Πέτρος Κυρίμης,Το όνειρο του Ζήση

by SF

Άμα δεις Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, κρύψου. Ο χαρακτήρας του είναι ίδιος με του Προκρούστη. Μέσα στο μυαλό του κουβαλάει το κρεβάτι του. Νοερά σε τοποθετεί απάνω. Σε ταιριάζει στα μέτρα του κρεβατιού. Στα μέτρα τα δικά του. Αν του φανείς μακρύς σου κόβει τα πόδια. Αν του φανείς κοντός σε τραβάει να μακρύνεις.

 

   Ακατέργαστη φωνή. Βάναυση. Ακόμη και σιγανά να έρθει στα αυτιά σου.
   «Έλληνας είσαι πατριώτη;»
   «Όχι, Αλβανός, Γιουγκοσλάβος, Ρουμάνος, Τούρκος, Αυγανιστανός, πήγαινε πιο πέρα…»
   «Χα, πλάκα με κάνεις πατριώτη, αφού ελληνικά μιλάς…»
   «Ότι θέλω μιλάω, παράτα με…»
   «Καλά ρε πατριώτη, δεν σε είπαμε και… καμπούρη…»
   «Όχι, δεν με είπες, αλλά καμπούρη θες να με κάνεις…»
   «Εγώ, ρε πατριώτη; Εγώ είπα μπας και είσαι από τα μέρη μου… εδώ που τα λέμε από πού είσαι;
   Τον πρώτο καιρό που είχα έρθει στη Γερμανία μόλις τους έλεγα ότι είμαι από την Αθήνα με κοιτούσαν σαν να έβλεπαν διαστημάνθρωπο ή στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορα. Σήκωναν τους ώμους σα να λέγανε «Τι να σου κάνουμε αφού δεν είσαι ούτε από τα Τρίκαλα, ούτε από τη Δράμα, ούτε από τα μέρη του Εύρου… εσύ φταις» και έφευγαν.
   Και πέρασα μαζί τους είκοσι χρόνια. Τα καλύτερα του ανθρώπου και τα χειρότερα της ζωής μου.
   Άμα δεις Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, κρύψου.
   Έρχονται πάντα δώρα φέροντες. Στην αρχή. Γιατί μετά στα ζητάνε πίσω. Με τόκο.
  Κουτοπόνηροι και καχύποπτοι. Ζαγάρια. Κατευθείαν από το σκοτάδι της ελληνικής επαρχίας του ΄60.
   Την ημέρα που γνώρισα τον Ζήση, ήταν μια Κυριακή του 2001. Ο Ζήσης ήτανε από την Καλαμπάκα. Μόνο αυτό ξέρανε όλοι στο Ντίσελντορφ και κανείς δεν είχε ρωτήσει πότε είχε έρθει, πια χρονιά και πως. Έδινε την εντύπωση παρ όλο ότι μίλαγε πολύ λίγα Γερμανικά ότι προϋπήρχε όλων. Ακόμα και της ίδιας της Γερμανίας. Είχε εμφανιστεί από το πουθενά. Ψηλός και γεροδεμένος, λίγο μετά τα σαράντα, πάντα σχεδόν ευδιάθετος αλλά ταυτόχρονα και μοναχικός.
    Το αγαπημένο του αστείο που το επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία ήτανε «Αν θες να επιζήσεις – κάτσε να σε γαμήσει ο Ζήσης.» Εμφανιζότανε ξαφνικά και το ίδιο ξαφνικά έφευγε. Κανείς δεν ήξερε που έμενε. Αν τον ρωτούσαν στις αρχές έδειχνε κατά κάπου με το κεφάλι κι αυτό ήτανε όλο. Υπήρχε όμως μια φήμη που τον ήθελε να έχει σχέση με μια Γερμανίδα που την λέγανε Πέτρα.
   Κι αυτό πρέπει να είχε μια αλήθεια γιατί έτσι καθαρό και καλοζωισμένο μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να τον φροντίσει έτσι. Και μάλιστα μια Γερμανίδα. Γιατί οι Ελληνίδες γυρεύουνε κάποιον να φροντίζει αυτές.
   Τώρα θα μου πείτε τι σχέση έχει ο Ζήσης με τα πάθη μου που περιγράφω εδώ μέσα σαν εξομολόγηση εκ βαθέων. Έχει και παραέχει. Κι ο Θωμάς ο ψυχοθεραπευτής. Κι ο Τάκης ο ραδιοφωνιάς και ο Μήτσος ο Τρικαλινός με τη ταβέρνα που ήθελε να γίνει εκδότης, η Νικολέτα η καθηγήτρια που έκανε πάρτι κάθε πανσέληνο και ντυνότανε Σελήνη, ο Τζουνάκος ο νταβατζής, ο Λουκάς ο χαρτοπαίχτης, ο Στέφανος με τα δερμάτινα, ο Θανάσης με τα καζίνο που έγινε συγγραφέας και αρκετοί άλλοι που ίσως κάποτε γράψω γι αυτούς. Πέρασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα. Όλοι τους αθώοι. Απαλλασσόμενοι από κάθε ενοχή λόγο ανύπαρκτου προτέρου βίου.
