρίου, του Κυρίου σας, κι ας στάζουν ακόμα αίμα τα χείλη σας· που σας ενδιαφέρουν μόνο οι πράξεις, ποτέ το γιατί· που διψάτε για θέαμα για να απασχολείτε τις ζωές σας. Υποζύγια που φέρετε σ’ όλη σας την ζωή κάρα και με μανία τα υπερασπίζεστε έτσι τρομεροί που φαντάζετε, έτσι τρομεροί που νιώθετε με τις παρωπίδες σας, σαν αρχαίοι στρατιώτες με Κορινθιακές περικεφαλαίες, κι ας μην ξέρετε το φορτίο. Σας φτάνει που σας είπαν ότι κουβαλάτε κάτι, ότι σας περιμένει κάποιος, και που σας έδωσαν ένα πρέπει για την πορεία. Δούλοι, δούλοι του Θεού, δούλοι της κοινωνίας, δούλοι του μίσους και της αγάπης, δούλοι τέλειοι που απλώς εκτελείτε, δίχως ερωτήσεις. Σας φτάνει ένα καλό πρέπει και γίνεστε οι καλύτεροι στρατιώτες. Ελευθερώνετε…
«Ο Πέτρος!»
«Τι;»
«Πέτρο! Ο Πέτρος! Κοίτα, εκεί είναι.»
«Γεια.»
«Γεια.»
«Πέτρο, τι κάνεις εδώ;»
«Ήρθα να σε δω, μεγάλε!»
«Πάμε να πάρουμε ψωμί. Αν θες πέρνα σε λίγο απ’ το σπίτι.»
«Θα έρθω μαζί σας.»
«Καλά.»
Λες να το κάνει αυτήν την φορά; Μπα, όλο έτσι λέει. Και δεν πάει να το κάνει. Στα αρχίδια μου. Τι νόημα έχει να ζεις αν δεν μπορείς να υπερασπιστείς την ψυχή σου;
«Μου έλειψες, Πέτρο.»
Εσένα πώς να σου εξηγήσω;
« Κι εμένα μου έλειψες, αγόρι μου.»
« Αλκιβιάδη, κοίτα! Ένα κοτέτσι!»
« Ναι, το βλέπω.»
Υποκριτάκο. Σ’ έχω καταλάβει καλά. Την κάβλα σου θες να κάνεις και μετά τέλος. Και δεν σε κατηγορώ, αλλά δεν θα σ’ αφήσω να μείνεις μαζί της για να την κοροϊδέψεις . Μόνο εγώ είμαι γι’ αυτήν, και αν δεν με θέλει, τότε δεν θα έχει κανέναν.
« Ένα καρβέλι.»
« Γεια σου, Δημητράκη. Να σας βάλω ένα με σουσάμι; »
« Ό,τι να ‘ναι.»
« Θα σας το βάλω. Θα με θυμηθείτε. Δημητράκη, τι κάνεις; Καιρό έχω να σε δω.»
« Καλά είμαι. Ε, θα μου δώσεις ένα κρουασάν;»
« Αγόρι μου! Φυσικά. Να, πάρε. Ο μπαμπάς σου είναι αυτός;»
« Όχι, είναι ο φίλος μου ο Αλκιβιάδης.»
« Α, γιατί σας βλέπω που περνάτε πολλές φορές μαζί.»
« Πόσο έχουν αυτά;»
« Το κρουασάν είναι δώρο. 1 ευρώ το ψωμί. Εσείς ποιος είστε; Δεν σας έχω ξαναδεί.»
« Ορίστε.»
« Και τι σας νοιάζει εσάς;»
« Ευχαριστούμε. Γεια σας.»
« Δημήτρη, όταν σου κάνουν τέτοιες ερωτήσεις, να μην απαντάς.»
« Τι ερωτήσεις;»
« Κουτσομπολίστικες.»
« Μα τι λες, η Γιούλη είναι φίλη μου! Μου δίνει συνέχεια κρουασάν.»
«Εσύ θα ‘ρθεις μαζί μας;»
« Όχι. Θα κατέβω στην Αθήνα. Θα επιστρέψω όμως.»
«Καλά, τα λέμε.»
*
Βγήκε απ’ το μπάνιο με την πετσέτα στην μέση και τα μαλλιά μουσκεμένα. Η πετσέτα ήταν αρκετά μικρή για την περιφέρειά της. Μέτρια στο ύψος με καμπύλες που θα ζήλευε κάθε γυναίκα. Έριξε την πετσέτα στο κρεβάτι και κάθισε πάνω της. Τα μαλλιά της μακριά και λιγάκι σπαστά, ευθυγραμμίζονταν τέλεια με την σπονδυλική της στήλη και την σχισμή του κώλου της, που έμοιαζε με ζουμερό φρούτο, έτσι όπως έσκυψε για ν’ ανάψει την σόμπα. Την αγκάλιασε τρυφερά από πίσω, φιλώντας τον λαιμό και στην συνέχεια τους ώμους της. Εκείνη έγειρε προς το μέρος του και το στήθος της φάνηκε κατακόκκινο στο φως της σόμπας, τονίζοντας τις πρησμένες απ’ το μπάνιο ρώγες της. Χάιδεψε το στήθος της. Ο πούτσος του είχε σηκωθεί και, σε κάθε αναπνοή, τριβόταν στην πλάτη της. Γύρισε αργά και τον έπιασε. Έπειτα άρχισε να τον παίζει, πρώτα απαλά και ύστερα με γρήγορες κινήσεις. Στο πρώτο βογκητό του τον έβαλε στο στόμα της. Τον ρουφούσε βαθιά μέσα, παίζοντας ταυτόχρονα με την γλώσσα της. Για λίγο έμεινε με τα μάτια κλειστά, αναπνέοντας ανήσυχα. Κατέβασε χαμηλά το χέρι του και χάιδεψε την πρησμένη της κλειτορίδα. Έπειτα την σήκωσε απ’ τις μασχάλες και, σκύβοντας από πάνω της, την ανάγκασε να ξαπλώσει. Άφησε τον πούτσο του να γλιστρήσει βαθιά μέσα στο μουνί της κι έμεινε για λίγο ακίνητος, απολαμβάνοντας την ζεστασιά. Σιγά – σιγά απέκτησε έναν σταθερό ρυθμό. Εκείνη ακολουθούσε τις κινήσεις του, σηκώνοντας ελαφριά την λεκάνη της.
Ήταν μια γιορτή ειλικρίνειας· σαν τον θάνατο.
Τον Δημήτρη που καθόταν στην πόρτα και τους παρακολουθούσε, τον κατάλαβαν μονάχα όταν άρχισε να τρέχει στον διάδρομο.
*
« Δημήτρη, θέλουμε να σου μιλήσουμε γι’ αυτό που είδες χτες.»
« Δεν είδα τίποτα χτες. Ξέρεις, εγώ κοιμόμουν.»
