Γιάννης Φαρσάρης -«Η έμπνευση είναι γυναίκα;»

by SF

Η δουλειά είχε πέσει τελευταία στο μικρό ψιλικατζίδικο. Μάνα και κόρη κάθονταν δίπλα – δίπλα στο ταμείο και κοίταζαν αφηρημένα τη μικρή οθόνη που ήταν βιδωμένη στον απέναντι τοίχο. Δεκαέξι ώρες ημερησίως ζούσαν καθισμένες μελαγχολικά στην ίδια θέση – πήγαιναν σπίτι μόνο για να κοιμηθούν.
      Ο ήχος της μεγάλης μοτοσικλέτας αναστάτωσε τη γειτονιά μες στο ζεστό καταμεσήμερο. Ένας γεροδεμένος άνδρας πάρκαρε πρόχειρα και τρύπωσε στη μεταλλική πόρτα να προμηθευτεί καπνό. Είχε βλέμμα κουρασμένο, μαλλί τσαλακωμένο απ’ το κράνος και μια αύρα αλήτικη και κοσμογυρισμένη. Η σκόνη στα αγκαθωτά γένια του έδειχνε ότι ερχόταν από μακριά. Το κορίτσι κοίταξε τα καστανά του μάτια κι αναστατώθηκε.
       Τον ακολούθησε έξω στο δρόμο, αγνοώντας την άγρια ματιά της μητέρας της. Είχε μια άγουρη ομορφιά και μια θολή ανυπομονησία στο βλέμμα.
       «Πού θα πας τώρα;», τον ρώτησε με αφέλεια και νάζι.
       «Όπου με βγάλει ο δρόμος…», της απάντησε αινιγματικά.
       «Δηλαδή πηγαίνεις στην τύχη;»
       «Είμαι συγγραφέας και αναζητώ την έμπνευση»
       «Η έμπνευση είναι γυναίκα;»
       «Η έμπνευση είναι στιγμή!»
       «Αν δεν την βρεις μέχρι το απόγευμα, θα ξαναπεράσεις;»
       «Δεν έχω λόγο να ξαναπεράσω…»
    «Μπορώ να γίνω εγώ ο λόγος. Είμαι δεκαεννιά χρονών και θέλω να γνωρίσω τον κόσμο. Βαρέθηκα  τόσα χρόνια κλεισμένη στο ψιλικατζίδικο»
      «Είμαι τριάντα εννιά χρονών και με έχει απογοητεύσει ο κόσμος. Γι’ αυτό γυρίζω στους δρόμους»
      «Είδες; Ταιριάζουμε! Πάρε με μαζί σου κι εγώ θα πάρω από το μαγαζί τσιγάρα για πολλές μέρες»
      «Γιατί θέλεις να φύγεις;»
     «Ο μπαμπάς μου μπάρκαρε στα πλοία όταν ήμουν τριών και δεν τον ξαναείδαμε. Η μαμά λέει πως πνίγηκε στον Ινδικό, μα όλοι πιστεύουν πως μας παράτησε. Η μαμά μου δεν είναι καλά από τότε κι εγώ θέλω να γνωρίσω τον κόσμο. Πάρε με μαζί σου, μάθε μου ό,τι ξέρεις. Είμαι δεκαεννιά και το αίμα μου βράζει».
    Της χάιδεψε το μάγουλο με τα αδρά του δάχτυλα και της χαμογέλασε. Το κορίτσι ένιωσε την ανάσα του πάνω της και ανατρίχιασε. Το κεφάλι της μάνας πρόβαλε ανήσυχα από τη μεταλλική πόρτα να δει τι συμβαίνει. Αμίλητος κατευθύνθηκε προς τη μηχανή του, άνοιξε την πλαϊνή δερμάτινη τσάντα κι έβγαλε ένα τσαλακωμένο χοντρό βιβλίο.
     «Μου πήρε πέντε χρόνια να το γράψω. Διάβασέ το, θα καταλάβεις…», της ψιθύρισε συγκινημένος και φόρεσε το ταλαιπωρημένο κράνος του. Την κοίταξε ίσια στα βουρκωμένα μάτια της και της έγνεψε έναν μικρό χαιρετισμό. Ο βαρύς επαναλαμβανόμενος θόρυβος του κινητήρα ακούστηκε σα μονότονο κρώξιμο βατράχου…
     «Στο καλό πρίγκιπα», τον αποχαιρέτησε μουδιασμένη κι έσφιξε το χοντρό βιβλίο στην αγκαλιά της…
*


Ο Γιάννης Φαρσάρης είναι δημιουργός της ανοικτής βιβλιοθήκης 
photo copyleft Creative Commons – The girl and the water- επεξεργασία περιοδικού Στάχτες.

Advertisements