Δημήτρης Μποσκαΐνος, Ο Δαίμονας

by SF

Αμερική.
Καθεδρικός Ναός Αγίου Πατρικίου (Saint Patrick’s Old Cathedral)
Μανχάταν.
Νέα Υόρκη.
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013, 16:45 το απόγευμα.

     O Πατέρας Ιερώνυμος σκούπισε τα χείλη του με ένα καθαρό λευκό μαντήλι, έχοντας τσιμπήσει κάτι πρόχειρο.
    Ήταν ο νεότερος Ιερωμένος που λειτούργησε ποτέ τον Παλιό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Πατρικίου τα τελευταία 50 χρόνια.
     Μόλις τριανταενός και είχε έρθει στην μεγαλούπολη από μια μικρή ενορία της Πενσυλβανία πριν από περίπου δύο μήνες.
     Είχε αρχίσει να συνηθίζει την νοοτροπία της Πόλης, την κίνηση , τη φασαρία, το φαγητό και το πιο ήπιο κλίμα , αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε ποιος ήταν κι από που ξεκίνησε γι αυτό και ποτέ δεν παρέλειπε να προσεύχεται για τους κατοίκους του μικρού χωριού με τους οποίους πέρασε τα πρώτα του χρόνια ως ιερέας.
     Σήμερα όμως ήταν αλλιώς.
   ‘Όχι, αυτό δεν ήταν το ίδιο… είχε παρευρεθεί σε δυο εξορκισμούς ως μαθητευόμενος του Πατέρα Νικόλαου, αλλά δεν ήταν ποτέ μόνος του.
     Τα συμπτώματα που παρουσίασαν εκείνοι οι “ξενιστές” ήταν μάλιστα τόσο ήπια που αν και δεν είχε ακόμα εμπεριστατωμένη άποψη για τις εκφάνσεις του καλού και του κακού, είχε αρχίσει να κλίνει προς μια πιο μεταφορική τους έννοια και είχε πειστεί πως οι ξορκιζόμενοι δεν ήταν παρά ψυχικά ασθενείς προσωπικότητες που έχριζαν ψυχιατρικής βοήθειας πριν αρχίσουν και πάλι να κολυμπούν στο ήρεμο λιμάνι της Πίστης.
    Ακούμπησε και τα δύο χέρια του στο χρυσοποίκιλτο τραπεζομάντιλο της Αγίας Τράπεζας κι έσκυψε μπροστά παίρνοντας αργές ανάσες όπως τον είχε μάθει παιδί ακόμα , ο Πατέρας του προκειμένου να αποβάλλει όλο του το stress, ειδικά όταν αισθανόταν χάλια κι έπρεπε παράλληλα να βρίσκεται με κόσμο.
     Είχε κακό προαίσθημα .
   Ίσως ήταν και λίγο άρρωστος σκέφτηκε, ενώ η τελευταία μπουκιά από το φαΐ του απειλούσε ν ανέβει με φόρα, ξανά, στον οισοφάγο του.
    Σε ένα τέταρτο περίπου περίμενε την Margaret Malone, 22 χρονών, φοιτήτρια Νομικής και κάποια από τα μέλη της οικογένειάς της.
  Ο πατέρας της, Vincent Mallone τον είχε προσεγγίσει μετά τη λειτουργία της προηγούμενης Κυριακής και του εξιστόρησε τα απίστευτα για κάθε ανθρώπινο μυαλό πράγματα που συνέβησαν στη μονάκριβη κόρη του, κι άλλαξαν εδώ κι ένα μήνα τη ζωή ολόκληρης της οικογένειάς του.
    Τα γεγονότα ήταν τόσο ανατριχιαστικά που ο Πατέρας Ιερώνυμος σήκωνε κάθε τόσο το βλέμμα του διασταυρώνοντας το με εκείνο του Vincent σαν να μην πίστευε ότι όλες εκείνες οι αποτρόπαιες τρομακτικές εικόνες έβγαιναν από το στόμα ενός καθημερινού μεσήλικα, οδηγού Λεωφορείου της Γραμμής ,Μανχάταν – Λόνγκ Άιλαντ.
