Τάσος Γουδέλης, Το ωραίο ατύχημα

by SF

Τα 22 διηγήματα της συλλογής αφηγούνται με τον τρόπο τους «μικρές ιστορίες», οι οποίες επιχειρούν να αποδώσουν ελλειπτικά, χωρίς άσκοπες περιγραφικότητες, περίπου «μετέωρες» καταστάσεις. Το ποιητικό ζητούμενο κυριαρχεί μέσα σε τόνους μινιμαλιστικούς και σκηνικά όπου η λεπτομέρεια μεγεθύνεται ανησυχητικά ή ειρωνικά.
Πρόσωπα (συνήθως το υποκειμενικό βλέμμα) και καταστάσεις δεν υπακούουν αυστηρά στις επιταγές της κλασικής δραματουργίας, ενώ το σύνολο συντίθεται από ποικιλία θεματικών μοτίβων, τα οποία επιχειρούν να συλλάβουν τα φευγαλέα παράδοξα μικρών και μεγάλων «αντινομιών» της πραγματικότητας.
 
Τι είναι αυτό που ενοχλεί τον Γουδέλη στην καθιερωμένη εκφραστική – κλασική ή μοντέρνα; Προφανώς τίποτε άλλο από τη σύμβαση της κυριολεξίας όπου η οιαδήποτε φράση υπογράφει προκλητικά συμβόλαια πιστότητας με το πραγματικό! Έχουμε, δηλαδή, μια γενναία πνευματική άρνηση που απωθεί τα δεδομένα για να ελευθερώσει μια διαφορετική (και – γιατί όχι; – την αληθινή) αίσθηση ζωής. Ωστόσο ο Γουδέλης δεν καταφεύγει, όπως θα περίμενε κάποιος, σε αφηρημένες πρόζες στις οποίες δεν υπάρχουν: υπόθεση, δραματικότητα και αφήγηση. Απεναντίας, προτιμά τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ παραστάσεως και εσωτερίκευσης, όπου κατά κάποιον τρόπο μεσολαβεί ένας μετεωρισμός που παρευθύς βρίσκει καταφύγιο στη γνωστή μας αφηγηματική ροή. Με άλλα λόγια, είμαστε πολύ κοντά και συνάμα πολύ μακριά από το νόημα…
Κωστής Παπαγιώργης
*
ΚΡΙΤΙΚΕΣ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
Πρόκειται για μία γλώσσα πρόσφορη για τη συστηματικά -και με την επιστράτευση μεθόδων του μαγικού ρεαλισμού- επιδιωκόμενη από τον αφηγητή απόδοση μετέωρων καταστάσεων, καθώς και για τη σύλληψη και ακινητοποίηση παράδοξων και φευγαλέων, στην πλειονότητά τους, εκδοχών της πραγματικότητας. Πρόσφορη, ακόμα, για τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, στα στρώματα της οποίας μεγιστοποιείται το ενδεχόμενο της υποβολής, το παράδοξο γίνεται οικείο και, κυρίως, λύνονται ή εξευμενίζονται οι «κόμποι» της τρέχουσας –παλιάς ή νεωτερικής- αφηγηματικής λογικής, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για προφανείς αλλά και για αδιόρατους συνειρμούς• για συνειρμούς που είναι απόρροια μιας αδιατάρακτης σύζευξης -συνειδητής ή ασυνειδητοποίητης αδιάφορο- πραγματικών και αναγνωστικών βιωμάτων που, σε τελευταία ανάλυση, δεν διαφέρουν, αφού τα πρώτα μοιάζει να είναι διαπερασμένα από μνήμες αναγνωστικές και τα δεύτερα δρουν εμπλουτισμένα από ατομικές και συλλογικές μνήμες του αφηγητή.
Οι 22 «ιστορίες» του βιβλίου συντίθενται και οργανώνονται λεκτικά κατά τη διάρκεια της γραφής τους και καθ’ υπαγόρευσιν της γλώσσας, η οποία αφηγείται και, συγχρόνως, καταθέτει την αγωνία της να ανταποκριθεί στις αφηγηματικές προθέσεις του αφηγητή• πράγμα ιδιαιτέρως περίπλοκο -παρά την επικρατούσα επιφανειακή αταραξία-, αν σκεφτεί κανείς ότι, συχνά, τα κεντρικά πρόσωπα των ιστοριών του Γουδέλη είναι ο «άλλος» που γίνεται αφηγούμενος ο ίδιος ο αφηγητής. Πρόσωπα, σε τελευταία ανάλυση, πλασμένα από υλικά παλιών και νέων «παλίμψηστων» αφηγήσεων. Προσεγγισμένα έτσι, που να δημιουργείται στον αναγνώστη η ψευδαίσθηση ενός ακένωτου βάθους, ενώ στην πραγματικότητα δεν φωτίζονται παρά μόνο κάτι φευγαλέες και, με την επισφάλεια του ονείρου, επιφανειακές εκφάνσεις σκέψεων και αισθημάτων τους.
Όπως έχει αποδείξει στην εικοσιπεντάχρονη συγγραφική του παρουσία, ο Τάσος Γουδέλης είναι λάτρης της σκιάς και του φευγαλέου• σχεδόν απεχθάνεται τη συγκεκριμενοποίηση του όποιου υλικού τον κινητοποιεί αφηγηματικά. […] προτιμά να κινηθεί και να δράσει αφηγηματικά «μέσα στο αδιάσειστο της φαντασίας». Εκεί που τα πρόσωπα, τα πράγματα και οι καταστάσεις περιβάλλονται από την αχλή απροσδιόριστων ψιθύρων ή μιας ομιλούσας σιωπής, απροσπέλαστης και ακατανόητης από τους ανυποψίαστους, τους συνηθισμένους στην ευθεία αναγνωστική πορεία, από αυτούς που προτάσσουν την κατανόηση της αναγνωστικής ηδονής. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα συγγραφέα μονίμως -αλλά με σύνεση τηρώντας τους κανόνες του λογοτεχνικού παιχνιδιού- πειραματιζόμενο –με έναν συγγραφέα που ακόμη και γράφοντας αναζητεί ερείσματα γραφής.