Το Ζήση τον γνώρισα ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι σε ένα καφέ από αυτά με τα τραπεζάκια έξω. Είχα πάρει μια αθλητική εφημερίδα που βρισκότανε πάνω στο διπλανό τραπέζι και διάβαζα ανόρεχτα όταν ένοιωσα κάποιον να κάθεται βαριά στην διπλανή καρέκλα ακριβώς δίπλα μου. Σήκωσα το κεφάλι και είδα όλα τα τραπεζάκια ελεύθερα. Δεν πρόλαβα να απορήσω όταν άκουσα μια βραχνή αντιπαθητική φωνή από την άλλη πλευρά να μου λέει «Φίλε, σκάσαμε δυόμιση μάρκα για να την πάρουμε, άμα θες να διαβάσεις να πας στο σταθμό να αγοράσεις…»
    Γύρισα και είδα έναν κοντό μουστακαλή να το παίζει αγριεμένος.
  Εγώ ξέροντας ότι ο Ολυμπιακός ήτανε η πιο γνωστή ομάδα στην Ελλάδα πήγα να το παίξω ομοϊδεάτης για να τον καλμάρω και τα έκανα χειρότερα.
   «Ήθελα μόνο να δω κάτι για τον Ολυμπιακό…
   Σαν να τον πάτησα στον κάλο. Γυρνάει προς τα μέσα του μαγαζιού.
  «Ρε Φάνη πιάσε ρε έναν σκέτο… θα τρελαθώ πρωί, πρωί… μου μαγάρισες την εφημερίδα ρε… άκου Ολυμπιακός!.. Μία είναι η ομάδα ρε, ΠΑΟΚΑΡΑ!..
   Εμένα δεν με ένοιαζε ούτε ο Ολυμπιακός, ούτε η ΠΑΟΚΑΡΑ. Με είχε πειράξει όμως το ρε. Πολύ με είχε πειράξει. Δεν πρόλαβα όμως να σηκωθώ από την καρέκλα γιατί άκουσα από δίπλα μου μια φωνή σε πολύ ήσυχο τόνο, σχεδόν σα να μονολογούσε.
   «Στέλιο, πάρε τον καφέ σου και πήγαινε να τον πιείς πιο πέρα… για καλύτερα πήγαινε κει κάτω στο ακριανό…
   Και τότε ήτανε που πρωτάκουσα το όνομα του.
   «Ρε Ζήση, με μένα τα βάζεις; Αυτός πήρε την εφημ…
   «Άλλαξα γνώμη. Πήγαινε να πιείς τον καφέ σου σε άλλο καφενείο… άντε δε θέλω πολλά λόγια…
  Τα έλεγε όσα έλεγε και δεν είχε σηκώσει κεφάλι. Κοιτούσε όλη την ώρα με προσήλωση τα παπούτσια του, λες και μιλούσε με κείνα. Ο άλλος έφυγε μουρμουρίζοντας πέφτοντας πάνω στο γκαρσόν που κρατούσε το δίσκο με τον καφέ.
   «Ο καφές σου κυρ Στέλιο…
  Ο άλλος ούτε που απάντησε. Σίγουρα με τη φαντασία του με είχε μέσα στη Τούμπα ξεμοναχιασμένο κι αυτός μαζί με άλλους τραμπούκους οπαδούς προσπαθούσαν να με βάλουνε γκολ από την εξέδρα.
Η σιωπή που έπεσε για λίγο μου φάνηκε δύσκολη. Μπορεί να απαλλάχτηκα από τον ηλίθιο αλλά έμπλεξα με τον διπλανό μου που το μόνο που ήξερα γι αυτόν ήτανε πως τον λέγανε Ζήση και πως κατά κάποιο τρόπο προκαλούσε τον σεβασμό ή τον φόβο. Σαν ένα είδος Ντον Κορλεόνε.