    Τη δυσπιστία (όσο δυστυχώς και το γαλήνιο βραδινό του ύπνο για την εβδομάδα που ακολούθησε) διέλυσαν οι φωτογραφίες polaroid που του έδειξε ο Vincent με δάκρυα κι απόγνωση στα μάτια του καθώς η ολιγόλεπτη συζήτησή τους τελείωνε.
   Δε χρειαζόταν να έχεις μάστερ στην Ορθοπεδική για να καταλάβεις ότι οι αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών της δυστυχισμένης εκείνης δεσποινίδας ήταν λυγισμένες ανάποδα του φυσιολογικού ενώ μ’ ένα γρατζουνισμένο πρόσωπο γεμάτο μώλωπες επεδείκνυε την πρησμένη γλώσσα της στο φακό, με το κεφάλι ανάποδα σ’ ένα σώμα κυρτό σαν …ανθρώπινο …τραπέζι.
    Κατευθύνθηκε προς το μικρό νιπτήρα έξω και αριστερά του Ιερού, άνοιξε τη βρύση κι έκανε να πιει λίγο νερό.
    Κοίταξε το καθαρό κολάρο του και το χλωμό λιπόσαρκο πρόσωπό του στο μικρό καθρέφτη πάνω από το νιπτήρα. Σκούπισε τις στάλες του ιδρώτα από το μέτωπό του κι έβηξε κάνα δυο φορές να καθαρίσει τη φωνή του.
   Κοίταξε το ύψους μέχρι τη μέση του, άγαλμα του Εσταυρωμένου που βρισκόταν στα δεξιά της Αγίας Τράπεζας . Κατασκευασμένο από γύψο και βαμμένο με αχνά παστέλ χρώματα, έδειχνε παλιό καθώς το επιφανειακό γυαλιστερό λούστρο του είχε αρχίζει να κιτρινίζει στο βάρος του χρόνου.
    Με αργό κι αποφασιστικό βήμα ,το πλησίασε, γονάτισε εμπρός του, και ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στ’ άψυχα αγαλμάτινα μάτια χαμήλωσε ταπεινά το κεφάλι του κι άρχισε να προσεύχεται..
    -Κύριε, βοήθησε τον Αμαρτωλό δούλο Σου ..
    -Δώσε μου τη Δύναμη Κύριε, να στείλω το Κακό στο Πυρ το Εξώτερο…
    -Βοήθησε με να απαλλάξω αυτή τη μικρή Χριστιανή από το μιαρό Πνεύμα του Κακού…
    -Στο Όνομά Του Πατρός Και Του Υιού και Του Αγίου Πνεύματος Αμήν…..
    Ακούστηκε ένας θόρυβος ανοίγματος πόρτας μεγεθυμένος από το φυσικό βάθος του Χώρου της Εκκλησίας, κι αμέσως μετά κάποιες ομιλίες. Αυτό όμως που τρόμαξε τον Ιερώνυμο ήταν ένα απόκοσμο γέλιο, ειρωνικές στριγκλιές και χαμόγελα που έσβησαν απότομα καθώς γύρισε να κοιτάξει…
     Σηκώθηκε και βάδισε προς την οικογένεια.
  Τα όσα άκουσε δευτερόλεπτα πριν χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο Υποσυνείδητο του μα τώρα επικρατούσε ξαφνικά τέτοια ησυχία που νόμιζε ότι ήταν της φαντασίας του.
    Ο Βίνσεντ κρατούσε σφιχτά το αριστερό μπράτσο της κόρης του ενώ η γυναίκα του το δεξί , τόσο στενά βαλμένοι δίπλα της που την υποβάσταζαν και κοιτούσαν μια εκείνη και μια τον Πατέρα Ιερώνυμο που πλησίαζε.
    Η κοπέλα με ένα απορημένο ύφος ζύγιζε το παρουσιαστικό του Ιερέα με δυσπιστία, ιδρωμένη με τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπό της, ανάσαινε αργά και βαριά με συριγμό. Είχε το κεφάλι της ελαφρά ριγμένο στο πλάι, ενώ τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και υγρά.
