Περιηγήσεις Ναυτίλου: Η γνώση του πόνου – 2

by SF

Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, εκδ. Άγρα, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη.
«Digressions, incontestably, are the sunshine«
(«Οι παρεκβάσεις είναι, χωρίς αμφιβολία, η λιακάδα»)
Λώρενς Στερν: Τρίστραμ Σάντι

 

Είναι σχεδόν αδύνατο να συνοψίσω σε λίγες γραμμές αυτά που διαδραματίζονται στη «Γνώση του πόνου». Πώς θα μπορούσα άλλωστε να καταφέρω κάτι τέτοιο όταν οι συνεχείς παρεκβάσεις του συγγραφέα είναι ουσιαστικά ο κορμός της αφήγησης; Μιας αφήγησης που δεν έχει ούτε καν τέλος (αν και ο Γκάντα γράφει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο τέλος ζητώντας μας συγγνώμη για το «μη τέλος»)! Ωστόσο θα μπορούσα να υποστηρίξω, χωρίς ελπίζω να προσβάλω τον Γκάντα (ό,τι χειρότερο καθώς μια προσβολή για τον Gatto -Gadda ήθελα να πω- ισοδυναμεί με θάνατο), ότι στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος (είναι άραγε μυθιστόρημα;) πρωταγωνιστεί ο Γκοντζάλο. Βρισκόμαστε κάπου στη Νότια Αμερική, στο Μαραγκαντάλ (όχι πολύ μακριά από το Μιλάνο) και ο Γκάντα (ο Γκοντζάλο ήθελα να πω) ζει με τη μητέρα του σε μια έπαυλη. Αφού θα παρακολουθήσουμε επί πενήντα σελίδες (εβδομήντα με την εισαγωγή) να διαδραματίζονται διακωμωδούμενα ένα σωρό γεγονότα, ειδικά αυτά που αφορούν κάποιον Πέδρο Μαχαγκόνες (ίσως να τον λένε και Γκαετάνο Παλούμπο αν και τον φωνάζανε Μανγκανόνες) θα φτάσουμε και στον… Άμλετ Εμίλιο Πιρομπουτίρρο Ντ’ Ελτίνο (Γκοντζάλο ήθελα να πω), που βρίσκεται σε κρίση και καλεί τον γιατρό να τον εξετάσει. Οι έμμονες ιδέες και η απροσδιόριστη ενοχή που τον τυραννούν θα ξεφύγουν από τις σελίδες (που από το πολύ ξεφύλλισμα τις τσάκισα) με τρόπο μαγικό και θα καταλάβουν όλη την επιφάνεια όχι μόνο του γραφείου μου αλλά και του πιάνου (όλα τα βιβλία του Γκάντα κάλυψαν τις οκτάβες του), που βρίσκεται δίπλα στο κρεββάτι μου και, εβδομάδες τώρα, αντηχεί τις σκέψεις μου για τη γραφή του Μιλανέζου μηχανικού, όπως και τα παράπονα της Χρυσάνθης… αλλά εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να συλλάβω το πνεύμα της γραφής του και των ιδεών του…
«Α! ο κόσμος των ιδεών! τι ωραίος κόσμος!… α! το εγώ… εγώ… ανάμεσα στις ανθισμένες μυγδαλιές… τις αχλαδιές, και τις Μπατιστίνες και τον Τζιουζέππε!… Το εγώ, το εγώ!… Η πιο αποκρουστική αντωνυμία!…»
«… Και γιατί διάβολε; Τι κακό σας έχουν κάνει οι προσωπικές αντωνυμίες; Όταν κάποιος σκέφτεται κάτι πρέπει πράγματι να πει: Εγώ σκέφτομαι… σκέφτομαι ότι ο ήλιος κάνει περίπατο πάνω απ’ την κολοκύθα μας από τα δεξιά στ’ αριστερά…» είπε ο γιατρός.
«… I think but I’ m ill of thinking…» ψιθύρισε ο γιος. «Οι προσωπικές αντωνυμίες! Είναι οι ψείρες της σκέψης. Κι όταν η σκέψη έχει ψείρες, ξύνεται, όπως όλοι οι ψειριάρηδες… και τότε στα νύχια βρίσκει τις αντωνυμίες: τις προσωπικές…»
Αν και ο παραπάνω απολαυστικός διάλογος συνεχίζεται για πέντε περίπου σελίδες, διακόπτω εδώ (τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στην Άγρα) και δηλώνω ότι η μπαρόκ γραφή (για τον ορισμό του μπαρόκ ανατρέξτε στο πρώτο μέρος της ανάρτησης) του Γκάντα με γοήτευσε, με αναστάτωσε, με μπέρδεψε, με δυσκόλεψε και τέλος… ζήτω ο Κάρλο Εμίλιο Γκάντα! Αυτό το μίγμα ειρωνείας, σάτιρας, παρωδίας, λυρισμού, φιλοσοφικού στοχασμού και εν τέλει οδύνης είναι πράγματι μοναδικό. Ας δώσουμε όμως την ευκαιρία σε μια σύντομη λιακάδα να κάνει αισθητή την παρουσία της δια χειρός Ρόμπερτ Ντομπρόσκι: «an obsession with knots, a penchant for extravagant verbal chemistry and intricate style, a desire to distort and pervert, a philosophical intelligence that seeks out obscure correspondences, a fascination with labyrinthine narrative structures, fragmentation, unpredictability, and obscurity -these are the characteristic features of Gadda’s art…»
Ο Μεγάλος Λομβαρδός γράφει στη «Γνώση του πόνου» για τις δικές του εμμονές, για τη δική του αλήθεια και το δικό του τρόπο να βλέπει τα πράγματα. Σε ένα από τα πρώτα του βιβλία («Μιλανέζικοι στοχασμοί») έγραφε:
«Τι πρέπει να κάνω; Όταν περπατώ νομίζω ότι δεν θα έπρεπε. Όταν μιλώ νομίζω πως βρίζω. Όταν στο μεσουράνημα του ήλιου όλα τα φυτά πίνουν το ζεστό φως, αισθάνομαι πως έχω όλες τις ενοχές και την ντροπή«.
Κι εδώ σταματώ (υπακούοντας στην παράκληση του Γκάντα: «per carità, non mi tradisca»), αφού όμως παραθέσω το αγαπημένο απόσπασμα του Πιερ Πάολο Παζολίνι, και λέω αγαπημένο, γιατί έχει γράψει ολόκληρη ανάλυση γι’ αυτή τη μία και μόνο παράγραφο του μυθιστορήματος, δηλώνοντας στο τέλος της κάθε ενότητας πως ο Μιλανέζος είναι ο μεγάλος του έρωτας («Ho avuto ed ho, un grande amore per Gadda«).
*
©Το κείμενο με σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου.
Advertisements