Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος

by SF

Δεν είχε φύγει ποτέ, αλλά ξαναγύρισε. Η φράση αυτή μπορεί να μοιάζει με παραδοξολογία, αλλά ίσως δεν είναι. Φαίνεται ότι ήταν δικό μας λάθος που νομίζαμε ότι τον είχαμε χάσει οριστικά, ότι τον είχε κερδίσει αμετάκλητα η αρχαία ιστορία, ότι είχε στεγνώσει η καρδιά του για την ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Τίποτε από όλα αυτά δεν είχε συμβεί, έτσι ακριβώς. Η νεανική επιστημονική προσχώρησή του στη μελέτη της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας είχε ριζώσει βαθιά μέσα του και στάθηκε πανίσχυρη.

Ο Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, διότι περί αυτού πρόκειται, ο συγγραφέας του πρώτου βιβλίου επιστημονικής νεοελληνικής ιστορίας (Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1939), μετά από μια λαμπρή σταδιοδρομία στην αρχαία ιστορία και χωρίς κανενός είδους απομάκρυνση από αυτή, ξαναγύρισε κοντά μας με την επανέκδοση παλαιότερων μελετημάτων του[1] αλλά και με πολλές νέες εκδόσεις (ως τώρα!), κυρίως δύο παλαιά ολόφρεσκα βιβλία, που ομόφωνα θεωρήθηκαν σπουδαία αποκτήματα της νεοελληνικής ιστορικής βιβλιογραφίας.[2] Έχει υποσχεθεί μάλιστα να εμπλουτίσει τη βιβλιογραφία μας και με νέα δημοσιεύματα από το απόθεμα των παλαιών ερευνών του και όλες οι πληροφορίες λένε ότι εργάζεται ακούραστα για την πραγματοποίηση του σχεδίου του. Βέβαια, και αυτό πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, δεν πρόκειται για μια επιστροφή του Μιχαήλ Σακελλαρίου στο ερευνητικό έργο τού νεοελληνιστή ιστορικού. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε, πρακτικά, να πραγματοποιηθεί, ούτε και θα είχε νόημα· η έρευνα είναι προνόμιο, και υποχρέωση, των νεότερων και νεότατων συναδέλφων. Ωστόσο, και πάλι δεν λείπουν κάποιες σύγχρονες πινελιές στον βασικό κορμό των παλιών μελετημάτων του, που βλέπουν τώρα το φως της δημοσιότητας, ενώ οι νέες πολυδιάστατες εισαγωγές του[3] συνιστούν ζωντανά δείγματα ιστοριογραφικής οξυδέρκειας και, γενικότερα, επιστημονικής επάρκειας.
Το ζητούμενο ωστόσο δεν είναι η διερεύνηση του χρόνου και των συνθηκών παραγωγής των μελετημάτων αυτών, στο πνεύμα μιας ιστοριογραφικής επισκόπησης. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα που αξίζει τον κόπο να μελετηθεί, κάτι όμως που δεν εγγράφεται στο σκεπτικό του παρόντος άρθρου. Ζητούμενο για μας δεν είναι επίσης ούτε η ποσότητα, ούτε βέβαια η ποιότητα των βιβλίων του Μιχαήλ Σακελλαρίου. Και η μία και η άλλη είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Το ζητούμενο για εμάς είναι να ψηλαφίσουμε, στο μέτρο του δυνατού, τη διαδικασία της επιστροφής του συγγραφέα στη Νέα ελληνική ιστορία, τελικά την υπέρβαση του διλήμματος: Αρχαία ή Νεοελληνική ιστορία.