   Έκλεινα μισό χρόνο στο Ντίσελντορφ. Εκτός από τους ανθρώπους του ραδιοφώνου δεν ήξερα κανέναν άλλο. Προσπαθούσα να ισορροπήσω μέσα μου τον πόνο για το χάσιμο της γυναίκας μου, τους φόβους για τα παιδιά, τα οικονομικά που δεν φτάνανε, τη μοναξιά μου. Είχα ένα μικρό δωμάτιο που μαζευόμουνα νωρίς τα βράδια και πότε γράφοντας, πότε με ένα βιβλίο στο χέρι περίμενα να νυστάξω να με πάρει ο ύπνος στη ζεστή αγκαλιά του και ανέπαφο να με βγάλει στην άλλη μέρα. Μέχρι τότε δεν μου είχε κάνει το χατίρι. Κάθε πρωί ξύπναγα αλλοπαρμένος από τους εφιάλτες. Το μόνο καλό ήτανε πως ενώ τα μάτια μου κάθε πρωί ήτανε κόκκινα και πρησμένα δεν είχα την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα έκλαιγα.
   Τίποτα άλλο σημαντικό στην γνωριμία μου με τον Ζήση δεν συνέβη. Δεν ξέρω από τη μεριά του τους λόγους που τον έκαναν να θέλει να κάνουμε παρέα. Ποτέ δεν μου είπε. Πάντως τις φορές που συναντιόμασταν – συνήθως σε κάποιο από τα ελληνικά καφέ – ήτανε διακριτικός και λιγόλογος και ίσως να μην τον ανέφερα στην ιστορία μου καθόλου αν δεν είχε συμβεί αυτό με το όνειρο που είχε δει ένα βράδυ. Με είχε πάρει τηλέφωνο να συναντηθούμε και ήρθε ευδιάθετος. «Είδα ένα όνειρο χτες και ήθελα να στο πω» μου λέει.
   «Και τι είμαι εγώ, ονειροκρίτης;
   «Όχι, αλλά είδα εσένα…
   Εγώ δεν πίστευα σε όνειρα και τέτοια, εδώ που τα λέμε δεν πίστευα σε τίποτα πια.
   «Για λέγε» του λέω αδιάφορα.
   «Κοίτα – λέει – εσύ δεν γελάς ποτέ…
   «Δεν βρίσκω τους λόγους που πρέπει να γελάσω» λέω εγώ.
   «Ε! αυτό ακριβώς… σε είδα να γελάς… να ξεκαρδίζεσαι…
   «Για πες και το λόγο που γέλαγα»
   «Θα σου πω… γέλαγες δυνατά… χαρούμενα… και μια γυναίκα που δεν φαινότανε το πρόσωπο της ερχότανε προς το μέρος σου… εγώ σου μίλαγα, ήθελα κάτι δεν θυμάμαι τώρα, αλλά εσύ δεν με άκουγες… κοιτούσες τη γυναίκα που πλησίαζε και γέλαγες ένα γέλιο χαρούμενο και… και… πως το λένε… ξέγνοιαστο… ναι, ξέγνοιαστο… σαν παιδί…
   «Καλό ακούγεται, αλλά εγώ δεν περιμένω καμιά γυναίκα και ούτε πρόκειται να ξαναγίνω παιδί…
   Ο Ζήσης τσαντίστηκε. Είχε φαίνεται βαρεθεί να με βλέπει πάντα κατσούφη και μες στη στενοχώρια.
   «Αφού είναι φως φανάρι. Η ζωή σου θα αλλάξει… θα γίνει καλύτερη… μια γυναίκα νέα και όμορφη έρχεται κατά πάνω σου…
   «Α, είναι νέα κι όμορφη κι όλας… ρε Ζήση ξεχνάς ότι κλείνω τα πενήντα τέσσερα εφέτος; Με δυο παιδιά και δυο χιλιάδες προβλήματα;
   «Ούτε για σαράντα δεν φαίνεσαι… τέλος πάντων, εγώ το όνειρο ήθελα να σου πω…
   Τα πίστευε αυτά που έλεγε κι εγώ δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω.
   «Και μέχρι πότε θα ξέρω αν θα μου βγει το όνειρο;»
   «Μέσα σε τρεις μήνες λένε… ή σε τρία χρόνια.»
   Δεν χρειάστηκε να περάσουν τρεις μήνες, ούτε τρία χρόνια. Πάνω σε δυο βδομάδες πήρα μια πρόσκληση από ένα σχολείο μιας κοντινής πόλης, να διαβάσω στα παιδιά. Θα πήγαινα με το τρένο και εκεί θα με περίμενε κάποιος να με οδηγήσει στο σχολείο. Ήτανε κάτι που το έκανα συχνά εκείνη την εποχή γιατί ήτανε και μια ευκαιρία πουλώντας μερικά βιβλία μου να αυξάνω το πάντα ανεπαρκές μου εισόδημα.