« Κοίτα, Δημήτρη, χτες αγκαλιαζόμασταν γιατί ήμουν άρρωστη κι ο Αλκιβιάδης με χάιδευε για να γίνω καλά.»
« Αα, σταμάτα! Όλο ανοησίες λες. Σου είπα ότι δεν είδα τίποτα. Κοιμόμουν.»
«Καλά, αντράκι μου, μην κλαις. Σε πιστεύω.»
« Σε πιστεύουμε, Δημήτρη.»
« Όλο ανοησίες λέτε!»
« Ο πατέρας μου…»
« Τι;»
« Με παίρνει τηλέφωνο ο πατέρας μου. Κάντε ησυχία. Ή μάλλον, άσ’ το, θα πάω στην κουζίνα.»
– Έλα.
– Έλα, Αλκιβιάδη. Ήθελα να σου πω…
« Σ’ αγαπάω πολύ αντράκι μου. Να το ξέρεις αυτό.»
-… ότι σου έβαλα χρήματα στην τράπεζα για αυτόν τον μήνα.
– Ναι… Εντάξει. Πάντως έχω αρχίσει να ψάχνω για δουλειά.
– Κοίταξε, δική σου είναι η ζωή, ό,τι θέλεις κάνεις. Έτσι κι αλλιώς εμένα δεν μ’ ακούς. Αλλά νομίζω ότι δεν χρειάζεται να δουλέψεις. Αυτήν την περίοδο προηγούνται οι σπουδές σου.
– Όχι, θα κάτσω έτσι για να με εκβιάζεις κάθε φορά που δεν γίνεται το δικό σου.
– Δεν σε εκβιάζω, αγόρι μου…
– Καλά. Τελικά θα έρθεις στον γάμο;
– Αλκιβιάδη, δεν θα μπορέσω να έρθω… Υπάρχουν δύο λόγοι. Ο ένας είναι ο οικονομικός. Σαν πατέρας θέλω να σας κάνω ένα καλό δώρο. Ξέρεις ότι αυτήν την περίοδο δεν έχω λεφτά. Ε, πώς να έρθω έτσι; Ντρέπομαι. Θα μάθουν και οι γονείς της κοπέλας ότι είμαι γιατρός και θα λένε ότι…
– Κοίταξε να δεις. Τους ξέρω τους γονείς της, δεν υπάρχει περίπτωση να πουν τέτοιο πράγμα. Εξάλλου, δεν είσαι ο μοναδικός που βρίσκεται σε αυτήν την θέση. Και δεν καταλαβαίνω, δεν θα έρθεις στον γάμο του γιου σου επειδή φοβάσαι τα σχόλια των άλλων; Λες και δεν ξέρεις ότι όποιος θέλει να θάψει δεν χρειάζεται λόγο.
– Βρε Αλκιβιάδη, είμαι 55 χρονών. Δεν μπορώ, ντρέπομαι. Ε, μετά υπάρχει κι άλλος λόγος. Ξέρεις ότι με την μάνα σου χωρίζουμε και θα πρέπει να έρθουμε μαζί στον γάμο. Ε, αυτή είναι αδιάφορη. Μόλις έφυγε για την Αγγλία και ούτε που με χαιρέτησε. Δεν μπορώ να…
– Είστε μαζί 19 χρόνια. Αγαπιέστε. Και στο κάτω – κάτω θα έρθετε για να γιορτάσετε μια κοινή χαρά.
– Τέλος πάντων. Αγόρι μου, δεν μπορώ να έρθω. Δεν θέλω ούτε να στεναχωρηθείς ούτε τίποτα άλλο. Και να προσέχετε. Να παίρνετε προφυλάξεις. Αν κάνετε παιδί, θα καταστραφείτε.
– Ναι.
– Αλκιβιάδη, θα αναγκαστείς να παρατήσεις τις σπουδές σου. 18 χρόνια μάτωσες. Θα προδώσεις τον εαυτό σου. Τόσα χρόνια θα πάνε χαμένα.
– Μμμ.
– Τι «μμ», ρε; Τι θα κάνεις, θα τις αφήσεις στην μέση;
– Αν τις αφήσω, θα το κάνω επειδή έχω σιχαθεί το Πανεπιστήμιο.
– Ρε δεν πας να κάνεις ό,τι θέλεις. Και πώς θα βρεις δουλειά;
– Ναι, ενώ με το πτυχίο μου θα βρω την επόμενη μέρα.
– Εμ, στα ‘λεγα εγώ να πας Ιατρική.
– Γεια.
– Τι;
– Γεια λέω. Θα τα πούμε άλλη φορά.
– Καλά. Γεια.
*
Το γραφείο του Εφημέριου βρισκόταν δίπλα απ’ τον ναό. Ήταν ένας χοντρός τύπος, με μάτια βαθιά στριμωγμένα πίσω απ’ τα γυαλιά. Οι μύες του προσώπου του ήταν σφιγμένοι απ’ την απέχθειά του για τους άλλους και την κακομοιριά που φέρνει η μεμψιμοιρία.
« Είστε ο Εφημέριος;»
« Ναι.»
« Ξέρετε, έχω έρθει με την μέλλουσα σύζυγό μου. Οι ενορίες μας βρίσκονται στην Αθήνα κι εμείς δυσκολευόμαστε πολύ να πάμε. Σκεφτόμασταν λοιπόν αν μπορείτε να μας δώσετε εσείς το πιστοποιητικό αγαμίας και ασχέτου συγγενείας. Α, έλα Ζήνα.»
« Γεια σας.»
« Γεια σας. Αυτό που μου ζητάτε δεν γίνεται.»
« Γιατί; Τι κώλυμα υπάρχει;»
« Ε, δεν γίνεται.»
« Ναι, αλλά γιατί.»
« Ε, πρέπει να φέρετε ένα πιστοποιητικό αγαμίας και δυο μάρτυρες. Το παιδί είναι δικό σας;»
« Εε, ναι.»
« Ναι, δικό μας είναι.»
« Το έχετε δηλώσει;»
« Ναι…»
« Ναι.»
« Ταυτότητα έχεις, λεβέντη;»
« Ναι. Ορίστε.»
« Μμ… Τέλος πάντων δεν γίνεται. Εξάλλου εγώ δεν υπογράφω τέτοια χαρτιά. Πρέπει να έρθει ο προϊστάμενος.»
« Πότε θα έρθει;»
« Εε, ελάτε εσείς αύριο το πρωί. Μπορεί να τον βρείτε.»
« Ναι, αλλά είμαστε φοιτητές. Αν είναι πείτε μας μια συγκεκριμένη ώρα, για να μην έρθουμε τζάμπα. Ήδη έχουμε ταλαιπωρηθεί πολύ με τα τρεχάματα.»
« Φοιτητές; Τελειώνετε;»
« Όχι, έχουμε ακόμα.»