Έχω όμως την εντύπωση ότι τέτοιου είδους διλήμματα δεν «τρομάζουν» τον Μιχαήλ Σακελλαρίου. Η απάντηση, όπως μου φαίνεται ότι θα την άκουγα από το στόμα του, θα ήταν: και Αρχαία και Νεότερη ιστορία. Και αυτό, όχι γιατί βρέθηκε, μέσα από μια προσωπική διαδρομή, να θητεύσει διαδοχικά και στις δύο ιστορικές περιόδους, ούτε γιατί είναι πιστός του Παπαρρηγοπούλειου τριμερούς και της συνέχειας (το διμερές άλλωστε δεν είναι… τριμερές). Αλλά γιατί, χωρίς να εμπλέκεται σε μία τέτοια συζήτηση, δεν είχε κανένα λόγο να μη βλέπει στον αρχαίο κόσμο το υπόβαθρο της νεοελληνικής ταυτότητας και ό,τι άλλο απορρέει εξ αυτού. Αξίζει στο σημείο αυτό να προσθέσουμε ότι μια τέτοια ιδέα, πέρα από την αναμφισβήτητη επιστημονική της ορθότητα, μπορεί να λειτουργεί και ανακουφιστικά σε καταστάσεις που συνήθως παράγουν αμφιθυμία.
Ο αρχαίος κόσμος δεν είναι μόνο η αρχαία ελληνική πόλη ή ο κόσμος της Ιωνίας, τα σημεία αιχμής του αρχαιογνωστικού του έργου. Για τον Μιχαήλ Σακελλαρίου είναι ολόκληρο το σύμπλεγμα Αρχαίου και Ρωμαϊκού πολιτισμού που σφράγισε την ιστορία των λαών της Μεσογείου και επανήλθε ως πνευματικός και πολιτιστικός οργανωτής της νεότερης, αλλά και της σύγχρονης Ευρώπης. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε το «Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας» (ΚΕΡΑ) στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, όπου για πρώτη φορά στον τίτλο ελληνικού επιστημονικού θεσμού αποτυπώθηκε η λέξη Ρωμαϊκός. Αυτός ο αρχαίος κόσμος δεν είναι, για τον ερευνητή Σακελλαρίου, ο πρόλογος του βυζαντινού κόσμου ο οποίος, με τη σειρά του, είναι η προηγούμενη βαθμίδα του Νέου Ελληνισμού, αλλά είναι ένας αυτοδύναμος κόσμος, ένας μεγάλος πολιτισμός του καιρού του, θεμελιώδης και αναντικατάστατος για την κατοπινή ανθρώπινη ιστορία. Μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα ιδεών, η ιστορία του Νέου Ελληνισμού δεν έχασε, στη σκέψη του Μιχαήλ Σακελλαρίου, ούτε την αυτοτέλειά της, ούτε τις αναφορές της, εν προκειμένω τις αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές.
Η ενασχόληση του συγγραφέα με τον αρχαίο κόσμο και με τον νεότερο ελληνισμό δεν είναι προϊόν μιας θέλησης προβολής ή επίδειξης πνευματικής ισχύος. Είναι το προϊόν μιας μακράς προσωπικής διαδρομής, μέσα από τις συμπληγάδες ενός σαθρού πανεπιστημιακού συστήματος που αρνιόταν συστηματικά και επίμονα τον επιστημονικό εκσυγχρονισμό του και απωθούσε κάθε ανανεωτικό σκίρτημα στο περιθώριο. Άλλωστε σε λίγες περιπτώσεις στη ζωή του συγγραφέα υπήρξαν επικαλύψεις στην έρευνα και τη μελέτη των δύο επιστημονικών περιοχών, όπως τα δύο μελετήματα για τον Ηρόδοτο το 1940, για τα οποία μιλάει αναλυτικά στο παρακάτω «Απομνημόνευμά» του (σ. 842-844). Βέβαια δεν αναφέρομαι στην πρόσφατη φάση της ενασχόλησης του συγγραφέα με την παλαιότερη παραγωγή του και την επιμέλεια της διάσωσης και κυκλοφορίας έτοιμων ή σχεδόν έτοιμων μελετημάτων Νεότερης ελληνικής ιστορίας, που αυτονόητα δεν αποτελεί διπλή ενασχόληση, αφού απλά και μόνον «επικάθηται» στη μακρά διαδρομή του έργου του «αμετανόητου» ιστορικού.