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Η Αυγή, 06/07/13
Συχνά έχουμε την εντύπωση ότι οι συλλογές διηγημάτων είναι ένα πάρεργο – πριν από το μείζον «τούβλο» κάποιου συγγραφέα. Δυστυχώς πολλοί γράφοντες τα αντιμετωπίζουν έτσι ακριβώς, ως διάλειμμα. Ο Τάσος Γουδέλης, σε συνέντευξή του, έχει δηλώσει -προς τιμήν του για την ειλικρίνειά του- πως δεν πιστεύει στα πολυσέλιδα βιβλία.
Και αυτό ακριβώς κάνει. Σμιλεύει εδώ και χρόνια ένα έργο από αλλεπάλληλες συλλογές σύντομων διηγημάτων. Με έναν λόγο εσωτερικό χωρίς να γίνεται χαώδης. Στην πρόσφατη συλλογή του συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε. Κείμενα που χρησιμοποιούν τη λεπτομέρεια μεγεθύνοντας τη – χωρίς να απουσιάζει η πλοκή ή η παράδοση της αφήγησης, απλώς ενίοτε παρακάμπτεται.
Γιώργος Ρομπόλας, METROPOLIS, 19/06/13
Από τη στιγμή –μεγάλη και κρίσιμη στιγμή– που τα μέσα της λογοτεχνίας αυτολογοκρίθηκαν και αποφάσισαν να πατάξουν τη φυσική παραστατικότητα, οι οιμωγές των λογοτεχνών συγκρότησαν ένα μέγα δράμα που συχνά είχε τα γνωρίσματα της κωμωδίας. Η μεγάλη απώλεια (όπως στη ζωγραφική, όπου το φυσικό σχήμα του ανθρώπου διαστρεβλώθηκε για να αποδώσει όσα δεν επέτρεπε η προτέρα τεχνοτροπία) αφορούσε, βέβαια, το φυσικό πρότυπο των πραγμάτων που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπρεπε να αναβαπτιστούν στην ατμόσφαιρα της νέας εποχής. Η μεταφορά, η μετωνυμία, η προσωποποίηση, ό,τι τέλος πάντων έριχνε γέφυρες ανάμεσα στο γραφτό και στο είδωλο του λογοτέχνη, λάου λάου απομυθεύτηκε για να επιτρέψει στη νέα τεχνοτροπία μια ελευθερία που (τρόπος του λέγειν) παρέμενε φυλακισμένη και άπραγη. Με άλλα λόγια, η νέα γραφή ήταν μια άδεια (=αφοβία σημαίνει η λέξη) που έχτιζε την κατοικία της στο μέλλον, έστω κι αν έδειχνε να είναι εκτός σχεδίου, με παράξενες εισόδους, όπου ο αναγνώστης άφηνε στην είσοδο ό,τι ήξερε για να μυηθεί στη νέα πραγματικότητα που ήταν η ίδια η ζωή του, αλλά με νέα κοπή. Θα μπορούσαμε να μιλάμε σε δεκάδες σελίδες γι’ αυτή την επανάσταση που ουσιαστικά διέλυσε και διαλύει τον ψυχισμό του ήρωα εις τα εξ ων συνετέθη και επιβάλλει εκφράσεις που είναι σύνθετες εκ συναρπαγής.
Ο Τάσος Γουδέλης, μετά από-έξι επτά βιβλία διηγημάτων και, πιο σωστά, μετά από επώδυνο φροντιστήριο πάνω στην καταστροφή της φράσης που εμπνέεται από τον ρεαλισμό και τη δεδομένη παρατήρηση, κερδίζει το «λίαν καλώς» και πιάνει πια την άκρη του αφηγηματικού νήματος, όπως κι αν εμπνευστεί τη συνέχεια.
Κωστής Παπαγιώργης, LIFO, 05/06/13
Τα διηγήµατα του Γουδέλη δεν είναι στεγνές επιδείξεις τεχνικής παγιδευµένες στην εσωστρέφειά τους αλλά ζωηρά στιγµιότυπα µιας εσωτερικής ζωής µε αληθινή δραµατική ένταση και πηγαίο ψυχικό ρίγος: χαρακτηριστικά που αποµακρύνουν αυτοµάτως την οποιαδήποτε υποψία εγκεφαλικότητας και µεταµορφώνουν το συγγραφικό υποκείµενο σε γνησίως πάσχουσα οντότητα. Και εδώ ο µοντερνισµός (στον οποίον ανήκει χωρίς την παραµικρή αµφιβολία ο Γουδέλης) κάνει µε τα πιο πειστικά αποτελέσµατα τη δουλειά του.
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Το Βήμα, 23/06/13
Με αρωγό τα εξαίρετα ελληνικά του, ο Γουδέλης παρατηρεί την παρενδυσία της αλήθειας. Ανασύρει από τα σκεπασμένα κιτάπια της πραγματικότητας μια ζοφερή μέθεξη. Υλικά άυλα που παντρεύονται με ένα χιούμορ γεμάτο αυτοσαρκασμό, πλάθοντας το ανυπόφορο, σε ελεγειακά υποφερτό.
Νίκος Κουρμουλής, Η Αυγή, 11/06/13
*
Τάσος Γουδέλης,  Το ωραίο ατύχημα
Εκδόσεις Κέδρος
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Advertisements