Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «TEST ME»

by SF

Μια αυθαίρετη προσέγγιση στην αντιηρωική μυθιστορία.
Η πρώτη υποτίμηση της εικόνας και άλλες επισημάνσεις.

Το νυχτερινό κατάστημα «Test Me» βρίσκεται στην οδό Πιπίνου. Κάποτε εδώ συνέβη ένα φριχτό έγκλημα. Το μαγαζί έκλεισε, ώσπου να ολοκληρωθούν οι ανακρίσεις, οι έλεγχοι, να τακτοποιηθούν όλα τα νομικά ζητήματα. Ο ανακριτής επέβαλε να σφραγιστεί το κατάστημα και έτσι σκόρπισαν σαν πουλιά οι νεαροί Άραβες, χάθηκαν στην οδό Φυλής, έπεσαν στους τάφους της πόλης, καθώς εκείνο το υπέροχο παιδί της Κλαυδιόπολης, το ηδονικό, πνιγμένο αγόρι. Μα ετούτες οι αντιστοιχίες είναι για τους ποιητές μονάχα και άλλωστε πέρασαν χρόνια από εκείνο το χαμό και απόψε το κατάστημα «Test Me» επαναλειτουργεί. Στέκει λευκό πλάι στις εισόδους των πολυκατοικιών, τα αγόρια χαιρετούν τους εραστές της Αχαΐας που έχουν συρρεύσει ευτυχισμένοι για την ολονύχτια, ερωτική προοπτική. Καταφτάνουν τα παιδιά του Άτλαντα με τα ερεθιστικά αρώματα, τις αποτυπώσεις των τατουάζ στα χέρια και αλλού στα ωραία σώματα. Απόψε θα χορταστεί ο έρωτας, λένε όσοι γνωρίζουν με τι πάθος αγαπούν ετούτοι οι άνθρωποι, πόσο απεγνωσμένοι φτάνουν από τις ασφυκτικές, επαρχιακές πόλεις. Ίσως απόψε να γεννηθεί στην οδό Πιπίνου ένας Χριστός. Όταν θα μαρτυρήσει πώς σπαράζονται οι ψυχές, πώς καίγονται τα σώματα, ο Χριστός εκείνος θα επιβάλλει μια αγάπη ικανή να θεραπεύσει τα νυχτερινά αμαρτήματα. Ο Χριστός ετούτος πνιγμένος μες στο κίτρινο φως της οδού Πιπίνου θα αναλογιστεί τις φοβερές τροπές της μοίρας μας, τα λιονταρίσια, ανθρώπινα πάθη, τη λιονταρίσια πόλη μας θα συλλογιστεί, την τρομερή τραγωδία θα αναλογιστεί, γιατί εδώ και χρόνια οι φίλοι μας δεν γνωρίζουν πώς να πεθάνουν και όλο εξαντλούνται. Απόψε να θηλάσουμε τη νύχτα, είπε κάποιος και απέμεινε ακίνητος σαν τα μεγάλα πουλιά άλμπατρος που ξημερώνουν στα πλοία.Μεγάλωνε η νύχτα και η λύπη.

 