Αλλά και πάλι η επανάκαμψη δεν είναι το μόνο σημαντικό, τουλάχιστον για τη δική μου αντίληψη. Ασφαλώς έχει τη σημασία του το ότι κάποια φωνή που είχε σιωπήσει τώρα ξανακούγεται, και κάποια κενά στο ιστοριογραφικό μας οικοδόμημα συμπληρώνονται με έγκυρα μελετήματα. Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο· ότι ο νεοελληνιστής Μιχαήλ Σακελλαρίου ξανάρθε κοντά μας, ότι θέλησε και μπόρεσε να μιλήσει, ότι μια πόρτα ξεκλειδώθηκε και άρχισε πάλι η επικοινωνία. Και γι’ αυτό θέλω να πω δυο λόγια αγάπης για το δάσκαλο.
Αν δεν κάνω σοβαρό λάθος νομίζω ότι γνωρίζουμε, πια, το κλειδί που άνοιξε την πόρτα. Είναι τα οιονεί «Απομνημονεύματα» του συγγραφέα που με τον φαινομενικά σχοινοτενή, αλλά καταφανώς κρυπτικό τίτλο: «Φοιτητικές και μεταφοιτητικές εμπειρίες (1928-1944). Συμβολή από υποκειμενική σκοπιά στην ιστορία μελετών της Νεοελληνικής ιστορίας», στα Θέματα Νέας Ελληνικής Ιστορίας, εξομολογείται και έμμεσα ανιχνεύει ο ίδιος τα στενά μονοπάτια της διαδρομής του.
Στο δημοσίευμα αυτό ο Μιχαήλ Σακελλαρίου άφησε τον εαυτό του να εκφραστεί ελεύθερα, να μιλήσει για τους άκριτους επικριτές του στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στην απόρριψη της «Πελοποννήσου…» του ως διδακτορικής διατριβής, για τη θερμή υποδοχή του ίδιου βιβλίου από φωτισμένα μέλη της επιστημονικής και πνευματικής κοινότητας της εποχής, για την επί χρόνια επιμονή του ίδιου, ως το τέλος του πολέμου και της κατοχής, στη θεραπεία των νεοελληνικών σπουδών, για το στένεμα του χώρου (μετά την απελευθέρωση) γι’ αυτόν, ή για τον τρόπο έστω που βίωνε ο ίδιος το μέλλον του και τη συνέχεια της επιστημονικής και επαγγελματικής του ζωής. Ένα αίσθημα αδιεξόδου· και στη συνέχεια το πέρασμα στην αρχαία ιστορία.
Αντιγράφω από τα παραπάνω «Απομνημονεύματα» (σ. 848-849):
«Όταν τελείωνε ο πόλεμος, το μεγάλο δίλημμά μου έγινε οξύτερο και μόνιμο:
– Να παραμείνω στην νέα ελληνική ιστορία; Τώρα που έχουμε ειρήνη, θα μπορούσα να μελετήσω σε ξένα αρχεία. Αλλά τι θα γινόταν με τα απολύτως απαραίτητα για την Μακεδονία και την Κρήτη σωζόμενα στην Ελλάδα τουρκικά αρχεία; Επί πλέον αυτών των μεγάλων αβεβαιοτήτων, καμία πιθανότητα επιστημονικής σταδιοδρομίας στην Ελλάδα δεν διαφαινόταν. Ούτε όμως στο εξωτερικό, όπου βεβαίως δεν υπήρχε δυνατότητα εξελίξεως ενός ερευνητή της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
– Ο επιστημονικός διάλογος, διαμέσου των έργων τους, με τόσους πολλούς ειδικούς, ακόμη και κορυφαίους, ήταν πραγματικά διδακτικός και ενθαρρυντικός. Εξάλλου αισθανόμουν ότι σε αυτό τον χώρο δεν κινδύνευα από αμαθείς, κακόβουλους και διώκτες των μη “ημετέρων. Τέλος, η ενασχόληση με την αρχαία ελληνική ιστορία έδινε κάποιες ελπίδες για σταδιοδρομία στο εξωτερικό.