« Σε ποια σχολή;»
« Φιλολογία.»
« Εσύ, λεβέντη;»
« Κι εγώ στην Φιλολογία.»
« Ε, και πώς θα παντρευτείτε έτσι; Είναι δύσκολοι καιροί.»
« Δεν μ’ αρέσουν οι ερωτήσεις σας. Είναι κουτσομπολίστικες. Και τι θα πει πώς θα παντρευτείτε έτσι; Η εκκλησία δεν θα έπρεπε να λέει τέτοια πράγματα. Ο Ιησούς αυτό έλεγε; Τι χαζομάρες είναι αυτές;»
« Κοπέλα μου, γιατί μιλάς έτσι; Τι είπα; Παντρεύεστε, να μην κάνω μια ερώτηση;»
« Όχι, να μην κάνετε. Ο προϊστάμενος πού είναι;»
« Στο χωριό του.»
« Δώστε μου το τηλέφωνό του.»
« Είναι στο σπίτι του τώρα, δεν γίνετε. Ελάτε αύριο.»
« Ε ωραία, γιατί δεν μου δίνετε το τηλέφωνό του; Θέλω να τον ρωτήσω κάτι.»
« 16 768»
« Αυτό είναι του σπιτιού του;»
« Όχι, της εκκλησίας.»
« Του σπιτιού του θέλω.»
« Θα έρθει αύριο. Σας είπα ότι χρειάζεστε μάρτυρες και ένα χαρτί που να πιστοποιεί ότι είστε άγαμοι.»
« Έχουμε υπεύθυνες δηλώσεις.»
« Δεν κάνουν αυτές.»
« Αφού εμείς παίρνουμε την ευθύνη.»
« Δεν μπορώ να το κάνω. Την έχω πατήσει πολλές φορές. Με βαραίνει η συνείδησή μου.»
«Καλά. Δώστε μας το τηλέφωνο του σπιτιού του.
« Γιατί είσαι τόσο ξεροκέφαλη, βρε κοπέλα μου; 364 89. Να δω τι θα καταλάβεις.»
«Καλά ευχαριστώ.»
– Ναι, είστε ο εφημέριος; … Έχω ένα πρόβλημα και θέλω να με βοηθήσετε. Ο πατέρας Νικόλαος δεν ήθελε να με βοηθήσει. Θέλουμε να παντρευτούμε και δεν μπορούμε να πάμε στις ενορίες μας για τα χαρτιά. Μπορείτε να μας τα βγάλετε εσείς; … Ωραία. Α, δεν χρειάζεται τίποτα άλλο; … Ούτε υπεύθυνες δηλώσεις; … Σας ευχαριστώ πολύ. Γεια σας.
« Τι είπε;»
« Είπε να έρθουμε αύριο το πρωί. Θα το κάνει και χωρίς χαρτιά. Ο άλλος… Τον βαραίνει η συνείδησή του. Μαλακίες ρε. Τώρα θα κρατάνε κακία και οι ιερείς!»
« Τέλος πάντων. Πάμε σπίτι; Ο μικρός φαίνεται κουρασμένος.
« Ναι.»
*
– Σκέτη γραφειοκρατία ρε. Να θες να παντρευτείς και να μην σ’ αφήνουν.
– Και τι θα κάνεις τώρα;
– Θα πάω στην Αθήνα για να βγάλω τα χαρτιά. Δεν μου τα δίνουν γιατί λένε ότι κάτι τους κρύβω. Λες και θα μπορούσα να είχα παντρευτεί ξανά.
– Αφού σας είπαν ότι δεν χρειάζεται τίποτα.
– Μαλακίες. Το επόμενο πρωί μας τα άλλαξαν. Ποιος ξέρει τι ψέματα πήγε και είπε ο πατέρας Νικόλαος. Έπρεπε ρε να δεις τα πρόσωπά τους. Ήταν λες και σε κάθε φράση κρυβόταν από πίσω η λέξη λάδωμα. Πού είναι ο Θεός μέσα σε όλα αυτά; «Και στο Δημαρχείο τα ίδια θα βρεις», είπαν. Καταλαβαίνεις; Δεν υπάρχει δηλαδή διαφορά.
– Ε, για το μυστήριο το κάνετε εσείς.
– Ποιο μυστήριο ρε; Αυτή η λέξη δεν έχει από μόνη της περιεχόμενο. Εμείς της το δίνουμε. Εμείς Τον φέρνουμε στην εκκλησία.
– Δεν είναι έτσι ρε συ. Άλλο το Δημαρχείο κι άλλο η εκκλησία. Αν δεν ήταν έτσι, τότε γιατί να υπάρχουν οι παπάδες;
– Κι αυτούς ποιος τους έχρισε; Με ποια κριτήρια; Δεν σε αδικώ, γιατί δεν είδες τις φάτσες τους, ούτε άκουσες τα λόγια τους. Καμιά διάθεση να προσφέρουν βοήθεια. Μπορεί να καταλήξουν στην φυλακή, λένε. Κι ας τους έλεγα να μου δώσουν ένα χαρτί για να πάρω εγώ την ευθύνη. Στην αρχή ζητούσαν υπεύθυνες δηλώσεις και μάρτυρες, ύστερα όμως δεν τους έκαναν πια αυτά. Το χαρτί της Ζήνας το υπέγραψαν γιατί ήξεραν κάτι συγγενείς της. Λες και δεν θα μπορούσε να κρύψει έναν γάμο, αν ήθελε, ακόμη κι από αυτούς. Μαλακίες ρε. Εγώ σου λέω ότι το θέμα είναι ρατσιστικό. Είδα με τι τρόπο κοίταζε ο άλλος την ταυτότητά μου. Αλλά τι περιμένεις από κάποιους που λένε ότι η αυτοκτονία είναι αμάρτημα, γιατί μόνο ο Θεός μπορεί να δώσει ζωή, κι όμως εκείνοι δεν διστάζουν να αφορίζουν τον κόσμο, κι ας είναι ο Αφορισμός για τον Χριστιανό παρόμοιος με τον θάνατο, κι ας μην έχει ο Θεός ούτε τέτοια θέληση ούτε τέτοιο δικαίωμα. Εκείνος δίδαξε την συγχώρεση. Και παρ’ όλα αυτά εκείνοι συνεχίζουν να το κάνουν, και μάλιστα στο όνομά Του.
– Έχεις αρχίσει να πιστεύεις ή μου φαίνεται;
– Δεν ξέρω. Ποτέ δεν ήξερα αν πιστεύω ή όχι.
– Ρε πρέπει να κλείσω. Ήρθε ο αδερφός μου. Όταν γυρίσεις απ’ την Αθήνα πάρε με τηλέφωνο.
– Εντάξει. Τα λέμε.
– Γεια.
« Ποιος ήταν;»
« Η Χριστίνα.»