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος έβγαλε από την τσέπη του ένα παλιό δερματόδετο βιβλιαράκι και τραβώντας ένα κίτρινο μεταξωτό σελιδοδείκτη το άνοιξε κάπου στη μέση. Κοίταξε τους γονείς και τους είπε «Πλησιάστε, μην την αφήσετε, φέρτε την εδώ στο κέντρο κάτω από τον τρούλο».
     O Βίνσεντ έσφιξε περισσότερο την κόρη του. «Έλα καλή μου , κουράγιο και όλα θα πάνε καλά.»
    Η μικρή τράβηξε το βλέμμα της από τον Πατέρα Ιερώνυμο και μίλησε στον Πατέρα της με βαριά αντρική φωνή και ακαθόριστης προέλευσης προφορά. «Σκατά……..γκλουάρρρρρρρρργκγγγγγγγγγγγγ… όλλλλλλαααααααα… θθθααααααα πάαααααανεεεεεεεε σσσκαααατάαααααααα»
    Το χαιρέκακο γέλιο της διακόπηκε αμέσως και με το βλέμμα της κάρφωσε ξανά τον Παπά ώσπου σφίχτηκε το στομάχι του. «Χέστηκες χέστη? Ακόμα δεν είδες τίποτα καυλιάρη μου Ουαάχαχαχαχαχαχαχαχαχα γκλουάρρρρρρρρργκγγγγγγγγγγγγ (άρχισε να φτύνει βλέννα καταγής) θες να τα δεις όλα πούστη? Ε να λοιπονννννννν»
    (Το κορμί της κύρτωσε από μόνο του προς τα πίσω σαν τεράστια παρένθεση, και με μια απότομη κίνηση τα ρούχα της σκίστηκαν από πάνω ως κάτω σαν να τα πέρασε με βία ένα ¨ ξυράφι) «δε μου είσαι τίποταααααααα δε μου είσαιαιαιαιαιαια τίιιιποοοοοοταααααα δε με τρομάζειςςςςςςςςςςςς, έλα και γάμα με τώρααααααααα γαααα μαααααα μεεεεεεεεεεε» …κι άρχισε να βογκάει δυνατά και να συσπά πάνω κάτω τη λεκάνη της σαν να συνουσιάζεται με τρόπο αισχρό και πρωτόγονο.
     Η μητέρα της έβγαλε ένα λυγμό απόγνωσης που χτύπησε τα αυτιά των υπολοίπων σα ρόπαλο.
   Ο Πατέρας Ιερώνυμος πήρε μια βαθιά ανάσα, τέντωσε το κορμί του κι άρχισε ν απαγγέλλει χαμηλόφωνα αργά και σταθερά «Crux sancta sit mihi lux / Non draco sit mihi dux,Vade retro satana» (Είθε ο Άγιος Σταυρός να είναι το Φως μου / Ας μη με καθοδηγεί ο δράκοντας ,Ύπαγε οπίσω Σατανά)
    Η δαιμονισμένη έσφιξε όλους τους μύες του προσώπου της σε μια γκριμάτσα γεμάτη ρυτίδες και μίσος και φώναξε στον Παπά «αδερφή είσαι ρεεεεεεεε δεν ακούς που σου μιλάωωωωωωωωωωωω?» Ξαφνικά η φωνή της έγινε πιο στεντόρεια μπάσα και πιο δυνατή σα να μιλούσε πια αυτό που τη στοίχειωνε « ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΕΙ……ΟΧΙΙΙΙΙΙΙ ΟΧΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ….ΓΑ….ΜΕΝΕ ΒΕΝΕΔΙΚΤΕ…ΜΕ ΕΙΧΕΣ ΔΙΩΞΕΙ ΤΟΤΕ Μ ΑΥΤΟ ΑΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ….ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΣΚΑΣΜΟ ΤΡΑΓΟΠΑΠΑΑΑΑ».