– Πάλι, όμως, να πάνε χαμένα δέκα χρόνια (1934-1944) εργασίας στον χώρο της νέας ελληνικής ιστορίας; Να αφήσω τόσες μεγάλες εργασίες μισοτελειωμένες;
– Ναι, είπα στο τέλος. Αυτό είναι το τίμημα για την αλλαγή που έχω ανάγκη.
Έκαμα δέματα τις μισοτελειωμένες εργασίες μου και πήγα στην Αγγλία να επιδοθώ στην αρχαία ιστορία».
Σαν συνέχεια των παραπάνω εξομολογητικών σκέψεων του συγγραφέα, μία παράγραφος από τον πρόλογο στην έκδοση του βιβλίου του για την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο ολοκληρώνει την εικόνα της επιστροφής του Μιχαήλ Σακελλαρίου κοντά μας.
«Έως ότου, το καλοκαίρι του 2007 βρήκα καιρό να επιθεωρήσω και να εκκαθαρίσω τα αρχεία παλαιών εργασιών μου. Τότε λοιπόν έκοψα τους σπάγκους με τους οποίους είχα δέσει τον Δεκέμβριο του 1942 αυτή τη δουλειά μου διατρέχοντας το πιο επεξεργασμένο δακτυλόγραφο και διαπιστώνοντας ότι ήταν δημοσιεύσιμο· έπειτα από λίγη ακόμη προσπάθεια, αποφάσισα να το εκδώσω, χωρίς να το αναδιαμορφώσω όπως ήθελα αρχικώς, βάσει αιγυπτιακών και ευρωπαϊκών πηγών –έργο ανέφικτο στη σημερινή ηλικία μου– επειδή, και όπως είναι, αξίζει να δημοσιευθεί για δύο μείζονες λόγους. Από τη μία μεριά, πρόκειται για μια ερευνητική εργασία που στηρίζεται κυρίως σε αρχειακές πηγές –και μάλιστα τελείως αναξιοποίητες– και αναδεικνύει τη σημασία τους. Από την άλλη καταγράφει λεπτομερώς ένα σύνθετο σύνολο γεγονότων με κομβική σημασία για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821».
Τώρα που απορροφήθηκε ο κόμπος που για χρόνια στεκόταν στο λαιμό, που ο πρωταγωνιστής ξαναβγήκε στη σκηνή, ώριμος τώρα, αλλά ώριμος και εκ της νεότητός του, είναι μια στιγμή γιορτής για όλους μας. Για τον κόσμο των νεοελληνικών σπουδών, μία επιστημονική κοινότητα πολυάνθρωπη, ένα κόσμο ανανεωμένο, πολυδιάστατο, ανοιχτόμυαλο και ενήμερο που θεωρεί τον «επικίνδυνο υποψήφιο διδάκτορα» του 1938 Μιχαήλ Σακελλαρίου, πρωτοπόρο, εμπνευστή και δάσκαλο. Θα τολμούσα να πω μέντορα αφανή αλλά και πανταχού παρόντα. Ακόμα και στα χρόνια της απουσίας του.
*
[1] Θέματα Νέας Ελληνικής Ιστορίας, τόμοι 1-2, Ηρόδοτος, Αθήνα 2011.
[2] Η Ελλάδα του Γεωργίου Α΄. Πολιτική κριτική του Μιχαήλ Γ. Σακελλαρίου στην «Κραυγή του εκπνέοντος Ελληνισμού» των Πατρών (1910-1911), Αθήνα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 2009· Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012.
[3] Βλ. τα δύο έργα της προηγούμενης σημείωσης.
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα:
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας
 
Copyright © 2011 Booksreview.gr

 

Advertisements