     Στο πατάρι του μαγαζιού ο Παύλος, ο Τζων Φάντεν, ο Σκαρίμπας και ένας νέος ονόματι Ροΐδης δεν μιλούν, μόνο πετούν χρώματα στους τοίχους και με τίποτα δεν είναι ερωτευμένοι. Το πρόσωπό τους τείνει πάντα προς το χώμα, έξω μαίνεται ο αιώνας των θορύβων και των μηχανών, έξω ποτάμι οι εραστές και οι δολοφόνοι τραβούν με τα μεγάλα κεριά κατά τους μυστικούς ναούς και όλο δυναμώνει η βουή και βελούδο η νύχτα σκεπάζει τη γύμνια της πόλης. Άλεν, έλα κάθισε κοντά μας, γνέφει ο Παύλος που απόψε μας ζήτησε να τον αποκαλούμε Ερμή ή Μύρτο και εξηγεί με εμμονή την αγάπη του για τις λεύκες. Άλεν, έλα, και ο Αμερικάνος τρικλίζοντας με τα εξωφρενικά του μάτια μας δείχνει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός γυμνού αγοριού και έπειτα στο φόντο μια πέτρινη πολιτεία και οι τρούλοι της. Καθώς γυρίζει προς τη μεριά μας, κοιτούμε έκπληκτοι την απάνθρωπη όψη του, μια γλώσσα αλλόκοτη, το διάφανο σώμα με όλες τις επίσημες πληγές του, τα μάτια από κόκκαλα. Μην τρομάζεται σημειώνει ο Σκαρίμπας και ετοιμάζεται να θυσιάσει εαυτόν, διότι τέχνη δεν γίνεται άνευ πυρός και άνευ σιδήρου. Άλλωστε ο νεαρός Ροΐδης, πολύ εύστοχα σημειώνει την ώρα εκείνη, την επισήμανση του Κίμωνα Φράιερ, για το πρόσωπο και το έργο που απαιτεί να φέρει τη δική του διάλεκτο. Και σαν να μεταλαβαίνουμε, όλοι μαζί επαναλαμβάνουμε τα λόγια. Να είναι η λαλιά ολοδική μας, να είναι ξένη ομιλία, μια απόκλιση αισθητική και ιδεολογική. Έτσι αποκαλύπτονται οι φωτιές και ας περπατούμε εμείς μες στους αιώνες σκυφτοί κάτω από κληματίδες και υγρούς μαντρότοιχους.
     Όποιος αγαπά, ας πεθάνει αναφωνούμε όλοι και κάπου ακούστηκε μια φωνή και έσπασε σε ρωγμές το σκεύος της νύχτας και όλοι έπαψαν τους έρωτες και τις διεκδικήσεις, τις λαθροχειρίες των πεσσών, οι εξαρθρώσεις αφέθηκαν και όλοι αρπαχτικοί και ωραίοι χυθήκαμε στους δρόμους. Κάποιες γυναίκες έφευγαν πέρα, σαν μέσα στα νερά και σαν μέσα στους ελαιώνες και ο Άλεν σωριάστηκε σαν βόμβα μες στις εποχές. Ξεκίνησε να ουρλιάζει και θυμόταν όσους σφαγιάστηκαν μες στις μεγάλες πόλεις, Χριστούς, ακέφαλους θεούς που ανακαλύφθηκαν τυχαία μες στα νερά του Νείλου, τη νεότητα που σωριάζεται μες στην ατομική της ιστορία και έτσι φθείρεται και πάει. Και μας έπιασε μια ταραχή και είπαμε στα κομμάτια ο κόσμος ετούτος και κοιτάξαμε όλοι κατά τα νεφελώματα. Ο Ερμής είπε, να, ο Αλδεβαράν,ο Ροΐδης επέμεινε πως οφείλουμε να φανούμε πιστοί στις πεποιθήσεις μας και έπειτα μας ανακοίνωσε ότι απόψε, λέει, φεύγει με το πλοίο «Κατερίνη» για την Σύρο και πως πολύ εχάρηκε που τα είπαμε και δεν θα μας λησμονήσει ποτέ. Τέλος χάθηκε, σαν να ανατινάχθηκε. Εμείς κοιταχτήκαμε με όλη την ηδονή του κόσμου.