« Α. Σε πόση ώρα πρέπει να φύγεις;»
« Σε κανένα μισάωρο.»
« Εντάξει.»
« Ό,τι κι αν γίνει, να ξέρεις ότι εμείς θα παντρευτούμε.»
« Σ’ αγαπάω.»
« Κι εγώ σ’ αγαπάω, αγάπη μου.»
« Να σου πω, τώρα τελευταία μού φαίνεται ότι κάτι έχει αλλάξει στον Δημήτρη. Το βλέμμα του είναι κάπως διαφορετικό…»
« Ναι, το παρατήρησα κι εγώ…»
« Είναι σαν να σε κοιτάει ο Διάβολος… Ακόμη κι όταν γελάει φαίνεται να το κάνει υποκριτικά.»
« Τις προάλλες τον έπιασα να χαϊδεύεται…»
« Τι εννοείς;»
« Κοιμόμουν και κάποια στιγμή ξύπνησα και τον άκουσα να ανασαίνει πολύ βαριά και να βογκά λιγάκι. Σήκωσα το πάπλωμα και είδα το χέρι του εκεί. Τρελάθηκα, σου λέω. Έφαγε χαστούκι. Ξέρω ότι είναι φυσιολογικό αυτό, μαθαίνει σιγά-σιγά το σώμα του, αλλά ήταν σαν…»
« Σαν τι;»
« Σαν να το έκανε με εμένα. Ξέρεις, ήμουν δίπλα του και…»
« Ναι, κατάλαβα…»
« Επίσης φαίνεται να ζηλεύει.»
« Ναι… Ειδικά όταν σε αγκαλιάζω ή σε φιλάω, πέφτει πάνω μας, μας βαράει ή προσπαθεί να μας χωρίσει για να σε φιλήσει αυτός.»
« Ναι… Δεν ξέρω. Υποθέτω πως όλα αυτά είναι φυσιολογικά για την ηλικία του.»
« Εκείνη την ημέρα…»
« Δεν ξέρω. Καλύτερα όμως να μην αναφερθούμε ξανά σ’ αυτό, ειδικά μπροστά του.»
« Ναι…»
*
Ο διάδρομος του λεωφορείου φωτιζόταν μόνο από το φως των λιγοστών περαστικών αυτοκινήτων. Οι περισσότεροι επιβάτες είχαν κοιμηθεί. Στο συγκεκριμένο σημείο ο δρόμος διέσχιζε μια μεγάλη έκταση χωραφιών. Ο ουρανός ήταν άναστρος και στην θέση των αστεριών έφεγγαν από μακριά διάσπαρτοι στύλοι της ΔΕΗ, σχηματίζοντας ένα εξωγήινο δάσος.
«Φίλε, είσαι εντάξει;»
Στην μέση του διαδρόμου στεκόταν ένας μικρόσωμος άνδρας.
« Ζαλίζεσαι;»
Ήταν νεαρός, κοντά στα 30, με κορακίσια μαλλιά και γαμψή μύτη. Παρά το σκοτάδι μπορούσες να διακρίνεις την μελαμψή του επιδερμίδα.
« Έλα μπροστά.»
Ο άνδρας προχώρησε διστακτικά μέχρι την θέση του οδηγού και κάθισε δίπλα απ’ την πόρτα με λυγισμένα γόνατα.
« Ζαλίζεσαι;»
Οι μπροστινοί επιβάτες σηκώθηκαν ελαφρώς απ’ τις θέσεις τους.
« Γιατί δεν μιλάς ρε; Μήπως θες να σταματήσω; Ναι, αλλά δεν μπορείς να κάθεσαι εκεί. Απαγορεύεται. Είναι επικίνδυνο.»
Ο άνδρας βούλιαξε ακόμη περισσότερο μέσα στα σταυρωμένα μπράτσα του. Έμοιαζε με αγρίμι έτσι όπως καθόταν. Μια θηλυκή θηρευτής μουρμούρισε κάτι στην διπλανή της και σηκώθηκε απ’ την θέση της.
« Είσαι καλά;»
Επέστρεψε στην θέση της. Ήταν φανερό πως δεν περίμενε απάντηση.
« Σε 20’ θα κάνω στάση. Κάνε λίγη υπομονή.»
Σταματήσαμε σε μια καφετέρια κοντά στη γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου. Ο άνδρας πετάχτηκε απ’ την θέση του και περπάτησε γρήγορα μέχρι την καφετέρια, χωρίς όμως να μπει μέσα.
« Είναι έτοιμος να το σκάσει», είπε η θηρευτής στον οδηγό, ο οποίος έγνεψε πολλές φορές καταφατικά. Μπήκα μέσα και αγόρασα ένα σάντουιτς και καπνό. Έβρεχε. Οι θηρευτές είχαν παραταχθεί στην σειρά κάτω απ’ το υπόστεγο και κάπνιζαν κοιτώντας τον άνδρα με τα κορακίσια μαλλιά. Φορούσε ένα φθαρμένο καφέ τζάκετ, κιτρινισμένο λευκό πουκάμισο και τζιν. Τα μάτια του ήταν σίγουρα μαύρα. Ένα μαύρο αυτοκίνητο με μπλε φώτα σταμάτησε στο πάρκιγκ και τέσσερις άντρες με ξυρισμένα κεφάλια και μαύρα ρούχα βγήκαν έξω.
« Λες να ήρθαν για να τον πάρουν;»
Έσβησα το τσιγάρο και έστριψα άλλο ένα. Οι άντρες βγήκαν απ’ την καφετέρια και έφυγαν.
« Φεύγουμε», φώναξε ο οδηγός. Κάθισα στην θέση μου και κοίταξα τους επιβάτες που ανέβαιναν στο κτελ. Ο άνδρας δεν επέστρεψε.
«Είναι κανείς μαζί με τον νεαρό που κάθεται έξω;»
« Δεν θέλει να ανέβει;»
« Όχι.»
Η θηρευτής γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε ερευνητικά το πίσω μέρος του κτελ. Ήταν πολύ δυσαρεστημένη.
Στις 6 το πρωί φτάσαμε στην Αθήνα. Έξω απ’ το κτελ είχαν μαζευτεί 20 περίπου ζόμπι.
«Φίλε, θες ταξί;»
«Ταξί; Θέλει κανείς ταξί;»
« Φίλε, να σε πάω κάπου;»
Η πλάτη μου με πέθαινε. Έστριψα ένα τσιγάρο.
« Ρε φίλε, να χαρείς, μήπως σου περισσεύει κανένα τάλιρο.»
« Τίποτα. Συγνώμη.»
« Ένα τάλιρο, ρε φίλε.»
« Συγνώμη.»
« Τι καπνίζεις μες στην μούρη μου, ρε μαλάκα. Άντε μην τα πάρω. Μόλις τώρα βγήκα.» «Φίλε, ταξί;»
«Ναι.»