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος συνέχισε σταθερά και με περισσότερη σιγουριά, βλέποντας πως τα λόγια του άρχισαν να φέρνουν κάποιο αποτέλεσμα. «Nunquam suade mihivana,Sunt mala quae libas / Ipse venena bibas» («Μην με ωθείς στον πειρασμό ποτέ με μάταια πράγματα Αυτό που μου προσφέρεις είναι το κακό / Πιες εσύ το δηλητήριο».)
    Με την ανάγνωση της τελευταίας λέξης κι ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι έκαναν με κλειστά μάτια τον Σταυρό τους, η κοπέλα έκλεισε τα μάτια και κατέρρευσε. Οι γονείς της με τη βοήθεια του Πατέρα Ιερώνυμου την ξάπλωσαν στα στασίδια της πρώτης σειράς. Εκεί ο Παπάς συνέχισε Την Ανάγνωση για αρκετή ώρα ακόμα, αλλά η μόνη αντίδραση από την κοπέλα ήταν κάποιες κινήσεις των βολβών της κάτω από σφαλισμένα βλέφαρα και, που και που, κάποια ήπια ακατάληπτα μουρμουρητά.
    Χωρίς να δύναται να το παρατηρήσει κανείς από τους τρεις τους, ένας ισχνός μαύρος καπνός άρχισε να βγαίνει από τα ρουθούνια της κοπέλας κι άρχισε να στροβιλίζει και να μεγαλώνει. Ήταν τόσο δίπλα της κι όμως κανείς τους δεν είδε το εκτόπλασμα που μόλις ολοκλήρωσε την έξοδό του, πέταξε γρήγορα προς το Ιερό του Ναού.
    Η μητέρα της σκούπισε το μέτωπό της μ ένα μαντήλι και αφού σιγουρεύτηκε ότι αναπνέει πιο ομαλά αυτή τη φορά κοίταξε τον Πατέρα Ιερώνυμο στα μάτια μ ένα βλέμμα όλο προσμονή κι αγωνία. Τον ρώτησε αν τελείωσε και χαμογέλασε λυτρωτικά για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, σαν είδε το καταφατικό νεύμα του
    Το ζευγάρι σκέπασε το κορίτσι με μια κουβέρτα που τους έφερε ο Ιερωμένος και με λίγο νερό κατάφεραν να την κάνουν να σταθεί και πάλι στα πόδια της.
     Η όψη της είχε αλλάξει το πρόσωπό της αν και κατάκοπο από την ταλαιπωρία είχε γαληνέψει ενώ το  βλέμμα της ήταν γεμάτο ευγνωμοσύνη αν και δεν είχε σίγουρα συνειδητοποιήσει ακόμα γιατί.
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος τους πήγε μέχρι την έξοδο ενώ τους συμβούλεψε να πάνε το κορίτσι στο νοσοκομείο για ξεκούραση κι εξετάσεις δήθεν από κατάρρευση λόγω υπερκόπωσης.
    Πήγε τρεκλίζοντας μέχρι το νιπτήρα. Ένα ράκος στο σώμα μα περισσότερο στην ψυχή. Ήταν πολύ γι αυτόν.
    Τρόμαξε με τα χάλια του στον καθρέφτη. Έπρεπε να ηρεμήσει. Να χαλαρώσει και να κοιμηθεί.
Άνοιξε ένα μικρό μπαουλάκι όπου βρισκόταν τα άμφια και κάποια προσωπικά του αντικείμενα. Έψαξε λίγο με το χέρι του κάτω από τα ρούχα.
    Έβγαλε ένα μικρό μεταλλικό φλασκί με κονιάκ. Το άνοιξε και το ΄φερε στο στόμα του τρέμοντας. Χρειαζόταν δύναμη και ζέστη. Ήπιε μια γουλιά και μετά κι άλλη.. κι άλλη. Έπινε κοιτάζοντας το είδωλό του χωρίς να σκέφτεται, ώσπου το άδειασε.
