Σωκράτης Ξένος, «πώς ξεπλένεται αλάνθαστα μες στο χαρτί» -ποίηση

by SF

 
“Γυναίκες της άνοιξης Ι”

Είδα Ηώ
με το ωμέγα την ήττα του ήλιου
πώς ξεπλένεται αλάνθαστα μες στο χαρτί
η Ιουδήθ έχει κατάσχει τον καθαρό πηλό της γης
και γράφει μας αγγεία πολυσχιδή
και τέμπλα και σκαλοπάτια ωραίων Πυλών
και λέω χαλάλι το αψύ βάσανο
μούσκεμα οι καθρέφτες καταρρέουν αγγέλους

και συ Λέα
που ξέρεις πώς σπάζει κλαδιά
το λάμδα των ξένων δακρύων
μπήκες αμέσως στη γιορτή
δίχως μανδύες κι αίθουσες αναμονής
κατέχοντας το διαρκείας εισιτήριο

βγάζω για σένα Υλλιώ
τους μόρτες τα μαύρα γυαλιά μου
να δω τον κόσμο απ’ την αρχή
κι ενδοτικά φιλώ λεηλασίας ανέμους

γυναίκες της άνοιξης

***
“Γυναίκες της άνοιξης ΙΙ”

πάψε ως το κοντολογίς φλύαρη γραφή μου
με κοινοποίησες πάλαι λεπτομερώς σε εποχές
κι είδα τη σιωπή να κρύβει ένα πίσω
ξέφωτο χλόης που ψάχνει τα ελάφια του

πικράρωμα της ξενιτιάς θα δοκιμάσω
μιαν εκτίναξη απόψε στου θηρίου τις πλαγιές
να ’χετε το νου σας
κι έτοιμο της παρηγοριάς το φορείο
μη δε σκαλώσω σε καμιάν ακμή του σωσμού
κι αν αντιστραφώ
μες στην καταστροφή της σύγκρισης σπασμένος στίχος
τουλάχιστον
θα με έχει κατοχυρώσει η μουσική σας στην πτώση
μόνος να τρώω να πίνω τις λέξεις

δε θα σας πω ευχαριστώ
μόνο σας στέλνω
πάρτε το σπίτι
το δωμάτιο
το παράθυρό μου
στη θέα της βροχής όλα μου τα δέντρα
όπως μου στέρησε το μακριά γλυκά τραγούδια
με του σώματος με του νου τις αιτήσεις
και πάλι ανατολίζομαι στους ψιθύρους σεισμούς

πού εκρήγνυται το όνομά μου ως φωνήεν αγάπης;

***
Πυγολαμπίδες

και περιμέναμε τ’ απόβραδο
τότε που ξεθαρρεύουνε
και φέγγουνε στις γειτονιές
του σκοταδιού τα τεθλασμένα μάτια

καυτόν το φώσφορο
κολλούσαμε στο μέτωπο του Ιούνη
και παίζαμε τις νύχτες αληθινές ζωές
γέλια χτυπούσανε στους τοίχους
τρέχαν οι πόθοι στα τυφλά
με τη βιασύνη τού αφελούς
και σκόνταφταν
από της φλέβας το όνειρο στου νου τα υπερώα

κανείς δεν άκουε
παρεκτός κείνη η ώριμη ώρα
που ακόμα ταλαντεύεται στην άκρη του καιρού
με τα σχοινιά του τέλους

Τώρα
μες στων χεριών μας το κενό
μια χώρα απλώνει
το λιγοστό και το πολύ που μας διπλώνει
δρόμο στο φως
και μας γυρνά τα καλοκαίρια τα στιλπνά
μέσα στη σκόνη

***
«το γραμματοκιβώτιο της μέρας»

Το χυτήριο δακρύων που ακόμα η Ελισώ
δαγκώνει τις ρίζες των κυπαρισσιών
να λύσει το γιο της
κι η Ευαγγελία με τους είκοσι έξι καιρούε
στα λυτά της μαλλιά
αγγελία θυέλλης και τρέχα ταξί
όχι δεν μπορείτε να ξαναμπείτε στο φωτεινό δωμάτιο
η ζωή σάς απέκλεισε στη μαύρη ώρα

πίσω στο κρανίο
στο επείγον εργαστήρι του ανθρώπου
αρμαθιές τα αντικλείδια τού πουθενά
κι εσύ παρηγοριά τι μιλάς που
απ` την πολλήν αγάπη δεν ακούω
τι φέγγεις στη γωνιά καλό μου ελαιόλαδο
ένα γύρω βγαίνω τις νύχτες
και ρίχνω στους ελαιώνες σου των ματιών μου τ΄αλάτι

μα μη
σας ξορκίζω αγαπημένα ονόματα
μη σκάβετε τόσο βαθιά την οδό χαραμάτων
να βρει η αυγή θέση καθημένων για την αλήθεια
η αλήθεια περνώντας τα φωτοκύτταρα των υστέρων
συναγερμοί απουσίας
γι` αυτό σας λέω
δε θέλω να αφήσω άλλα αντίο να `ρθουν στην ώρα τους
τόσο φάκελοι σκοτεινοί
Βάφω λευκό το γραμματοκιβώτιο της μέρας…

*

© Σωκράτης Ξένος 
Φωτο © Στράτος Φουντούλης, «Το Κενό», Αθήνα 2012.

Advertisements