« Πού πάμε;»
« Χαλάνδρι. Στην Μαρμαριώτισσα.»
« Από εδώ είσαι;»
« Ναι.»
« Φοιτητής;»
« Ναι.»
« Μαλάκα! Τον είδες; Και τι σπουδάζεις, φιλαράκο;»
« Φιλολογία.»
« Α, και η κόρη μου. Αφροδίτη την λένε. Την ξέρεις;»
« Όχι.»
« Σ’ αρέσει η σχολή;»
« Αρκετά.»
« Ε, εντάξει εσένα το πτυχίο σε νοιάζει. Τώρα καλά είστε. Σας βοηθάμε. Μετά είναι τα δύσκολα. Αλλά ‘ντάξει η κρίση περνάει. Σε δυο χρονάκια το κόβω. Καλά θα ‘στε.»
« Ναι…»
« Τα ‘μαθες για την συνάντηση με την Μέρκελ;»
« Ναι, κάτι άκουσα.»
« Ναι, ρε. Και οι Ευρωπαίοι το βλέπουν ότι δεν τραβάει. Θα φτιάξουν τα πράγματα. Προχτές είδα κάτι αγγλάκια. Καλό είναι αυτό, έχουμε τουρισμό. Σου λέω, δύο χρονάκια το πολύ. Μετά οι αγορές θ’ ανοίξουν. Αν μπείτε στο δημόσιο καθαρίσατε.»
« Εδώ μ’ αφήνεις.»
« 4 ευρώ, φίλε μου.»
« Ορίστε. Καλημέρα.»
*
– Έλα, Κατερίνα.
– Έλα.
– Να σου πω, είμαι στην Αθήνα. Σήμερα το πρωί έφτασα. Πήγα στην εκκλησία, αλλά δεν βρήκα τον εφημέριο. Μπήκε χτες στο νοσοκομείο και μάλλον θα τον κρατήσουν για κανένα τριήμερο. Δεν έχω όμως πού να μείνω. Μπορείς να με φιλοξενήσεις;
– Φυσικά ρε. Πέρνα ό,τι ώρα θες.
– Ωραία. Θα περάσω το βράδυ. Σ’ ευχαριστώ.
– Τίποτα ρε. Τα λέμε.
« Φίλε, μήπως ξέρεις τι γίνεται εδώ;»
« Πορεία για την Παιδεία. Έχουν κλείσει ήδη καμιά πενηνταριά σχολεία στην Αθήνα. Χτες κατέλαβαν και την Πάντειο.»
« Τι έγινε;»
« Τα γνωστά: ελλείψεις, απολύσεις…»
« Δεν τους καταλαβαίνω. Διαδηλώνουν για την Παιδεία και το πρώτο πράγμα που κάνουν είναι να κλείσουν τα σχολεία και τα Πανεπιστήμια; Δηλαδή τι περιμένουν να γίνει;»
« Και τι να γίνει, ρε φίλε; Κάποιος πρέπει να αντιδράσει.»
« Ναι, αλλά ουσιαστικά. Σε αυτήν την χώρα όλα, ακόμη και οι αλλαγές, γίνονται για το αύριο, ποτέ για τις μέρες που θα έρθουν μετά από αυτό.»
« Ε, σιγά-σιγά. Ακόμη αρχή είναι.»
« Αν είναι αυτή η αρχή, τότε καλύτερα να σταματήσει τώρα όλο αυτό. Υποτίθεται ότι θα ‘πρεπε να παλεύουν για να μείνουν τα Πανεπιστήμια ανοιχτά.»
« Καλά, ρε μαλάκα, έχεις μπει ποτέ σε ελληνικό Πανεπιστήμιο;»
« Και θα αλλάξεις την κατάσταση που επικρατεί σε αυτά με την κατάληψη; Αρχίδια. Το Πανεπιστήμιο κάποια στιγμή θα ανοίξει ξανά και θα φας πάλι τα ίδια σκατά. Εξάλλου από τους 1000 μόνο οι 50 θα μείνουν για να κρατήσουν την κατάληψη. Αυτοί οι 50 θα ήταν πολύ πιο χρήσιμοι κοντά στους υπόλοιπους, και αυτό συμβαίνει με το Πανεπιστήμιο ανοιχτό. Αλλά κανείς δεν θέλει να αντιδράσει πραγματικά, γιατί κανείς δεν θέλει να καταλάβει. Νομίζουμε ότι η πάλη είναι αρκετή και ξεχνάμε ότι για να αλλάξεις κάτι πρέπει πρώτα να το κατανοήσεις. Βγαίνουμε στους δρόμους και ζητάμε αλλαγές, εμείς που δεν θα επεμβαίναμε σε βιασμό ακόμη κι αν αυτός γινόταν κάτω απ’ το παράθυρό μας. Και αν οι ουτοπίες δεν υπάρχουν, και υπάρχουν μόνο οι σχετικά καλές καταστάσεις ακόμη και μετά από πολλές αλλαγές, φαντάσου πόσο μακριά από τον στόχο μας θα πέσουμε, αν το προσπαθήσουμε χωρίς να έχουμε φτάσει ούτε το σχετικά μέτριο ως άνθρωποι!»
« Τέλος πάντων. Τσιγάρο;»
« Ναι, ευχαριστώ.»
*
« Καλά είσαι;»
« Ναι. Λίγο κουρασμένος…»
« Πάμε κάπου να μιλήσουμε;»
« Ναι.»
Στον δρόμο είχαν ήδη αρχίσει να κυκλοφορούν τα καραβάνια. Οι καμήλες κουβαλούσαν μαύρες, άσπρες και καφέ τσάντες, που τραμπάλιζαν στους ώμους τους με κάθε βήμα, ενώ τα φάραλα φωσφόριζαν στο σκοτάδι. Πολλές μασούσαν τσίχλα ράθυμα. Κάθε τόσο μούγκριζαν από τις καμουτσικιές που έτρωγαν στα πισινά τους.
« Την ξεσυνήθισες την Αθήνα, ε;»
« Ναι… Αισθάνομαι σαν εκείνους τους τύπους που είναι χρόνια παντρεμένοι με μια γυναίκα κι ένα πρωί συνειδητοποιούν πόσο άσχημη είναι.»
« Ναι, ξέρω… Ακόμη και οι τυφλοί το βλέπουν πια… Θες να κάτσουμε σ’ αυτό το μπαρ;»
« Ναι.»
« Τι θα πιείς;»
« Μπύρα.»
« Δύο βαρελίσιες. Πάμε να κάτσουμε εκεί.»
Καθίσαμε στο πίσω μέρος του μπαρ. Σε λίγο μια κοπέλα άφησε τις μπύρες στο τραπέζι, ενώ τα βυζιά της ξεχείλιζαν μέσα από το σουτιέν όπως ο αφρός στα ποτήρια μας. Δίπλα μας καθόταν μια βαμμένη κοκκινομάλλα με έναν φίλο της.