   Πήρε μερικές βαθιές ανάσες κι ένοιωσε το λυτρωτικό μούδιασμα του αλκοόλ ν’ ανεβαίνει από το στομάχι του σε όλο του το κορμί. Μπήκε ξανά στο Ιερό. Θα προσευχόταν και θα πήγαινε σπίτι για ύπνο. Έναν, δίχως όνειρα, βαθύ ύπνο που τόσο είχε ανάγκη.
   Γονάτισε λίγο ζαλισμένος μπροστά από το άγαλμα του Εσταυρωμένου κι άρχισε να προσεύχεται. Ήθελε να ευχαριστήσει τον Κύριο για τη δύναμη που του έδωσε να λυτρώσει εκείνο το κορίτσι από το Δαίμονα που το στοίχειωνε. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για κάτι μεταφυσικό. Κάτι μεγάλο ακόμα και για κείνον με την τόσο αγνή ψυχή.
   Καθάρισε το λαιμό του κι άρχισε να μουρμουρίζει. «Πάτερ Ημών Ο εν τοις Ουρανοίς, Αγιασθήτω το όνομά Σου, Ελθέτω Η…» Άρχισε να νοιώθει ένα κάψιμο εξωτερικό αυτή τη φορά, να τον χτυπάει στο κεφάλι, προερχόμενο ψηλότερα από τη θέση του. Σήκωσε το κεφάλι μηχανικά ενώ εξίσου μηχανικά συνέχισε να προσεύχεται.
   Είδε το πρόσωπο του Εσταυρωμένου να γυαλίζει έντονα στο χαμηλό φως του Ιερού και …δεν μπορεί… μάλλον θα είναι το κονιάκ και το ότι το ήπιε με μιας… δεν… το άγαλμα ΔΑΚΡΥΖΕ…
   Έσφιξε τα μάτια και την καρδιά του και συνέχισε.. «Σ ευχαριστώ Κύριε που …..» Η ζέστη μεγάλωνε ολοένα σχεδόν τον έκαιγε.. ξανακοίταξε το άγαλμα .Το παλαιωμένο λούστρο μαζί με χρώμα έρεε πια από το πρόσωπο του αγάλματος σβήνοντας τις λεπτομέρειες που είχε επιμεληθεί ο δημιουργός του…. Σα να μην επικοινωνούσαν πια τα μάτια με το μυαλό του, ο Ιερώνυμος ολοκλήρωσε τη φράση του με πιο δυνατή φωνή «Σ ευχαριστώ Κύριε που με Βοήθησες να Εξορκίσω τον Δαίμονα τ… » (τα βλέφαρα του Εσταυρωμένου άνοιξαν ξαφνικά αποκαλύπτοντας φριχτά εβένινα μάτια το αγαλμάτινο κεφάλι στράφηκε προς τον Παπά με ένα ήχο κιμωλίας που τρίβεται σε μαυροπίνακα και μια λευκή ρωγμή εμφανίστηκε στο λαιμό του αποκαλύπτοντας τον υποκείμενο γύψο. Η απάντηση ήταν άμεση και δυνατή, τόσο δυνατή που συντάραξε το Ιερό σαν Κεραυνός εν αιθρία.)
      «ΑΡXΙΔΙΑΑΑΑΑ ΕΞΟΡΚΙΣΕΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»
    Ο Δαίμονας στην υπέρτατη ειρωνεία του, στοίχειωσε το αγαλμάτινο σώμα του Εσταυρωμένου ξέροντας ποιον είχε απέναντί του και πως θα τον έκανε να λυγίσει, μια και καλή.