Πάει να πει συλλογιστήκαμε το χρέος μας και είπαμε στο διάβολο οι ηθικές και οι οφειλές προς το πνεύμα, το πιο άγριο ζώο είναι η μονάχη ψυχή μας και ορίσαμε εαυτούς απόκληρους και περιθώρια και είπαμε θα μετρηθούμε με ευθύτητα με εκείνα τα κατάμαυρα πουλιά που ξεπηδούν από τις χαράδρες κάθε τόσο και κλείνουν τις οδούς. Ο Σκαρίμπας θυμήθηκε τότε έναν Ισπανό μυθιστοριογράφο, ονόματι Ορτελάνο και αναπαρήγαγε με στόμφο τις διαπιστώσεις του, πως δηλαδή θα πρέπει η γραφή να είναι αντισηπτική, η γλώσσα μας ανάλογη, άλλος δρόμος για τις ζωές μας δεν υπάρχει. Μια ποίηση υπερβατική, ακμαία στους αιώνες που θα ανακαλύπτει μια ζωή πλουσιότερη από εκείνη της φαινομενικής πραγματικότητας. Ύστερα, συμφωνήσαμε με το λόγο μας, να περιφρονήσουμε τις προσευχές, όλος ο κόσμος στάζει το υλικό του μες στο τυφλό σημείο του καθρέφτη, τρέξαμε όλοι προς τα εκεί, είδαμε πράγματα σπουδαία, δεν αποκαλύψαμε τίποτε. Μαζέψαμε γρήγορα τα πράγματά μας και ο καθένας έφυγε για να ζήσει. Ο Αμερικάνος, μόνον Άλεν Γκίνσμπεργκ στάθηκε ξανά στον εξώστη, δεν μας χαιρέτησε, έβλεπε το μέλλον που κυμάτιζε. Απ΄όσο θυμούνται αγαπούσε τη Βιρτζίνια Γουλφ, ίσως γιατί η γυναίκα ετούτη έτεινε πάντα προς τη σιωπή και στις πιο σπουδαίες παραφορές της μιμήθηκε με ακρίβεια και φυσικότητα βιωματική τις μονοσύλλαβες, ερωτικές ομιλίες. Έπειτα άφησε μια ανάσα πανικού, η νύχτα θα τέλειωνε, χαθήκαμε, ακούσαμε τον Άλαν που ούρλιαζε εκκωφαντικά και ήταν ολάκερο το πατάρι ένα παρανάλωμα αγωνίας.
     Κάτω στο μαγαζί, κυριαρχούσε η βαρύτητα των σωμάτων. Τα αγάλματα της νυκτός ήσυχα καθώς πάντα, όμως ένα πορφυρό χρώμα στο βάθος του ορίζοντα μαρτυρά πως κάποιος αιμορράγησε. Σκεφτήκαμε τότε τις ρωγμές, όλες οι πόρτες κλειστές, όπως τα πρώτα χρόνια του αποικισμού, μες στην πόλη κανείς να μοιραστούμε το φοβερό μυστικό. Σε λίγο ο ήλιος θα μας λιώνει σαν τις πέτρες, σε λίγη ώρα. Άλεν, μην κλαις, θα πάμε να δούμε τα χαλάσματα πέρα στα ναυπηγεία, τα ηλιακά σημάδια των νεκροταφείων, ίσως μάλιστα κάποτε να σταθούμε ήρεμοι και νέοι στις μεγάλες βάρκες της πατρίδας σου. Ως τότε Άλεν δεν μπορούμε παρά να τραγουδούμε για όλα όσα είδαμε και μάθαμε.
     Ένας νέος με ωραίο σώμα και όλο του το βλέμμα στο άδειο, μιλούσε σε έναν μεσόκοπο άνδρα για τα κορελένια δάση των Βερμούδων. Και όλο ρύθμιζε ένα τεταρτοκύκλιο όργανο εκείνος πάνω στο χάρτη και ο άλλος γελούσε τρανταχτά. Πέρα οι φωνές των διαλαλητών, οι καμπάνες του όρθρου, ο Άλεν που στέκει και απαγγέλλει το φοβερό χρονικό του ήλιου και τσίγκινο φεγγάρι σπασμένο και όλα τα σκηνικά τα θεατρικά στοιβαγμένα. Η ωραία ακαταστασία της σκέψης μας, μικρό παιδί μες στη θέρμη του παιχνιδιού.
*
©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Στράτος Φουντούλης, «Jazz Bar», Βρυξέλλες, 2011
Advertisements