« Ρε μαλάκα, δεν ξέρω, μού φαίνονται όλες ίδιες. Ίδια κοψιά. Και τα αγόρια το ίδιο. Το βλέπω και στο ΦΠΨ. Είναι όλες ίδιες. Κι εγώ ίσως να είμαι ίδια μ’ αυτές…»
Το αγόρι δεν απάντησε.
« Λοιπόν για πες…»
« Τι να πω;
« Πώς τα βλέπεις τα πράγματα στα Ιωάννινα;»
« Πολλή μούχλα.»
« Κι εδώ τα ίδια σκατά έχουμε…»
Τράβηξα μια ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο.
« …Γαμημένη, μπερδεμένη κοινωνία. Θυμάμαι τον πατέρα μου στις εκλογές που άλλαζε γνώμη κάθε φορά που παρακολουθούσε ειδήσεις. Τελικά ψήφισε το κόμμα που ψήφιζε πάντα.»
« Οι ειδήσεις είναι μια σαπουνόπερα. Στο ένα δελτίο όλα πάνε καλά, στο άλλο όλα διαλύονται. Δεν είναι να απορείς που σ΄ αυτήν την κοινωνία έχουν τόσο μεγάλη επιτυχία τα τούρκικα.»
«Σκατά. Μόνο αν χυθεί αίμα θα αλλάξει η κατάσταση.»
« Δεν φτάνει αυτό. Οι πρώτοι που πρέπει να σκοτώσουμε είναι οι εαυτοί μας. Διαφορετικά δεν θα βγει τίποτα ουσιαστικό από αυτήν την ιστορία. Έτσι όπως τα βλέπω τώρα τα πράγματα νομίζω ότι ακόμη δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Τα ίδια μυαλά κουβαλάμε.»
Για λίγο ήπιαμε σιωπηλοί το ποτό μας. Κάποια στιγμή η Κατερίνα μού έγνεψε προς το βάθος: μια χοντρή γυναίκα χόρευε σαν τρελή, χτυπώντας μανιασμένα τα τακούνια της πάνω στην μπάρα. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, και το μέϊκ απ έμπαινε στα μάτια της, κάνοντάς την να δακρύζει και συνεχώς να τα ανοιγοκλείνει . Ο άντρας που καθότανε μπροστά της, προσπαθούσε να την αποφύγει, εκείνη όμως φώναζε όλη την ώρα : «κοίτα με, κοίταμε, μωρό μου! Κοίτα πώς λιώνω για σένα!» Πολλοί άντρες είχαν μαζευτεί γύρω της και γελούσαν, χτυπώντας παλαμάκια. Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώθηκε, κατέβασε την ευτυχισμένη πια γυναίκα από την μπάρα και την οδήγησε στην τουαλέτα. Οι υπόλοιποι θαμώνες γύρισαν σιγά-σιγά στις θέσεις τους.
« Καιρό είχα να δω κάτι τόσο χυδαίο.»
« Η ίδια η κοινωνία είναι χυδαία. Και η χυδαιότητα αυτή δεν έχει σχέση με την ηθική. Η χυδαιότητα ποτέ δεν έχει σχέση με την ηθική, αλλά με την υπερβολή.»
« Χτες έβλεπα μια τσόντα. Το πρώτο πλάνο ήταν τα τεράστια σιλικονούχα βυζιά της τύπισσας. Όλη την ώρα τον ικέτευε να την χύσει και, όταν τελικά το κατάφερε, κάθισε σαν αγγούρω μπροστά απ’ τον πούτσο του με τα μάτια τέρμα κλειστά και το στόμα της σε φάση: ‘’χάρη σου κάνω, ρε μαλάκα, που σε αφήνω να χύσεις αυτήν την αηδία στο στόμα μου’’. Οι περισσότερες γυναίκες σήμερα νομίζουν ότι πάθος στο σεξ είναι το να επαναλαμβάνεις συνέχεια πόσο θέλεις να του γλύψεις τον πούτσο. Οι άντρες νομίζουν ότι είναι το να πηδάς γρήγορα και βίαια. Η ποσότητα, αυτή είναι που μετράει. Πολλά λεφτά, πολύ φαγητό, πολύ ποτό, μεγάλο σπίτι… Ένα παχύσαρκο μωρό που πίνει ρευστοποιημένο λίπος από δυο υπερτροφικά βυζιά: αυτή είναι η σημερινή κοινωνία.»
«Απέναντι απ’ το σπίτι μου μένει μια σαραντάρα. Κάθε βράδυ την βλέπω να ξαπλώνει ανάσκελα στο κρεβάτι και να κοιτάει το ταβάνι. Σιχαίνεται· σιχαίνεται τον εαυτό της, την ζωή της. Τα σιχαίνεται όλα τόσο πολύ που εκείνη την ώρα θέλει να πεθάνει. Ύστερα μπαίνει μέσα ο άντρας της, της μιλάει για την δουλειά, για τα παιδιά, κι εκείνη ξεχνάει, ανοίγει τις σάρκες της και χώνει βαθιά μέσα αυτήν την αηδία, αυτή όμως φυτρώνει και πάλι σαν τα αγριόχορτα, φυτρώνει ξανά κάθε φορά που πρέπει να χαμογελάσει στον γείτονα ή στον θυρωρό. Τότε παρατηρώ προσεκτικά το πρόσωπό της και λέω « τώρα θα σκάσει», κάθε φορά όμως καταφέρνει να χαμογελάσει, και το χαμόγελό της μοιάζει με τις γκριμάτσες που κάνουμε όταν δοκιμάζουμε ένα πολύ αλμυρό ή ξινό φαγητό. Η γυναίκα αυτή θαυμάζει τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, τους νέους που γυρίζουν την Ευρώπη με ένα σακίδιο στον ώμο και τους ποιητές. Πριν από μία βδομάδα έμαθε ότι η κόρη της θέλει να γίνει ποιητής. Ταράχτηκε τόσο πολύ, που έπαθε έμφραγμα.»
« Ξέρεις, κάπου είχα διαβάσει για ένα πείραμα… Δεν θυμάμαι ποιος το έκανε, αλλά είχε περίπου ως εξής: ένας άντρας είχε μερικά χάμστερ, που ζούσαν σε κλουβί. Μια μέρα αποφάσισε να τα αφήσει ελεύθερα. Άφησε λοιπόν το πορτάκι του κλουβιού ανοιχτό. Το βράδυ που γύρισε βρήκε τα χάμστερ μέσα στο κλουβί. Κάπως έτσι είμαστε κι εμείς.»
Η μπάργουμαν με τα μεγάλα βυζιά ήρθε στο τραπέζι μας.
« Συγγνώμη αλλά θα πρέπει να φύγετε. Το τραπέζι είναι κλεισμένο για τις 12, και η ώρα είναι 12 παρά.»