Ξεκάρφωσε τα χέρια και τα πόδια του απ το Σταυρό και με μια ανάποδη τούμπα άρχισε να κινείται σαν αράχνη ανεβαίνοντας με τα τέσσερα τον τοίχο πάνω από την Αγία Τράπεζα. Και …γελούσε…. γελούσε μ ένα σαρδόνιο γέλιο που ξέσκιζε την καρδιά του Ιερώνυμου…
    Ο Παπάς στυλώθηκε μετά βίας στα πόδια του και πισωπατώντας πιάστηκε από μια καρέκλα που υπήρχε στο Ιερό. Άρπαξε όπως – όπως ένα μικρό γυάλινο σκεύος με Αγιασμό κι έπιασε το ματσάκι με τον βασιλικό που ήταν βουτηγμένο μέσα. Άρχισε να ραίνει προς το μέρος του Δαίμονα φωνάζοντας. « Όχι Αυτόν, Όχι Αυτόν Βλάσφημε… Μιαρό Πλάσμα του Σκότους, τέκνο του Σατανά… Νιώσε τη Φωτιά του… τη Μόνη και Αληθινή»
    Ο Δαίμονας βρισκόταν πια ανάποδα το ταβάνι του Ιερού και τσίριζε σαν λαβωμένο αιλουροειδές από τις σταγόνες του Αγιασμού που τον ακουμπούσαν. Ακριβώς τη στιγμή που ο Ιερώνυμος πίστεψε πως τον νικούσε, άρχισε πάλι να γελά και να σαρκάζει με άθλια δυνατή φωνή «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΠΙΣΤΕΨΕΣ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ ΤΟ ΝΕΡΑΚΙ ΣΟΥ ΜΕ ΚΑΙΕΙ; ΘΕΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΦΩΤΙΑ ΜΑΛΑΚΑ;… ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΩΤΙΑΑΑΑΑ;»
    Κρεμασμένος ακόμα ανάποδα και στα τέσσερα κοίταξε τριγύρω, χαμογέλασε βλάσφημα κι άρχισε να ΦΤΥΝΕΙ… φλέγματα φωτιάς που λαμπάδιαζαν ότι ακουμπούσαν. ΕΦΤΥΝΕ, ΕΚΑΙΓΕ και ΓΕΛΟΥΣΕ.
   Ο Ιερώνυμος οπισθοχώρησε εκτός του Ιερού αλλά το Κτήνος τον ακολουθούσε από την οροφή, ενώ δε σταμάτησε να φτύνει φωτιά πάντοτε αριστερά και δεξιά αλλά ποτέ κατά μέτωπο. Δεν ήθελε να τον σκοτώσει αλλά κάτι χειρότερο… Ήθελε να τον τρομάξει μέχρι Θανάτου…
   Το Ιερό τυλίχτηκε στις φλόγες και τώρα καιγόντουσαν εικόνες στις προθήκες μπροστά του. Τα κεριά στα μανουάλια λύγιζαν και προσκυνούσαν τη δύναμη της φωτιάς που ολοένα ανέβαζε τη θερμοκρασία του χώρου.
    Σε πολύ λίγο χρόνο οι φλόγες είχαν αγκαλιάσει όλο το μπροστινό τμήμα του Ναού και τα βιτρό στα κουφώματα των τοίχων άρχισαν να εκρήγνυνται προς τα έξω.
   Ο Ιερώνυμος νόμιζε ότι βρισκόταν στην Κόλαση. Όλα τα πρόσωπα από τις Αγιογραφίες μπροστά του μαύριζαν και σαν παρωδίες των Αγίων που κάποτε απεικόνιζαν έμοιαζαν με στρατιώτες του Τάγματος του Κακού.
   Πισωπατούσε διαρκώς δίχως να σκέφτεται, παραδομένος στο μένος του Δαίμονα και στη αφόρητη ζέστη της Φωτιάς. Ήταν πια μια ανθρώπινης μορφής – άβουλη μαριονέτα, που κινούνταν αστεία.
   Ξαφνικά…. θόρυβος ακούστηκε από την μπροστινή κεντρική θύρα του Ναού.
   Κάποιοι προσπαθούσαν να τη σπάσουν απ έξω.
  Μια σειρήνα της Πυροσβεστικής άρχισε να τρυπά τον τοίχο του θορύβου που έκαναν οι φλόγες καθώς κατάπιναν αχόρταγα ότι έβρισκαν στο διάβα τους.
  Ο Δαίμονας σε χρόνο μηδέν γνωρίζοντας θαρρείς τι θα επακολουθούσε, έδωσε ένα σάλτο και κατέβηκε στο πάτωμα.
