Νίκος Κυριακίδης, Γενέθλιος Ημέρα Πρώτη και άλλα τονωτικά…

by SF

ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ

Τη μέρα που ’χε γενέθλια το μωρό της απέναντι
ξενύχτησα -το δώρο μου- χωρίς να θέλω.
Πήγαμε βόλτα με τα παιδιά των παιδικών μου χρόνων
μέχρι το βαγόνι που σε πάει πολύ ψηλά.
Βρήκαμε όλα τ’ αρκουδάκια που δεν τα είχαμε παίξει
κοιτούσαμε από ’κει ψηλά τον κάτω κόσμο
στο μωβ του χρώμα
και τα κορίτσια ντυμένα κίτρινα
σαν τις πλεξούδες, της πιο όμορφης απ’ αυτές.
Αυτήν την ξέραμε μετά, σαν μεγάλωσε:
«Εμένα ο καβαλάρης μου θ’ αργήσει να ‘ρθει:
Πολλοί του κόσμου οι πονεμένοι
κακές κι οι συγκοινωνίες…»
Το παιδάκι της απέναντι
-γιατί γίναμε αόρατοι και μπήκαμε-
από νωρίς ένιωσε κουρασμένο.
Αδιάφορο με τα γλυκά, τα δώρα, τις φωνές χαράς.
Πρέπει να προτιμούσε κάτι επικίνδυνα καράβια
παρέα με τους ψαράδες και τ’ αγκίστρια τους.
Η μάνα του πάντως φορούσε τα καλά της.
Έλεγε στον άντρα της πως είχε γιορτή το σπιτικό.
Τι θα λέγαν οι γειτόνοι για τέτοια μούτρα;
Στο τέλος της γιορτής, με τα καλά τα ρούχα,
έπιασε να πλένει τα πιάτα.
Το μωρό σκέφτηκε: «Γιορτή να σου πετύχει!
στο σπίτι μέσα! Καθόλου γαλανά».
Ο πατέρας και η μάνα δεν κοιτιούνται, δεν μιλιούνται,
μονάχα βρίζονται, μα το βράδυ συνήθως πλακώνονται στο στρώμα.
Αυτό θα γίνει και σήμερα.
Γιορτή να σου πετύχει!»

*
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ
της Τόνιας

Με κούρασαν οι δρόμοι χωρίς φώτα
τα δάκρυα που ντρέπονται και μένουν
και ματώνουν τα μάτια.
Θυμάμαι όταν τους συνάντησα καιρό πριν
-η απουσία τους μου ξεφλουδίζει το δέρμα- λέγαμε λέξεις αλλονών -κάτι σαν παιδιά της ασφάλτου- χωρίζαμε τους εφιάλτες μας δοκιμάζαμε προβλέψεις.
Τα βιβλία…
Τι να σου κάνουν τα βιβλία
όταν τρώμε χώρια
κι ονειρευόμαστε μαζί;
Πού και πού τα φώτα χρειάζονται.
Για παράδειγμα
χτες μια πεταλούδα, αυτόν τον κατακρεούργησε -έτσι λένε- κανείς δεν είδε ακριβώς.
Κανείς γιατρός δεν βρήκε τα σωστά λόγια
κανείς δεν συνέλαβε την πεταλούδα
«Ζουν τόσο λίγο…»

*

«ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΚΑΘΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ»

Κάποιοι ψαράδες άθεοι και χαρτοπαίχτες
θυμήθηκαν άξαφνα τον τελευταίο της χορό.
Δεν πρόκειται για νησί.
Είναι μια σκάλα χωμένη σε μια λίμνη.
Ακριβώς γιατί χόρευε ασταμάτητα όλο το βράδυ
-κλίμα υγρό και σάπιο, άλλωστε-
είχε βγάλει το πουλόβερ της.
Ο τζόγος είναι εμμονή,
δεν θυμάσαι καν πρόσφατα χρώματα.
«Πονάνε -σουβλιές- τα πόδια.
Γιατί να χτυπάει στα κόκαλα η ηλικία;»
«Να παίρνεις παυσίπονο πρωί σα ξυπνάς
και να πίνεις κάνα καφέ παραπάνω»
Το καλοκαίρι παρόλη τη μούχλα
έρχονται κάποιες γκόμενες επί τούτου.
Πολλές απ’ αυτές, τις έχουν πάρει.
Η μέτρια προς χάλια γκόμενα
είναι σαν τη σωτηρία μετά το ιατρικό λάθος:
Σε γλυτώνει απ’ την απελπισία στο παρά-ένα.
Καλά, καμία σχέση, αυτή ήταν αερικό βέβαια.
«Είδες, πάλι παίζουμε με τρεις απουσίες…
Το είδα εξώφυλλο στο πρακτορείο»
«Ρε συ, ποιός απ’ τους δυο έχει πάρει την πιο άσχημη;»
«Εγώ μακράν! Θυμάσαι εκείνη τη Σόνια; Πλησίαζε τα εβδομήντα κιόλας.
Πάλευα δυο ώρες, ούτε φάλαινα να ’χα πιάσει»
«Οι όμορφες γιατί πεθαίνουν μικρές συνήθως;»
«Γιατί δεν κάθονται τελικά σε κανέναν»
«Εγώ θαρρώ, θα το πάρουμε το χι, γαμώ τους τραυματισμούς μου»

*

©Νίκος Κυριακίδης από
τη συλλογή
«Δρόμοι με ματωμένα γόνατα»
εκδόσεις Ars Poetica

Φωτογραφία Στράτος Φουντούλης, «Τα φασολάκια», La boqueria, Βαρκελώνη 2008.
Advertisements