Πήγα να πληρώσω τον λογαριασμό. Ενώ περίμενα την απόδειξη, είδα την γυναίκα της μπάρας. Από την μύτη της έτρεχε αίμα. Γύρισα στην Κατερίνα.
« Όλα καλά;»
« Ναι… Όλα καλά…»
*
Πάνε πέντε μέρες από τότε που γύρισα στα Ιωάννινα. Κάθομαι στην αυλή και καπνίζω ένα τσιγάρο. Η γιαγιά που μένει στο δίπλα σπίτι, χέζει στην καμπίνα που χρησιμοποιεί για τουαλέτα. Ο γιος της είναι πρεζάκιας και ο άντρας της παιδεραστής. Το σπίτι της είναι πολύ ήσυχο. Ποτέ καβγάδες, ποτέ πιάτα που σπάνε, μόνο οι ροχάλες του γέρου και οι πορδές απ’ την καμπίνα. Οι κουτσομπόληδες είναι πάντα ήσυχοι άνθρωποι. Τις προάλλες έβαζα κρέμα στο πουλί του μικρού. Είχε πάθει φίμωση και ο γιατρός μας συνέστησε να του την βάζουμε πρωί-βράδυ. Ο μικρός ούρλιαζε. « Βοήθεια, βοήθεια! Τι κάνετε, πονάει σας λέω! Βοήθεια! Όχι, το πουλάκι.» Κάθισα στην καρέκλα και έστριψα ένα τσιγάρο για να ηρεμήσω. Μετά από λίγο χτύπησε η πόρτα. « Εδώ είναι η Βόθρου 4;». Ήταν δύο αστυνομικοί. «Ναι, τι συμβαίνει;» Ο ένας έγειρε προς τα μέσα για να εξετάσει τον χώρο. Αναγκάστηκα να κάνω στην άκρη για να περάσει η κοιλιά του. « Μας ειδοποίησαν οι γείτονες. Άκουσαν φωνές παιδιού. Πού είναι το παιδί;» Η γριά του διπλανού σπιτιού κοιτούσε την σκηνή πίσω απ’ τις κουρτίνες. « Ακούστε, το παιδί φώναζε γιατί του έβαζα κρέμα στο πουλί. Είχε φίμωση.» «Μάλιστα», λέει ο χοντρός, « θέλω να μιλήσω στο παιδί.» Ο Δημήτρης έτρεξε απ’ την κουζίνα. « Πώς σε λένε, μικρέ;» « Δημήτρη με λένε. Αυτός είναι ο φίλος μου, ο Αλκιβιάδης.»
« Δημήτρη, σε έχουν παρενοχλήσει ποτέ σεξουαλικά οι γονείς σου;» « Πας καλά, ρε φίλε;»
« Παρακαλώ, μην επεμβαίνετε. Δημήτρη, απάντησε στην ερώτησή μου.» « Εε, ναι.» « Καλά είσαι ηλίθιος; Ούτε που ξέρει τι σημαίνει σεξουαλική παρενόχληση!» « Ξέρω! Ααα, ανοησίες! Όλα τα ξέρω εγώ.» « Εμένα μου φαίνεται ότι ξέρει.» Περάσαμε την νύχτα στο κρατητήριο. Το πρωί ήρθε ο γιατρός για να τους εξηγήσει. Με τα πολλά μάς άφησαν. Όταν φτάσαμε στο σπίτι, η γριά έσκαβε στον κήπο. «Δημητράκη, τι κάνεις αγόρι μου; Είσαι καλά; Είδα χτες την αστυνομία και ανησύχησα. Είστε καλά; Τι συμβαίνει;» Μπήκαμε μέσα. Εκείνη την ημέρα την περάσαμε αμίλητοι.
*
– Έλα, Αλκιβιάδη.
– Έλα.
– Ήθελα να σου πω ότι την Τετάρτη θα σου βάλω λεφτά στον λογαριασμό.
– Εντάξει, ευχαριστώ.
– Να σου πω, η κοπέλα είναι ασφαλισμένη;
– Όχι.
– Δεν της κολλάνε ένσημα;
– Όχι.
– Αλκιβιάδη, δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, αλλά αυτό που κάνετε είναι πραγματικά αυτοκτονία.
– Καλά.
– Τι καλά, ρε παιδί μου; Το παιδί δεν το σκέφτεστε;
– Θες κάτι άλλο;
– Κοίταξε να δεις, θα συνεχίσω να σου στέλνω χρήματα υπό έναν όρο: θέλω να δω τα αποτελέσματα των εξετάσεων του Πανεπιστημίου.
– Ξέχνα το.
– Ωραία, τότε δεν έχει τίποτα από μένα. Σ’ έχω καταλάβει εσένα. Πήγες εκεί πάνω για να παντρευτείς.
– Άντε γαμήσου, κωλόγερε.»
« Τι σου ‘πε;»
« Ότι θα σταματήσει να μου στέλνει χρήματα. Ο πατέρας μου είναι ηλίθιος. Με εκβιάζει γιατί νομίζει ότι θέλω να σταματήσω το Πανεπιστήμιο, ενώ είναι ο πρώτος που με εμποδίζει να πάω. Την προηγούμενη φορά δεν είχαμε λεφτά ούτε για τα εισιτήρια.»
« Καλά τι μαλάκας που είναι αυτός. Ευτυχώς που δεν θα έρθει στον γάμο.»
«Τέλος πάντων ξέχνα το αυτό. Εδώ και κάποιο καιρό σκέφτομαι κάτι. Το είχα ως τελευταία λύση, αλλά δεν πάει άλλο: σκέφτομαι να καταταχθώ στον στρατό.»
« Τι;! Αφού τον σιχαίνεσαι!»
« Ναι, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά. Τουλάχιστον θα ξέρω ότι κάθε μήνα θα παίρνω κάποια λεφτά. Επίσης θα μπορέσω να σας ασφαλίσω. Σε λίγο ο Δημήτρης θα πρέπει να κάνει εμβόλια. Εμείς δεν έχουμε λεφτά.»
« Δηλαδή είσαι σίγουρος.»
« Όχι, αλλά το σκέφτομαι. Δεν θα ανεχτώ άλλο τους εκβιασμούς αυτού του μαλάκα. Κι αν μετά από κάποιους μήνες μείνεις έγκυος; Ξέρεις καλά ότι δεν υπάρχει περίπτωση να σου ζητήσω να κάνεις έκτρωση. Αυτός θα σταματήσει σίγουρα τότε να μού στέλνει χρήματα.»
« Ναι, αλλά θα αντέξεις; Επειδή ξέρω ότι το σιχαίνεσαι αυτό…»
« Θα είμαι μια χαρά. Έτσι κι αλλιώς είμαστε υποχρεωμένοι να υπερασπιζόμαστε καθημερινά την συνείδησή μας. Η κοινωνία προσπαθεί συνέχεια να μας αναγκάσει να συμβιβαστούμε.»