   Είχα να δώσω οποιασδήποτε μορφής ραντεβού με γυναίκα πάρα πολύ καιρό, γι αυτό ένοιωσα παράξενα όταν μια γυναικεία φωνή στο τηλέφωνο μου είπε πως θα με περιμένει στο σταθμό στις πέντε το απόγευμα να με μεταφέρει στο σχολείο. Η φωνή της είχε μια ευχάριστη ζεστή χροιά.
   Όταν βγήκα από την κεντρική είσοδο του σταθμού, ακριβώς απέναντι μέσα από ένα σκούρο τζιπ ένα μελαχρινό πρόσωπο μου χαμογελούσε. Τα μαλλιά της μαύρα μακριά πλαισίωναν δυο μεγάλα καστανά μάτια. Σκέφτηκα πόσο ανόητες σκέψεις έκανα καθώς κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο.
   Εξ άλλου ούτε που ήξερα αν ήταν παντρεμένη, αν είχε οικογένεια ή δεσμό. Από την άλλη η μοναξιά φίδι κολοβό στον κόρφο μου.
   Άνοιξα την πόρτα και κάθισα δίπλα της.
   «Γεια σας» είπε μόνο και έβαλε εμπρός.
   Την κοίταζα κρυφά από το πλάι. Δεν ήταν ψηλή. Μέτριο ανάστημα, γύρω στα τριάντα πέντε. Το ντύσιμο της προσεγμένο. Μου άρεσε.
   «Λες να βγει το όνειρο του Ζήση;» αναρωτήθηκα καθώς παρατηρούσα τα λεπτά δάχτυλα της πάνω στο τιμόνι. Οδηγούσε με άνεση και δεν μιλούσε παρά μόνο αν την ρωτούσα κάτι εγώ. Ήταν τόσο τυπικά ευγενική που σε λίγο ήμουνα σίγουρος ότι το όνειρο του Ζήση κάποια άλλη εξήγηση θα είχε.
   Φτάσαμε στο σχολείο και καθώς διάβαζα την έβλεπα στα πίσω καθίσματα να παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Είχα ένα ένστικτο σα να υπήρχε μια μυστική επικοινωνία μεταξύ μας. Αυτή η μυστική επικοινωνία κράτησε και σε όλο το διάστημα του φαγητού μετά, καθώς και στην ώρα που την αποχαιρετούσα στο σταθμό.
   «Αντίο – είπε και μου έδωσε το χέρι της – ευχαριστούμε που ήλθατε κοντά μας, τα παιδιά το χάρηκαν…
   «Εσείς; Το χαρήκατε;» ριψοκινδύνεψα εγώ.
   Το μελαχρινό της χρώμα έκρυψε το κόκκινο από τα μαγουλά της.
   Ο χαρακτήρας της – που αργότερα ανακάλυψα- έκρυψε τις σκέψεις της.
   Χαμογέλασε. «Ναι, ωραία ήτανε» είπε αόριστα.
  Έφυγα και την κράτησα αρκετές μέρες στο μυαλό μου όμως οι ελπίδες μου λιγόστεψαν πολύ, ώσπου ακόμα κι ο Ζήσης που είχε δει το όνειρο αυτοπροσώπως παραδέχτηκε ότι μάλλον δεν επρόκειτο για την γυναίκα του ονείρου. Για την γυναίκα που θα άλλαζε προς το καλύτερο τη ζωή μου.
   «Αφού μου λες πως είχε μέτριο ανάστημα… ξέρω γω; Εμένα σαν ψηλή μου είχε φανεί…
   Πέρασαν τρεις εβδομάδες, πέρασε μήνας κι εκεί που άρχιζαν να ξεθωριάζουν όλα μέσα μου, χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο και ήταν εκείνη.
    «Θέλω να σας στείλω τις φωτογραφίες που βγάλαμε… αν έχετε ένα email…
    «Θα ήσαστε και εσείς μέσα στις φωτογραφίες;
    «Νομίζω σε κάνα δυο…»
    «Τότε στείλτε μου μόνο αυτές τις δυο»
    Γέλασε. Και αντί να μου στείλει τις φωτογραφίες ήρθε η ίδια μετά από μερικές μέρες και μετά ήρθε και ξαναήρθε μέχρι που κι ο Ζήσης όταν την είδε είπε πως δεν ήτανε σίγουρος, αλλά η γυναίκα στο όνειρο μάλλον είχε το ίδιο χρώμα μαλλιά με τα δικά της και σε μια ώρα που έκατσε μαζί μας, φεύγοντας μου είπε σιγά ότι ήτανε σίγουρος πια πως ήτανε αυτή στο όνειρο.
*
©Πέτρος Κυρίμης
Φωτογραφία: Στράτος Φουντούλης, Αμβέρσα, Βέλγιο 2009
Advertisements