    Προσπέρασε τον Ιερώνυμο και σκαρφάλωσε σε ένα τοίχο.
  Αυτοσταυρώθηκε εκ νέου ανάμεσα σε δύο εικόνες Αγίων και αφού γέλασε κι έκλεισε το μάτι ειρωνικά στον Παπά, έκλεισε τα βλέφαρα, έγειρε το κεφάλι του στο πλάι κι έγινε πάλι ένα… άψυχο άγαλμα.
   Η πόρτα του Ναού άνοιξε με ένα δυνατό κρότο και δυο αστυνομικοί συνοδευόμενοι από τρεις πυροσβέστες μπήκαν με καλυμμένα τα πρόσωπά τους στον προθάλαμο.
    Βρήκαν τον Ιερώνυμο σε άθλια κατάσταση και το ρώτησαν τι συνέβη.
   Ο γείτονας που κάλεσε την Αστυνομία είχε δηλώσει με βεβαιότητα ότι, για όση ώρα βρισκόταν στο μπαλκόνι του την τελευταία μια ώρα, ο Ιερέας ήταν μόνος του στο Ναό.
   Ο Ιερώνυμος δεν άκουγε τις ερωτήσεις των Αστυνομικών παρά μόνο έδειχνε με το δάχτυλο τη φιγούρα του Εσταυρωμένου φωνάζοντας… Αυτό… Αυτός… είναι εκεί… Η ανάσα του μύριζε ένα μείγμα φόβου και αλκοόλ και ο Αστυνομικός που βρισκόταν δίπλα του δεν άργησε να κάνει το συνειρμό.
    Ο Παπάς μέθυσε κι έβαλε φωτιά στο Ναό.
   Του πέρασαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στο περιπολικό. Είχε να δώσει εξηγήσεις για πολλά. Έξω από το Ναό που τώρα πια καιγόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ήταν παρκαρισμένο πρόχειρα το περιπολικό κι ένα Πυροσβεστικό όχημα.
   Οι αστυνομικοί τοποθέτησαν τον Ιερώνυμο δεμένο πισθάγκωνα στο πίσω μέρος του περιπολικού και ξεκίνησαν για το τμήμα.
   Μέσα οι πυροσβέστες είχαν αρχίσει την πυρόσβεση αλλά ο αγώνας έδειχνε άνισος. Υπήρχαν πια ελάχιστες ελπίδες να σωθεί το οτιδήποτε.
  Ο Ιερώνυμος δεν μίλησε ποτέ από τη στιγμή της σύλληψης ούτε και αντιστάθηκε στους Αστυνομικούς. Τη στιγμή που το περιπολικό ξεκινούσε μονάχα, έστρεψε δακρυσμένος με δυσκολία το κεφάλι του και κοίταξε μηχανικά την μεγάλη πόρτα του Ναού… Και… το Είδε… ήταν σίγουρος πως ΤΟ ΕΙΔΕ…
… το μαύρο εκτόπλασμα που είχε βγει από τα ρουθούνια της κοπέλας (και δεν είχε δει κανείς) μετά τον Εξορκισμό, έβγαινε τώρα έξω από το Ναό και πλέον μπορούσε να το δει, στο φως της φωτιάς, κάτω από το κενό της Θύρας του Ναού …..το είδε να εξαφανίζεται και πάλι μέσα από τη γρίλια της πόρτας του Πυροσβεστικού.
    Νόμισε πως είδε ακόμα μια λάμψη μέσα στο θάλαμο οδήγησης του Πυροσβεστικού οχήματος και τον οδηγό του να τινάζεται σαν νευρόσπαστο για μια στιγμή.
    Μόλις το περιπολικό έστριβε για να χαθεί σε κάποιο δρόμο προς το Τμήμα, ο Ιερώνυμος είδε το Πυροσβεστικό όχημα να ορμά στο αντίθετο ρεύμα αφηνιασμένο με λάστιχα να στριγκλίζουν.

*
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Φωτογραφία: J.A.S. Collin de Plancy. Dictionnaire Infernal. Paris : E. Plon, 1863. Page 55.

Advertisements