« Καλά λες. Εξάλλου θα δέχεσαι διαταγές που δεν σ’ αρέσουν όπου κι αν δουλεύεις. Και στο κάτω – κάτω της γραφής δεν θα πας και στον πόλεμο. Αν ποτέ ξεσπούσε, θα σε καλούσαν είτε ήσουν μέσα είτε όχι.»
« Ακριβώς. Κι αν είναι να μου αλλάξουν την συνείδηση, στο διάολο να πάει. Αυτό θα σημαίνει ότι δεν είμαι και τίποτα σπουδαίο.»
« Μονάχα σκέψου το καλά. Γιατί δεν είναι εύκολο να βγεις μετά από κει μέσα.»
« Το ξέρω.»
*
Ήμουν πολύ ζαλισμένος από ένα τρομερά ανούσιο μάθημα, πεινούσα (και όταν πεινάω έχω τρομερά νεύρα) και το λεωφορείο ήταν γεμάτο από ουρακοτάγκους που χοροπηδούσαν, κρέμονταν απ’ τις χειρολαβές και μούγκριζαν. Η Ζήνα καθόταν δίπλα μου αμίλητη ( ήταν εκείνη η κατανόηση που δείχνουν οι γυναίκες για 30 λεπτά, πριν παρεξηγηθούν, μουτρώσουν και σου διαλύσουν τελείως τα νεύρα) και ο Δημήτρης (που μου είχε σπάσει τα νεύρα) έπαιζε στην απέναντι θέση με την φίλη μας την Ιφιγένεια, που κάθε τόσο και λιγάκι χαιρετούσε τους περαστικούς ουρακοτάγκους.
«Καλά ρε Ιφιγένεια, γιατί κάνεις παρέα με τόσους ηλίθιους;»
Η Ιφιγένεια δεν μίλησε .
« Ε, αφού την χαιρετάνε την κοπέλα, τι να κάνει;»
« Όχι, μωρέ, ντάξει, μ’ έχουν νευριάσει πολύ…»
« Μα, εντάξει, σιγά, απλώς τους χαιρετάς.»
Έγειρα το κεφάλι μου πίσω και καθώς κοιτούσα τους ουρακοτάγκους, σκέφτηκα ότι ο Διάβολος θα πρέπει να με λατρεύει, γιατί, κάθε φορά που έχω νεύρα, μού στέλνει ένα τσούρμο από δαύτους. Ο ένας από αυτούς έριχνε κλωτσιές στον κώλο μιας κοπέλας που όλο γέλαγε, και τότε πρόσεξα ότι όλοι οι ηλίθιοι-κάφροι έχουν μεγάλα ρουθούνια σαν τα δικά του.
« Όλοι οι κάφροι έχουν μεγάλα ρουθούνια.»
« Καλά λες. Σε κάτι θα πρέπει να οφείλεται αυτό.»
« Το έχουν κληρονομήσει απ’ τα μοσχάρια.»
Το κεφάλι μου τραμπαλιζόταν συνεχώς απ’ τις λακκούβες και το μόνο που ήθελα ήταν να βρω ένα καλάζνικωφ και να δω αν θα μουγκρίζουν το ίδιο όταν θα αρχίσω να πυροβολώ.
« Λοιπόν ξέρεις κάτι, όταν εγώ είμαι χαρούμενη, εσύ έχεις πάντα νεύρα.»
15 λεπτά.
« Κάνεις λάθος, αλλά είμαι πολύ κουρασμένος για να λέω πάλι τα ίδια.»
Έγειρα πάνω στο τζάμι και κοίταξα τα χωράφια πλάι στον δρόμο, και μεμιάς ξεπετάχτηκαν οργισμένοι στρατιώτες με κράνη, ασπίδες και σπαθιά που πολεμούσαν πάνω στο πράσινο χορτάρι. Κάθε φορά που βλέπω εκτάσεις γης με χορτάρι και λουλούδια φαντάζομαι στρατούς να συγκρούονται πάνω τους. Είναι μια σκέψη που με ακολουθεί απ’ την παιδική μου ηλικία, αν και δεν ξέρω τον λόγο. Ο Δημήτρης γελούσε και έκανε διάφορες χειρονομίες. Βλέπω το ρεύμα που τινάζεται με μανία μέσα στα πράσινα μάτια του, φυλακισμένο στις κόρες, και αναρωτιέμαι πώς θα είναι σε 50 χρόνια. Τον φαντάζομαι γέρο να κάθεται κουρασμένος στην πολυθρόνα και αμέσως εμφανίζεται μπροστά μου το φάντασμα της Φόνισσας με τα χέρια ματωμένα, ενώ εγώ κάθομαι σαν ηλίθιος μπροστά του, τρέμοντας απ’ το βάρος των ενοχών ολόκληρης της Ανθρωπότητας. Γεννηθήκαμε εξαιτίας μιας καύλας και ύστερα ζήσαμε υπακούγοντας στην Πείνα μας, γιατί για κάποιο λόγο το ίδιο μας το σώμα μάς υποχρεώνει να ζήσουμε (κι ας είναι αυτό που θα πεθάνει), όπως οι σταγόνες νερού παρά την κλίση του νεροχύτη συγκεντρώνονται γύρω απ’ τον πυρήνα τους σχηματίζοντας μικρές αστραφτερές σφαίρες, που θα καταλήξουν στους σωλήνες την επόμενη φορά που θα ανοίξουμε την βρύση. Μα γιατί υπάρχουμε τέλος πάντων; Πώς ένας Θεός που δημιούργησε κάτι (τον Άνθρωπο) ( και μόνο η σκέψη ενός Θεού, ενός τέλειου όντος, που δημιουργεί κάτι, μού φαίνεται παράλογη, γιατί πάντα πίστευα ότι δημιουργείς κάτι είτε από επιθυμία είτε από ανάγκη), βιώνοντας κάτι θνητό, ένα συναίσθημα (την Αγάπη), μπορεί να είναι Θεός; Κι αν δεχόμασταν ότι ο Θεός μας είναι και Άνθρωπος, θα έπρεπε να φανταστούμε άλλον έναν Θεό, για να εξηγήσουμε την Ατέλεια του πρώτου. Κι όμως μια φωνή μέσα μου λέει σιγανά πως η Αγάπη είναι η Σχέση που συνδέει τον Άνθρωπο με τον Θεό, είναι ο Θεός μέσα μας, είναι ο ίδιος ο Θεός. Και αφήνομαι σ’ αυτήν την σκέψη, γιατί τότε φαίνεται να υπάρχει κάποιο Νόημα, το οποίο δεν καταλαβαίνω.
*
©Αλέξανδρος Σάντο
Φωτογραφία Στράτος Φουντούλης, Βαρκελώνη, 2008
Advertisements