Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες

by SF

Διατηρούσε μια αισιοδοξία, πως ίσως ετούτη η λογοτεχνική διατύπωση θα μπορούσε να αποδώσει το θεμελιακό νόημα του μύθου. Εξαντλούταν μες στο σκιερό δωμάτιο, συχνά τον επισκέπτονταν γνωστοί και φίλοι και έπειτα αποχωρούσαν λυπημένοι, λέγοντας ετούτος ο άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ήδη νεκρός. Ο συγγραφέας στεκόταν μες στις σκιές, σπανίως εξέφραζε μια απαίτηση, ενώ είχε κατορθώσει μες στην τόση περισυλλογή του να ατονήσει στο έπακρο την ανθρώπινη βιολογία του. Μόνο τα απογεύματα ανέβαλλε το σκεπτικισμό του και εγκατέλειπε το σπίτι για έναν από εκείνους τους μακριούς περιπάτους ως το λιμάνι. Επέστρεφε αργά το βράδυ, ήταν κάτωχρος πάντα, δεν μιλούσε και έγνεφε να μην τον ενοχλήσει κανείς. Σπάνια ακουγόταν να κραυγάζει, όπως οι ασθενείς των εξαιρετικά, σοβαρών και μη αντιστρέψιμων νοσημάτων. Αισθανόταν τότε μια τρυφερή χαρά, μια υποψία τον περιέβαλε πως οι κόποι του απέδωσαν και πως θα μπορούσε επιτέλους να καταγράψει έναν μύθο για την ομορφιά, προικισμένο με την πρωτοτυπία και το μυστήριο που οραματιζόταν. Όμως μάταια, ξεσπούσε σε λυγμούς, τη βραχεία ηδονή μιας κάποιας αποδόσεως διαδεχόταν φλεγόμενος ο μακρύς πόνος, η στερεμένη έμπνευση, ο γηραιός λογοτέχνης, εν μέσω καθρεπτών και αφρικανικών προσωπείων παρέμενε αδρανής, καθώς στις έντονες, καρκινικές θερμοκρασίες και αποδεχόταν μοιρολατρικά την αδυναμία του. Λησμόνησα να σας πω πως ο λογοτέχνης αυτός ταλαιπωρούταν από μια επίμονη και καλπάζουσα ασθένεια της οράσεως και έτσι με δυσκολία πια ξεχώριζε το σκοτάδι από τα θερινά πρωινά. Ο κόσμος του παρέμενε σκοτεινός και εκείνος ακίνητος σε μια θέση πατριαρχική, εν μέσω των σκιών, προσμένοντας καθώς οι χθόνιες θεότητες την τέλεση της θυσίας, το αίμα του σφαγείου που θα επιτρέψει τη χρησμοδοσία. Παρέμενε αδιάφορος, σαν κάποιος που επρόκειτο να πεθάνει και γνωρίζει με βεβαιότητα την έκβαση της ζωής του.

     Ύστερα από μέρες, τα ερτζιανά κύματα διέκοψαν το λήθαργό του. Σημειώνεται η ιδιαίτερη προτίμησή του προς το μέσον του ραδιοφώνου, καθώς ο συγγραφέας εκείνος διατηρούσε μια φριχτή αντιπάθεια προς την εικόνα και έτσι έστεκε δια βίου έξω και πέρα από την εποχή του ή πάλι φάνταζε ως μία από εκείνες τις σκιές της νυκτός που σέρνονται στις μάντρες και τα τοιχία, οι σκιές που ανήκουν σε μεταλλικούς ανθρώπους. Λίγα μόνο πράγματα γνωρίζει κανείς για αυτούς.
    Ο εκφωνητής ιστορούσε έναν ισλανδικό μύθο, μία από εκείνες τις μυθολογίες που φέρουν βασιλείς, αυλικούς, βάρδους και το ανώνυμο, μόνιμο πλήθος με την αποφασιστική συμβολή στη ρύθμιση της πλοκής. Ένιωθε πως η φωνή του άνδρα τον γοήτευε ακαθόριστα, απέδωσε στον τόνο της το ενδιαφέρον του. Όμως ήταν η ιστορία, οι καθρέφτες, οι μάσκες, το στιλέτο. Στη σάλα, στην καλοσυντηρημένη βιτρίνα υφίστανται πλήθος τέτοιων πραγμάτων, αντίδωρα επισκέψεων τις εποχές της οπτικής από βασιλείς, υπουργούς, προέδρους συλλόγων. Μικρού μήκους μαχαίρια και ο καθρέφτης του Χοσέ Λεσάμα Λίμα, με τους υδραργύρους και το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής, ανάσες απελπισίας τον καιρό εκείνο, πράγματα ασυγκρίτως σπουδαιότερα προς μια απλή, ανάμνηση τεχνοτροπίας μπαρόκ. Ανασηκώθηκε, καθώς στις ιστορίες θαυμάτων των Συναξαρίων ή στους τόμους του Ανεξήγητου, με τις παροιμιώδεις φωτογραφίες, ένας που λυγίζει ένα κουτάλι, οι αποθήκες των αλχημιστών, βρικόλακες και φυσικές γεωμετρίες ή τελευταία σήματα. Η έκβαση της ιστορίας δραματική, σχεδόν ελληνική στην καταγωγή της, γνήσια έκβαση και ο συγγραφέας που καταγράφει κάθιδρος την υπόθεση, κλαίγοντας, εκλιπαρώντας για βοήθεια, όταν εκείνος, ο άλλος, που διαχειρίζεται την κατάσταση επικρατεί και προφέρει με πατριαρχικό τρόπο τον αριθμό 3, πλήρης γλώσσα, δίχως ίχνος σχηματοποίησης. Ευτυχής εκείνος που το είδε, μοίρα του ο χαμός πρόφερε και όλες οι απειλές που εισβάλλουν από το φεγγίτη, πουλιά με ατσάλινα ράμφη, παράξενα όντα, τυφλοί, πένητες και αγαθοί κλειδαράδες των δύο και τριάντα, προ μεσημβρίας, η ωραία, μεταξωτή κουρτίνα με το διακριτικό χρωματισμό, η ζωγραφισμένη με αφθονία χρωμάτων μορφή του Δον Κιχώτη και που όλοι οι καθρέφτες σπάνε προς τα μέσα και έτσι είναι ελεύθερος συλλογίστηκε και τακτοποίησε δίχως ψυχραιμία το χτένισμά του. Προχώρησε, πέρασε το άνοιγμα και χάθηκε, τον γύρεψαν έπειτα από ώρα, είπαν πήγε εκείνες τις μακριές βόλτες του και σταυροκοπήθηκαν ευχαριστημένες. Έπειτα εισέβαλαν όμορφες και ορμητικές, αγνά ωραίες, χύθηκαν μες στο άνοιγμα και το φεγγίτη, γέμισε πουλιά όλο το δωμάτιο όπως περιβόλι ή μετά τις τελευταίες βροχές του χειμώνα.
    Την επόμενη ημέρα οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν με πηχυαίο τίτλο. Ανεξήγητη εξαφάνιση δημοφιλούς συγγραφέα. Φόβοι δια το χειρότερον και πιο κάτω, σχεδόν στο ύψος των παραθεριστικών καρτ ποστάλ, με ταπεινό, γραφικό χαρακτήρα, η φήμη. Πως ανακαλύφθηκε, λέει, οριστικά η ομορφιά.

*
©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Στράτου Φουντούλη, «Από τον Καναδά», καλοκαίρι 2012

Advertisements